Από τον «Τζόκερ» στους τεντιμπόηδες & τους μοιχούς

Σε πάνω από τριάντα υπολογίζονται τα νομοθετήματα που δεν ανταποκρίνονται στις σημερινές ανάγκες και συνήθειες της ελληνικής κοινωνίας



28 Οκτωβρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 2:42 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 2:42 μμ


Ολα άρχισαν όταν δύο γυναίκες, υπάλληλοι του υπουργείου Πολιτισμού, έκαναν την καταγγελία για την ταινία «Τζόκερ». H αστυνομία αναγκάστηκε να πάει στους κινηματογράφους κι επειδή η καταλληλόλητα της ταινίας έχει εγκριθεί με βάση έναν νόμο του 1937 έπρεπε να βγάλει τους ανηλίκους από τις αίθουσες. Οι δύο υπάλληλοι του υπουργείου Πολιτισμού κινήθηκαν αυτοβούλως, πέραν των αρμοδιοτήτων τους και χωρίς να έχουν ενημερώσει τους αρμοδίους στο υπουργείο ή να έχουν πάρει οποιαδήποτε εντολή, τόνιζε προς πάσα κατεύθυνση για να μειώσει τις αντιδράσεις η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη.

του Βασίλη Ταλαμάγκα
[email protected]

Μια σειρά από τέτοιους αναχρονιστικούς νόμους άλλων εποχών βρίσκονται ξεχασμένοι -αλλά σε ισχύ- στην ελληνική νομοθεσία. Σε μια εποχή που η τεχνολογία και το ιντερνέτ κάνουν θαύματα, κάποιοι δημιουργούν κοινωνικό ζήτημα με τους ανηλίκους, την ώρα που οι περισσότεροι από αυτούς μπορούν να βρουν αυτές τις ταινίες στο διαδίκτυο, μια και έχουν καλύτερες γνώσεις τεχνολογίας ακόμα και από τους γονείς τους.

Το 1958 εφαρμόστηκε για πρώτη φορά ένας νόμος που τάραξε την ελληνική κοινωνία για πολλά χρόνια. Η τότε κυβέρνηση ψήφισε τον περίφημο νόμο περί τεντιμποϊσμού, δηλαδή τον νόμο 4000. Σύμφωνα με αυτόν, οι νεαροί ταραχοποιοί που κατηγορούνταν για το αδίκημα της εξύβρισης, αφού συλλαμβάνονταν, τιμωρούνταν με κούρεμα -τους έπαιρναν τα μαλλιά με την ψιλή μηχανή- και σκίσιμο των ρεβέρ στα παντελόνια τους.

Το ημερολόγιο έγραφε 4 Σεπτεμβρίου 1958 όταν η φοβερή αυτή παιδαγωγική διάταξη πρωτοεφαρμόστηκε σε τέσσερις τεντιμπόηδες. Οι αστυνομικοί κούρεψαν τα αγόρια, έσκισαν τα ρεβέρ και τους διαπόμπευσαν ρίχνοντάς τους στον δρόμο και υποχρεώνοντάς τους να κρατούν μια πινακίδα που έγραφε «είμαι τεντιμπόης γιατί γιαούρτωσα μια γυναίκα». Η διαδικασία υπήρξε αμφιλεγόμενη και δίχασε την ελληνική κοινωνία για πολλά χρόνια, αμφισβητώντας τον παιδαγωγικό της χαρακτήρα.

Η αγγλική έκφραση

Σκοπός τότε της πολιτείας ήταν η συμμόρφωση, η πειθαρχία και ο παραδειγματισμός των νέων απέναντι σε απρεπείς συμπεριφορές των συνομηλίκων τους. Ο όρος «τεντιμπόης», άλλωστε, προέρχεται από την αγγλική έκφραση «Teddy Boy», λέξεις με τις οποίες στην Αγγλία χαρακτηρίζονταν οι νέοι με ακριβό ή μοντέρνο ντύσιμο και κούρεμα.  Χαρακτηριστική αναπαράσταση αυτής της αμφίβολης εκπαιδευτικής διαδικασίας υπήρξε και στον ελληνικό κινηματογράφο με την ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη «Νόμος 4000». Εκεί ο σκηνοθέτης παίζει με αυτό το ρεύμα αμφισβήτησης και ανησυχίας της νεολαίας, που ισορροπεί ανάμεσα στην ανεμελιά, το χιούμορ, την παραβατικότητα και την ηθική της εποχής.

Παρά τον προσδιορισμό και την εμφάνιση του τεντιμποϊσμού παγκοσμίως, στην Ελλάδα η αμφισβήτηση και η αντίδραση που υπήρξε συγκριτικά με την υπόλοιπη νεολαία της Δύσης ήταν εμφανώς περιορισμένες ή σε αναντίστοιχο βαθμό. Αν και η rock ‘n’ roll μουσική υπήρξε η σημαία της αμφισβήτησης κι ενώ στο εξωτερικό συνέβαινε μια πραγματική μουσική επανάσταση με τα διάφορα ρεύματα, στη χώρα μας τους «γεγέδες» και τους «χίπις» τούς είχαν εντάξει οι δημιουργοί στις ελληνικές ταινίες σαν μια εξωπραγματική γελοιότητα της εποχής. Σε αυτό συνηγόρησε, βέβαια, και η εγκαθίδρυση της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Νόμος 4000 καταργήθηκε το 1983, ενώ η τελευταία φορά που εφαρμόστηκε ήταν το 1981 μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.

Ένας άλλος αναχρονιστικός νόμος που ταλαιπώρησε την ελληνική κοινωνία ήταν ο εκείνος για τη μοιχεία. Η μοιχεία ήταν ποινικό αδίκημα στην Ελλάδα από τα αρχαία χρόνια, ενώ στους νόμους του Δράκοντα και του Σόλωνα προβλέπονταν ποινές για τους μοιχούς. Κατά τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, με το άρθρο 286 του Ποινικού Νόμου της Βαυαροκρατίας, που ίσχυσε έως τις 31 Δεκεμβρίου 1950, η μοιχεία χαρακτηριζόταν πλημμέλημα. Στο άρθρο 357 οι μοιχοί και οι μοιχαλίδες είχαν ποινή ενός έτους και το έγκλημα διωκόταν μόνο με έγκληση του/της απατημένου/νης. Μόνο όταν το ανδρόγυνο βρισκόταν σε διάσταση η μοιχεία έμενε ατιμώρητη. Επίσης, οι δράστες έπρεπε να συλληφθούν επ’ αυτοφώρω για να στοιχειοθετηθεί ευκολότερα η κατηγορία, με αποτέλεσμα την εποχή εκείνη να εκτυλίσσονται κωμικοτραγικές σκηνές. Οσοι υποψιάζονταν ότι τους απατούσαν προσλάμβαναν ιδιωτικούς αστυνομικούς, οι οποίοι αναλάμβαναν να συλλέξουν στοιχεία, να φωτογραφίσουν το παράνομο ζευγάρι και να οδηγήσουν τους αστυνομικούς στην επ’ αυτοφώρω σύλληψη των δραστών. Αφού γινόταν η σύλληψη, οι παράνομοι εραστές πολλές φορές οδηγούνταν γυμνοί στο αστυνομικό τμήμα, ενώ στη συνέχεια οι εφημερίδες τούς εξευτέλιζαν με ρεπορτάζ που έκαναν στα αστυνομικά τμήματα ή στις δικαστικές αίθουσες.

Δύο μήνες μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις 18 Οκτωβρίου 1981, ο Ανδρέας Παπανδρέου, στο πλαίσιο της φιλελευθεροποίησης του πλέγματος των διατάξεων που αφορούσαν στο Οικογενειακό Δίκαιο, αποφάσισε την αποποινικοποίηση της μοιχείας. Παρά τις αντιδράσεις της Εκκλησίας, η οποία υποστήριζε ότι «η αποποινικοποίηση της μοιχείας θα κλονίσει τα θεμέλια της οικογένειας και του γάμου», και τις διαμαρτυρίες που οργανώθηκαν στο κέντρο της Αθήνας, η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου προχώρησε στην κατάργηση του άρθρου 357 του Ποινικού Κώδικα περί μοιχείας με το άρθρο 8 του Νόμου 1272/82. Την ανακοίνωση έκανε ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης, Στάθης Αλεξανδρής, και από τότε η μοιχεία έπαψε να είναι ποινικό αδίκημα.

Σήμερα, σύμφωνα με έγκυρες δικαστικές πηγές, υπολογίζονται σε πάνω από τριάντα οι αναχρονιστικοί νόμοι που βρίσκονται ξεχασμένοι -αλλά σε ισχύ- στην ελληνική νομοθεσία. Καθήκον της πολιτείας είναι να κινηθεί άμεσα για την κατάργησή τους χωρίς χρονική καθυστέρηση και συστάσεις επιτροπών.

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 125 της «Νέας Σελίδας» που κυκλοφόρησε εκτάκτως το Σάββατο 26 Οκτωβρίου

Διαβάστε επίσης στη Νέα Σελίδα: Ορατή εθνική απειλή το μεταναστευτικό