Κοινωνική αλλαγή και εκδημοκρατισμός



11 Φεβρουαρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 5:52 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 5:53 μμ


Η ελληνική κοινωνία βίωσε τη δεκαετία του ’80 έναν ριζοσπαστικό εκδημοκρατισμό τόσο στο θεσμικό στερέωμα όσο και στην κατανομή των εισοδημάτων υπέρ των μικρομεσαίων στρωμάτων. Οι μεταρρυθμίσεις των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου επηρέασαν τη θέση, τις σχέσεις και το πεπρωμένο τεράστιων κοινωνικών ομάδων και έθεσαν βάσεις για τις επόμενες δεκαετίες, ενδυναμώνοντας τον πολίτη.

Της Παυλίνας Α. Σπανδώνη*

Μεταξύ των κορυφαίων ήταν εκείνες που επαναπροσδιόρισαν εκ βάθρων την ελληνική οικογένεια, απεγκλωβίζοντάς τη από τη συντήρηση και την ανισότητα. Πριν από τη δεκαετία του ’80, το δίκαιο και η εθιμική πραγματικότητα αναγνώριζαν τον άνδρα ως μοναδικό αρχηγό του νοικοκυριού, δίνοντας στη γυναίκα έναν ρόλο δευτερεύοντα, ανεξαρτήτως εάν εκείνη εργαζόταν ή ήδη ψήφιζε. Οι μητέρες δεν δικαιούνταν να πάρουν ούτε τους βαθμούς των παιδιών τους από το σχολείο χωρίς την παρουσία του συζύγου. Η θεσμική κυριαρχία του άνδρα και ο νάρθηκας της «κανονικής» οικογένειας επεκτείνονταν και στα παιδιά. Νόμιμα παιδιά του άνδρα με κληρονομικά δικαιώματα θεωρούνταν μόνο τα γεννημένα εντός γάμου. Τα εκτός γάμου παιδιά δεν θεωρούνταν καν συγγενείς του πατέρα τους· ακόμα και ως αναγνωρισμένα είχαν ελάχιστα δικαιώματα. Από την άλλη, τα «νόμιμα» παιδιά θεωρούνταν θεσμικά και εθιμικά ως ένα είδος ιδιοκτησίας του πατέρα, με έντονο πατριαρχικό παρεμβατισμό στη ζωή τους, ιδίως αν ήταν κορίτσια.

Η κυβέρνηση Παπανδρέου το 1983 εξίσωσε απολύτως τα τέκνα εντός και εκτός γάμου και ενίσχυσε τη θέση της ανύπαντρης μητέρας, ανοίγοντας δρόμο για την αναγνώριση νέων μορφών οικογένειας. Νομοθετήματα της πρώτης κυβέρνησης Παπανδρέου ανακατένειμαν τα «οικογενειακά βάρη» αδιαφοροποίητα στους δύο γονείς. Η έννοια της «γονικής μέριμνας» αντικατέστησε την παλιά «πατρική εξουσία», αλλάζοντας τις σχέσεις γονιού – παιδιού και προωθώντας σημαντικά την αυτοτελή αξία της παιδικής ηλικίας. Μια νέα, παιδοκεντρική αντίληψη άρχισε να γεννιέται. Μέσα σε αυτή, καταργούνται η σχολική ποδιά των κοριτσιών και ο εξευτελιστικός νόμος 4000/1958 περί τεντιμποϊσμού, που εφαρμόστηκε για τελευταία φορά το 1981, επί κυβέρνησης Γεωργίου Ράλλη.

Επίσης, η λύση ενός κακού γάμου ήταν έως τότε τρομακτικά δύσκολη. Ο διασυρμός του «μοιχού» ήταν ο πιο ανώδυνος τρόπος που απαιτούσε το κράτος για να λήξεις έναν γάμο. Η αυτόφωρη σύλληψη και προσαγωγή γυμνών ανθρώπων τυλιγμένων με σεντόνια για να στοιχειοθετηθεί μοιχεία ήταν απαιτούμενη. Ακόμα και ζευγάρια που από κοινού είχαν αποφασίσει να χωρίσουν κατέληγαν να καταθέτουν συμφωνημένα ότι υπήρχε εξωσυζυγική σχέση -προσποιούμενοι οργή και ντροπή- στο δικαστήριο προκειμένου να τους δοθεί διαζύγιο.

Παρά την οργισμένη αντίσταση της Εκκλησίας, η μοιχεία αποποινικοποιήθηκε το 1982, με την κατάργηση της αντίστοιχης ποινής φυλάκισης, και το διαζύγιο εξορθολογίστηκε, με τη μοιχεία να μην αποτελεί υποχρεωτικό λόγο λύσης του γάμου.

Η καθιέρωση της ισότητας των δύο φύλων από τον Ανδρέα Παπανδρέου ήταν η συμβολική κορύφωση της ρήξης με την παράδοση που τάραξε τα λιμνάζοντα νερά των ρόλων των φύλων στον ιδιωτικό και τον δημόσιο χώρο.

Με την κατάργηση της προίκας (1983), η γυναίκα έπαψε επισήμως να είναι το «βάρος» που για να δεχτεί κάποιος να το παντρευτεί έπρεπε να δοθεί περιουσία. Στο ίδιο πνεύμα, ότι, δηλαδή, η γυναίκα δεν είναι είδος προς μεταβίβαση, απαγορεύτηκε η αλλαγή του επωνύμου της μετά τον γάμο. «Δεν είμαι του πατρός μου, δεν είμαι του ανδρός μου, είμαι ο εαυτός μου», διαδήλωνε λίγο νωρίτερα το ελληνικό φεμινιστικό κίνημα της δεκαετίας του ’70. Στην εργασία, το 1984 απαγορεύτηκε κάθε διάκριση βάσει φύλου στον επαγγελματικό προσανατολισμό, την πρόσληψη, την εξέλιξη και την αμοιβή. Το ίδιο έτος ψηφίστηκαν οι γονικές άδειες και η απόλυτη προστασία των εγκύων και των νέων μητέρων από απόλυση.

Από το φεμινιστικό κίνημα δικαιώθηκαν και οι διεκδικήσεις που αφορούσαν στο σώμα της γυναίκας. Η θαρραλέα νομιμοποίηση των αμβλώσεων (1986), ο πολιτικός γάμος (1982), που αποδέσμευσε από τη θρησκευτική επιταγή της «αγνότητας», και η ανάδειξη του εγκλήματος του βιασμού ως ευθείας προσβολής της τιμής και της ελευθερίας του θύματος ήταν μεταρρυθμίσεις-σταθμοί για τη γυναικεία αυτοδιάθεση.

Συνολικά, το σύνθημα «Αλλαγή» σήμαινε ισότητα, χειραφέτηση και αξιοπρέπεια για εκατομμύρια σιωπηρώς καταπιεζόμενα άτομα.

Απ’ όλες τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου, κάποιες υποστηρίχθηκαν, άλλες «γέρασαν» και ορισμένες παρέμειναν ανολοκλήρωτες. Σε εποχές ευδαιμονίας, πολλές υποτιμήθηκαν ως λίγο πολύ «αυτονόητες». Ηταν όμως, όταν συνέβησαν, πολιτικά αυτονόητες; Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν.

Η παγκόσμια Ιστορία έχει δείξει πόσο εύκολα μια δικτατορία ακολουθείται από υποτροπές σε αυταρχικά καθεστώτα. Η δεκαετία του ’80 υπήρξε το ευτυχές ιστορικό σταυροδρόμι των κοινωνικών αιτημάτων και της ισχυρής πολιτικής απόφασης του Ανδρέα Παπανδρέου ως του πρωθυπουργού που τη σφράγισε. Οση -δίκαιη ή μη- κριτική και να ασκηθεί, ο γενικός εκδημοκρατισμός των θεσμών που εκείνος επιχείρησε παραμένει ζωντανός στην Ελλάδα, έχοντας δημιουργήσει δυνατότητες για μια κοινωνία φιλελεύθερη, ανοιχτή και πιο αναπτυγμένη.

Σήμερα που η δημοκρατία δέχεται ολομέτωπη επίθεση, αναδύεται αυτούσια η αξία των αλλαγών της δεκαετίας του ’80, απέναντι στις οποίες η ελληνική κοινωνία δεν στάθηκε με αρκετή σοβαρότητα. Ολα τα πεδία που ανοίχτηκαν προς την πρόοδο τη δεκαετία του ’80 τα τελευταία χρόνια συρρικνώνονται ταχέως. Το αίτημα για βιωμένη δημοκρατία των πολλών επιστρέφει σήμερα ως επιτακτικό, καθώς βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον αυταρχισμό και τον φασισμό που εκκολάπτονται σε μέρη ολοένα και πιο φανερά.

*Κοινωνική Ανθρωπολόγος, Σύμβουλος Κοινωνικής Πολιτικής και Σχεδιασμού MSc.(LSE)

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 88 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 10/2/2019.