Συρία: Όλοι κέρδισαν εκτός των ΗΠΑ

Ανησυχίες για «ντομινο» επέκτασης σε όλη τη Μέση Ανατολή και για προστασία του «σουλτάνου» αναφορικά με εγκλήματα πολέμου, την ώρα που παρασκήνιο έρχεται στο φως και τζιχανιστές επιστρέφουν μέσω του τουρκικού στρατού



28 Οκτωβρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 9:01 πμ · Τελευταία τροποποίηση: 9:01 πμ


Δεν καταλαγιάζει η οργή στην Ουάσιγκτον για τους χειρισμούς του Ντόναλντ Τραμπ στη Βορειοανατολική Συρία (συριακό Κουρδιστάν – Ροζάβα). Ο Αμερικανός Πρόεδρος κατηγορείται επώνυμα και επίσημα από αναλυτές, δημοσιογράφους και πολιτικούς, ακόμα και μέσα στις επιτροπές του Κογκρέσου, ότι με την «προδοσία των Κούρδων» παρέδωσε τη Συρία στον Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κι ότι ενισχύει τον ρόλο του Ιράν στην περιοχή, του μεγαλύτερου εχθρού του Ισραήλ.

Του Στέφανου Μυτιληναίου

[email protected]

Εκφράζονται ανοιχτά φόβοι ότι το ντόμινο «παράδοσης εδαφών» θα επεκταθεί σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Ίσως και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η κατάσταση είναι έκρυθμη και ενισχύεται από την ακραία υπεροπτική συμπεριφορά του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος φέρεται ως απόλυτος «μονάρχης». Είναι κοινή επικρατούσα διαπίστωση σε Ρεπουμπλικάνους και Δημοκρατικούς ότι η Ρωσία παίρνει τη θέση των ΗΠΑ ως βασικός παίκτης και διαμεσολαβητής στην περιοχή.

Όλοι νίκησαν εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες

Ο συνήθως πράος Ρόμπερτ Μενέντεζ, επικεφαλής της δημοκρατικής μειοψηφίας στην Επιτροπή Διεθνών Σχέσεων της Γερουσίας, μιλώντας στο τηλεοπτικό δίκτυο MSNBC συνόψισε ως εξής τις συνέπειες: «Η Ρωσία νίκησε, το Ιράν νίκησε, ο Ασαντ νίκησε, το Ισλαμικό Κράτος νίκησε. Οι Ηνωμένες Πολιτείες; Δεν κερδίσαμε τίποτα. Ο Πρόεδρος μόνο κέρδισε χειροκροτήματα στις συγκεντρώσεις του». Δεν δίστασε, μάλιστα, να πει δημόσια αυτό που συζητείται ευρέως στους διαδρόμους του Κογκρέσου: «Το μόνο ζήτημα που παραμένει είναι εάν ο Πρόεδρος Τραμπ ενεργεί απευθείας υπό τις εντολές των ηγετών της Ρωσίας και της Τουρκίας ή είναι συνειδητά τυφλός στις αποτυχίες του».

Τον περσινό Δεκέμβριο, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ είχε ανακοινώσει για πρώτη φορά την απόφασή του να αποχωρήσουν οι ΗΠΑ από τη Συρία ύστερα από ένα τηλεφώνημα που είχε με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (όπως ακριβώς συνέβη και τώρα), το Ισραήλ αντέδρασε δυναμικά. Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου αποκάλυψε λίγο καιρό αργότερα ότι την επομένη εκείνης της αναγγελίας επικοινώνησε με τον Αμερικανό Πρόεδρο και του εξέφρασε την έντονη αντίρρησή του. Τις ίδιες περίεργες ημέρες, τέλη του έτους, ο Ταμίρ Πάρντο, πρώην αρχηγός της ισραηλινής Μοσάντ, έδωσε συνέντευξη στην ισραηλινή εφημερίδα «Haaretz» και ισχυρίστηκε ότι πράγματι η Ρωσία υποστήριξε διαδικτυακά στις προεδρικές εκλογές του 2016 τον Ντόναλντ Τραμπ, μη διευκρινίζοντας εάν αυτό έγινε εν γνώσει του. «Η Ρωσία χρησιμοποίησε δεκάδες χιλιάδες bots για να επηρεάσει τις εκλογές για χάρη του Τραμπ», δήλωσε ο Ταμίρ Πάρντο, προσθέτοντας: «Κοίταξαν τον πολιτικό χάρτη της Ουάσιγκτον και σκέφτηκαν: Ποιον υποψήφιο θα θέλαμε να κάθεται στον Λευκό Οίκο; Ποιος θα μας βοηθήσει να πετύχουμε τους στόχους μας; Και τον επέλεξαν».

Κάποιοι, όχι λίγοι, ερμήνευσαν τότε τις δηλώσεις αυτές ως «τροχιοδεικτικό» από την πλευρά των Ιεροσολύμων. Αυτή τη φορά, εκτιμούν καλά γνωρίζοντες, ο Πρόεδρος Τραμπ βρήκε ευκαιρία να υλοποιήσει ό,τι συνεννοήθηκε με τον Πρόεδρο Ερντογάν επειδή ακριβώς το Ισραήλ είναι βυθισμένο σε εσωτερική πολιτική κρίση και ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ο αρχιτέκτονας της συμμαχίας της Ανατολικής Μεσογείου και ένθερμος υποστηρικτής των Κούρδων, βρίσκεται για πρώτη φορά σε θέση αδυναμίας. Ούτε η εκδήλωση αλληλεγγύης που οργάνωσε η ισχυρή Αμερικανοεβραϊκή Επιτροπή (AJC) πριν από μια εβδομάδα, η οποία διακήρυξε δημόσια «δεν θα παραμείνουμε σιωπηλοί. Θα σταθούμε με τους Κούρδους της Συρίας», φάνηκε να του στέλνει κάποιο μήνυμα. Το σύστημα μοιάζει να έχει «μπλοκάρει». Γι’ αυτό και ο φιλέλληνας γερουσιαστής Μενέντεζ, ένας από τους παλαιότερους ένθερμους υποστηρικτές της πατρίδας μας και της ελληνοϊσραηλινής συμμαχίας, έφτασε στο σημείο να αναρωτιέται εάν ο Ντόναλντ Τραμπ ενεργεί απευθείας υπό τις εντολές Πούτιν και Ερντογάν. Βαριές κουβέντες, που δεν λέγονται αψήφιστα για τον ηγέτη της ισχυρότερης χώρας του πλανήτη.

«Ντροπή και ρεζίλεμα» για την αμερικανική Ιστορία

Στην ίδια σκληρή γραμμή σφυροκόπησε τον Ντόναλντ Τραμπ και ο Δημοκρατικός βουλευτής Ελιοτ Ενγκελ του εβραϊκού λόμπι, πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων. Κατηγόρησε τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών ότι «σκοπεύει να καταστρέψει την αμερικανική ηγεσία στον κόσμο και να υποκύψει σε αυταρχικούς ηγέτες και δικτάτορες». Δεν είναι κρυφό ότι ο Ντόναλντ Τραμπ, αν και Πρόεδρος της ηγέτιδας δύναμης του δημοκρατικού κόσμου, έλκεται από τυράννους (με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης). Οπως μας διηγήθηκαν προ ημερών Ελληνες αξιωματούχοι που έχουν γνώση των παρασκηνίων της επίσκεψης Τσίπρα στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ δίχως καμία συστολή άρχισε να εκφράζει στην ελληνική αντιπροσωπεία τον θαυμασμό του στο πρόσωπο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τον οποίο, μάλιστα, χαρακτήρισε «μεγάλο ηγέτη». Η ελληνική διπλωματία το ζύγισε αυτό και το κατέγραψε στα υπόψη της.

Τώρα, μετά και την τρίτη παράνομη τουρκική εισβολή στη Συρία, όπου παραβιάζονται κατάφωρα το διεθνές δίκαιο και η Συνθήκη της Λωζάννης, μια επανάληψη της παράνομης εισβολής και κατοχής στην Κύπρο, όπως το παραδέχτηκε και ο Τούρκος αντιπρόεδρος, Φουάτ Οκτάι, πολλά από αυτά που κρατούνταν στα παρασκήνια βγαίνουν στο φως. Ο Ελιοτ Ενγκελ στη συνέχεια των δηλώσεών του, αφού τόνισε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει καμία πρόθεση να καταστήσει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υπεύθυνο για τα εγκλήματα πολέμου που διαπράττουν οι τζιχαντιστές τουρκόφιλοι μισθοφόροι του Συριακού Εθνικού Στρατού (Αλ Τζαΐς Αλ Ουατάνι Ας Σούρι) ούτε να αποτρέψει την εθνοκάθαρση, μίλησε για «μια ντροπή και ένα ρεζίλεμα για την Ιστορία της Αμερικής, που πάντα στάθηκε δίπλα στους φίλους και τους συμμάχους μας». Γι’ αυτό κάλεσε το Κογκρέσο να θεωρήσει τον Πρόεδρο Ερντογάν υπεύθυνο για εγκλήματα πολέμου και «να ζητήσουμε απαντήσεις από τον Πρόεδρο Τράμπ για την ντροπή που έφερε στο έθνος μας».

Πράγματι, ο Ντόναλντ Τραμπ μοιάζει σαν να θέλει να προστατεύσει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από τις κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου. Οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν βρει αποδείξεις διάπραξης εγκλημάτων πολέμου από τουρκικές δυνάμεις στη Συρία, δήλωσε ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Συρία, Τζέιμς Τζέφρι, στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων. Είχε προηγηθεί ο Αμερικανός υπουργός Αμυνας, Μαρκ Εσπερ, ο οποίος σε συνέντευξή του στο CNN είπε πως η Τουρκία φαίνεται να έχει διαπράξει εγκλήματα πολέμου στη Συρία και πρέπει να λογοδοτήσει. Μετά την ανακοίνωση της άρσης των κυρώσεων στην Τουρκία από τον Ντόναλντ Τραμπ, ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος «άδειασε» υπουργό Αμυνας και τον ειδικό απεσταλμένο, δηλώνοντας σε δημοσιογράφους ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν δει κανένα αποδεικτικό στοιχείο εθνοκάθαρσης στη Βορειοανατολική Συρία από τουρκικές δυνάμεις μετά την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων, καθώς και ότι έχει δεχτεί διαβεβαιώσεις από την Αγκυρα ότι δεν υπάρχουν τέτοια στοιχεία.

Το Ισλαμικό Κράτος ανασυντάσσεται

Όσο μαίνεται η πολιτική μάχη στην Ουάσιγκτον, στη Συρία αναβιώνει με ταχείς ρυθμούς ο χειρότερος εφιάλτης, της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος. Όπως επιβεβαίωσε το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δίχως να αναπαραχθεί αυτή η αποκάλυψη από τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων που συνήθως το επικαλούνται, γνωστοί τζιχαντιστές της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος επέστρεψαν υπό τουρκική διοίκηση και φορώντας τουρκικές στολές στην παραμεθόρια συροκουρδική πόλη Τελ Αμπιάντ, που καταλήφθηκε στις 13 Οκτωβρίου από τον τουρκικό στρατό και περιλαμβάνεται στην τουρκική «ζώνη ασφαλείας». Οι συγκεκριμένοι τρομοκράτες εγκατέλειψαν την πόλη τον Ιούνιο του 2015, όταν την απελευθέρωσαν οι Κούρδοι με την υποστήριξη των ΗΠΑ, και κατέφυγαν τότε στην Τουρκία, όπου εντάχθηκαν στις παραστρατιωτικές οργανώσεις των «Σύρων ανταρτών» του τουρκικού καθεστώτος.

Πηγές που μίλησαν στο Παρατηρητήριο ανέφεραν την επιστροφή στην Τελ Αμπιάντ του (πρώην) «εμίρη», υπεύθυνου για τα πολεμοφόδια της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος, με 150 ένοπλα μέλη της οργάνωσης. Παράλληλα, τζιχαντίστριες που κρατούνται στον καταυλισμό της Αλ Χολ, που φρουρείται από Κούρδους στρατιώτες των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), κάλεσαν μέσω του τηλεοπτικού δικτύου Kurdistan24 τον τουρκικό στρατό να τις ελευθερώσει. «Θεού θέλοντος, η Τουρκία θα μας βοηθήσει να φύγουμε από εδώ και να πάμε στην Τουρκία», δήλωσε η Ουμ Μουσταφά, που είναι Γαλλίδα υπήκοος. Μια Ρωσίδα που κρατείται μαζί της πρόσθεσε: «Εάν ο τουρκικός στρατός έρθει εδώ, θα μπορέσω να φύγω και να συναντήσω τον άνδρα μου (σ.σ.: μέλος του Ισλαμικού Κράτους), που ξέρω καλά ότι βρίσκεται στην Τουρκία».

Με τελικό στόχο την προσάρτηση

Το τουρκικό κράτος έχει υπό τις εντολές του συνολικά 29 ένοπλες οργανώσεις τζιχαντιστών στην παράνομη εισβολή και κατοχή που πραγματοποιεί στη Βορειοανατολική Συρία. Oλες αυτές οι παραστρατιωτικές μονάδες συνιστούν τον λεγόμενο Συριακό Εθνικό Στρατό (Αλ Τζαΐς Αλ Ουατάνι Ας Σούρι). Σύμφωνα με το κουρδικό πρακτορείο ειδήσεων ANF, το τουρκικό κράτος αποσκοπεί στην αποκουρδοποίηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας, στην υπό τουρκική διοίκηση «ζώνης ασφαλείας» και στη συνέχεια στην προσάρτηση της περιοχής, όπως έπραξε το 1939 με τη σημερινή τουρκική επαρχία του Χατάι (Αντιόχεια – Αλεξανδρέττα), η οποία, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης, ήταν έδαφος της Συρίας, αποσχίστηκε ανακηρυσσόμενη ως ψευδοκράτος και μετά ενώθηκε με την Τουρκία. Αυτή ήταν και η πρώτη παραβίαση της Συνθήκης της Λωζάννης μόλις 17 χρόνια μετά την υπογραφή της.

Οι περισσότερες από τις 29 οργανώσεις που μάχονται υπό τουρκική σημαία προέρχονται από την Αλ Κάιντα και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Υπηρετούν και 2.000 πρώην μέλη του Ισλαμικού Κράτους. Στα στρατηγικά σημεία η Τουρκία τοποθετεί μονάδες μισθοφόρων που επανδρώνονται από Τουρκμένους. Οι Τουρκμένοι είναι τουρκική νομαδική φυλή που μετά τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έμειναν στη Βόρεια Συρία. Η Τουρκία τους θεωρεί μειονότητά της και από την αρχή του πολέμου φρόντισε να τους εξοπλίσει και να πληρώνει τους μισθούς τους.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο φύλλο 125 της «Νέας Σελίδας» που κυκλοφόρησε εκτάκτως το Σάββατο 26 Οκτωβρίου

Διαβάστε επίσης στη Νέα Σελίδα:

Ορατή εθνική απειλή το μεταναστευτικό