Ζητούν και τα ρέστα οι τραπεζίτες

Το κυβερνητικό σχέδιο και οι αντιδράσεις



9 Φεβρουαρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 6:48 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 7:21 μμ


  • Πρώτη δημοσίευση: 9/2/2019 18:48
  • Τελευταία ενημέρωση: 10/2/2019 19:00

Βασική επιδίωξη του οικονομικού επιτελείου, η απόλυτη προστασία των σπιτιών με αξία μέχρι και 150.000 ευρώ. Ιδιαίτερη σημασία έχει η υπαγωγή στη ρύθμιση και όσων δανειοληπτών έχουν την ιδιότητα του εμπόρου. Στον αντίποδα, ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός, σε κοινή γραμμή με τραπεζίτες, προωθεί διατάξεις που θα συνθλίψουν τους δανειολήπτες και θα ανοίξουν τον δρόμο στα κερδοσκοπικά fund

Του Άκη Καλογερά

[email protected]

Μεγάλη μάχη διεξάγεται τα τελευταία 24ωρα για τα κόκκινα δάνεια των τραπεζών, για τον τρόπο που θα προστατευτεί η πρώτη κατοικία, για το πώς θα διευθετηθούν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, πώς θα διευκολυνθούν υπερχρεωμένες επιχειρήσεις και νοικοκυριά, χωρίς συγχρόνως να κινδυνεύσουν οι τράπεζες.

Η κυβέρνηση είναι έτοιμη να παρουσιάσει το τελικό της σχέδιο για όλα τα παραπάνω. Μόνο που ορισμένες από τις διοικήσεις τραπεζών αλλά και ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM), στο όνομα των συμφωνηθέντων για την προστασία των τραπεζών, πιέζουν ώστε να συνθλιβούν οι δανειολήπτες, ακόμα κι αυτοί που εμφανώς έχουν καταστραφεί.

Σε αυτό το μπρα ντε φερ μεταξύ κυβέρνησης και τραπεζών εμφιλοχωρεί και το παιχνίδι της μικροπολιτικής, με την αξιωματική αντιπολίτευση και τον αρχηγό της να μιλούν δημοσίως για το συνολικό πρόβλημα των κόκκινων δανείων, επί της ουσίας όμως να εστιάζουν στα επιχειρηματικά κόκκινα δάνεια και όχι σε αυτά των φυσικών προσώπων.

Το κυβερνητικό σχέδιο και οι τραπεζικές αντιδράσεις 

Μόλις την προηγούμενη Κυριακή η «Νέα Σελίδα» έγραφε ότι ο SSM αλλάζει συνεχώς τους κανόνες που έχουν συμφωνηθεί, με αποτέλεσμα να προωθούνται λύσεις που δεν προστατεύουν ούτε τους δανειολήπτες αλλά ούτε και τις τράπεζες από κερδοσκοπικά funds που θέλουν να πάρουν τα κόκκινα δάνεια. Και σίγουρα δεν «προστατεύουν» την κυβέρνηση, που από την πρώτη στιγμή έχει «σημαία» την προστασία της λαϊκής κατοικίας αλλά και των πολιτών που βρέθηκαν όμηροι των τραπεζών στα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης.  

Όπως αναλυτικά θα διαβάσετε στις σελίδες 36-37, η κυβέρνηση επιθυμεί την απόλυτη προστασία της πρώτης (και μοναδικής) κατοικίας έως την εμπορική αξία των 150.000 ευρώ για άγαμο δανειολήπτη. Ιδιαίτερη αξία έχει επίσης το ότι το σχέδιο της κυβέρνησης (ως επέκταση των νόμων Κατσέλη και Σταθάκη) αυτή τη φορά περιλαμβάνει και όσους έχουν την ιδιότητα των εμπόρου, δηλαδή ιδιοκτήτες εταιρειών (ΕΠΕ, Ο.Ε., ατομικές κ.λπ.). Πρόκειται για εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρηματίες -ειδικά μικρομεσαίους- οι οποίοι δεν μπορούσαν με το προηγούμενο καθεστώς να σώσουν το σπίτι τους.  

Στο σχέδιο αυτό αντιδρούν και ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός και το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και διοικήσεις των τραπεζών. Επιθυμούν το όριο προστασίας της πρώτης κατοικίας να είναι κάτω από τα 100.000 ευρώ (εμπορική αξία) ώστε οι τράπεζες να μπορούν να εκβιάζουν τους δανειολήπτες που έχουν καταστραφεί ή έχουν ελάχιστες δυνατότητες να αποπληρώσουν τα δάνειά τους. Με τον τρόπο αυτό όμως οδηγούνται και οι τράπεζες στη μαζική πώληση των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους σε κερδοσκοπικά funds. Προτείνεται μέχρι και η διαχείριση των κόκκινων δανείων από funds, χωρίς όμως την εξαγορά τους. Κάτι που σημαίνει ότι το ρίσκο αυτό μένει στις τράπεζες, ενώ τα οφέλη στους διαχειριστές των δανείων.  

Αυτές οι επιδιώξεις έφεραν και το «ξέσπασμα» Δραγασάκη, ο οποίος τόνισε ότι είναι αναγκαίο να ρυθμιστούν τα κόκκινα δάνεια και για την προστασία των τραπεζών αλλά και για την απαλλαγή εκατοντάδων χιλιάδων δανειοληπτών από βάρη που αδυνατούν πλέον να σηκώσουν. 

 Σφυρίζουν αδιάφορα οι τραπεζίτες  

Τα κόκκινα δάνεια ήταν από την πρώτη στιγμή της χρεοκοπίας του ελληνικού κράτους ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπιστούν. Η αναφορά από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και υπουργό Οικονομίας και Ανάπτυξης στην πιθανότητα εξεύρεσης «νέων κεφαλαίων» από τις τράπεζες στάθηκε η αφορμή για να γίνει εκμετάλλευση και να αρχίσει μια παραφιλολογία -στα όρια της τρομοκράτησης- περί ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Τόσο ο Γιάννης Δραγασάκης όσο και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος εξήγησαν ότι προσπάθεια της κυβέρνησης είναι να βρεθεί η βέλτιστη λύση για δανειολήπτες και τράπεζες.  

Η κυβέρνηση ζητά και από τις τράπεζες να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Κι αυτό γιατί πρέπει να κλείσει ο φαύλος κύκλος και για την αγορά. Η παραμονή εκατοντάδων χιλιάδων μικρών ή μεγαλύτερων επιχειρήσεων και νοικοκυριών στο καθεστώς του υπερχρεωμένου (κοινώς, του για μια ζωή οικονομικά αιχμάλωτου) δεν βοηθά γενικότερα την οικονομία ούτε και τις ίδιες τις τράπεζες. Αυτό τον γόρδιο δεσμό επιδιώκει να λύσει η κυβέρνηση με το σχέδιο που θα παρουσιάσει τις επόμενες μέρες. Στο Μέγαρο Μαξίμου επικρατεί η άποψη ότι δεν πρέπει να υπάρξει υπαναχώρηση από το βασικό σχέδιο ούτε και στα βασικά χαρακτηριστικά του (150.000 ευρώ εμπορική αξία κ.λπ.). Μένει να δούμε ποια θα είναι η αντίδραση των διοικήσεων τραπεζών και του SSM, όπως και της Τράπεζας της Ελλάδος. 

 Ένα έγκλημα από το παρελθόν 

Οι τράπεζες στην Ελλάδα ανακεφαλαιοποιήθηκαν με κρατικό χρήμα (των φορολογουμένων) και η επιβάρυνση αυτή πέρασε στο χρέος. Τα δύο πρώτα μνημόνια φόρτωσαν τους Ελληνες πολίτες με 33,8 δισ. ευρώ μόνο για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Η διαχείριση των κόκκινων δανείων όμως καθυστέρησε υπερβολικά. Εξαιτίας αυτού, μάλιστα, έπεσαν δύο κυβερνήσεις από τα ίδια τα κόμματα που τις στήριξαν. Οταν ο Γιώργος Παπανδρέου τόλμησε να θέσει το ζήτημα στην κυβέρνησή του -λόγω των πιέσεων των δανειστών για τη μη εφαρμογή του μνημονίου-, το ίδιο του το κόμμα τον εκδίωξε με πρόσχημα το δημοψήφισμα που δεν έγινε ποτέ. Χωρίς να απαλλάσσεται από τις συνολικές ευθύνες του, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου είχε ήδη ψηφίσει τον νόμο Κατσέλη, ο οποίος προστατεύει μέχρι σήμερα μεγάλο μέρος της πρώτης κατοικίας.  

Το θέμα των κόκκινων δανείων απασχόλησε κατεξοχήν την κυβέρνηση Παπαδήμου, με τον τότε βασικό σύμβουλο του πρωθυπουργού Γκίκα Χαρδούβελη να ασχολείται με τη διαχείρισή του. Ομως η βιασύνη του Αντώνη Σαμαρά να γίνει πρωθυπουργός οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης Παπαδήμου, με αποτέλεσμα και πάλι το όλο ζήτημα να παραπεμφθεί στις καλένδες. Η πτώση της κυβέρνησης Παπαδήμου ήρθε σε μια ώρα που η χώρα κινδύνευσε με Grexit. Κάτι που αποκάλυψε ο πρώην επικεφαλής του Euroworking Group Αυστριακός Τόμας Βίζερ.  

Ετσι, η κυβέρνηση Τσίπρα, εκτός όλων των άλλων, έπρεπε να βρει λύση και γι’ αυτό το θέμα, το οποίο με τα χρόνια διογκώθηκε. Η διαχείριση των κόκκινων δανείων άρχισε να προχωρά με τρόπο δραστικό από το τέλος του 2016 και μετά. Το ύψος των κόκκινων δανείων τον Δεκέμβριο του 2014 ήταν 97,7 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά περίπου 45 δισ. από τον Δεκέμβριο του 2011, που ήταν 52,3 δισ. ευρώ. Τα κόκκινα δάνεια, σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία, τον Σεπτέμβριο του 2018 ανέρχονταν στα 84,7 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 13 δισ. από τη στιγμή που την ευθύνη για τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ. 

Το κυβερνητικό σχέδιο και οι τραπεζικές αντιδράσεις 

Μόλις την προηγούμενη Κυριακή η «Νέα Σελίδα» έγραφε ότι ο SSM αλλάζει συνεχώς τους κανόνες που έχουν συμφωνηθεί, με αποτέλεσμα να προωθούνται λύσεις που δεν προστατεύουν ούτε τους δανειολήπτες αλλά ούτε και τις τράπεζες από κερδοσκοπικά funds που θέλουν να πάρουν τα κόκκινα δάνεια. Και σίγουρα δεν «προστατεύουν» την κυβέρνηση, που από την πρώτη στιγμή έχει «σημαία» την προστασία της λαϊκής κατοικίας αλλά και των πολιτών που βρέθηκαν όμηροι των τραπεζών στα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης.  

Οπως αναλυτικά θα διαβάσετε στις σελίδες 36-37, η κυβέρνηση επιθυμεί την απόλυτη προστασία της πρώτης (και μοναδικής) κατοικίας έως την εμπορική αξία των 150.000 ευρώ για άγαμο δανειολήπτη. Ιδιαίτερη αξία έχει επίσης το ότι το σχέδιο της κυβέρνησης (ως επέκταση των νόμων Κατσέλη και Σταθάκη) αυτή τη φορά περιλαμβάνει και όσους έχουν την ιδιότητα των εμπόρου, δηλαδή ιδιοκτήτες εταιρειών (ΕΠΕ, Ο.Ε., ατομικές κ.λπ.). Πρόκειται για εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρηματίες -ειδικά μικρομεσαίους- οι οποίοι δεν μπορούσαν με το προηγούμενο καθεστώς να σώσουν το σπίτι τους.  

Στο σχέδιο αυτό αντιδρούν και ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός και το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και διοικήσεις των τραπεζών. Επιθυμούν το όριο προστασίας της πρώτης κατοικίας να είναι κάτω από τα 100.000 ευρώ (εμπορική αξία) ώστε οι τράπεζες να μπορούν να εκβιάζουν τους δανειολήπτες που έχουν καταστραφεί ή έχουν ελάχιστες δυνατότητες να αποπληρώσουν τα δάνειά τους. Με τον τρόπο αυτό όμως οδηγούνται και οι τράπεζες στη μαζική πώληση των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους σε κερδοσκοπικά funds. Προτείνεται μέχρι και η διαχείριση των κόκκινων δανείων από funds, χωρίς όμως την εξαγορά τους. Κάτι που σημαίνει ότι το ρίσκο αυτό μένει στις τράπεζες, ενώ τα οφέλη στους διαχειριστές των δανείων.  

Αυτές οι επιδιώξεις έφεραν και το «ξέσπασμα» Δραγασάκη, ο οποίος τόνισε ότι είναι αναγκαίο να ρυθμιστούν τα κόκκινα δάνεια και για την προστασία των τραπεζών αλλά και για την απαλλαγή εκατοντάδων χιλιάδων δανειοληπτών από βάρη που αδυνατούν πλέον να σηκώσουν. 

 Σφυρίζουν αδιάφορα οι τραπεζίτες  

Τα κόκκινα δάνεια ήταν από την πρώτη στιγμή της χρεοκοπίας του ελληνικού κράτους ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπιστούν. Η αναφορά από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και υπουργό Οικονομίας και Ανάπτυξης στην πιθανότητα εξεύρεσης «νέων κεφαλαίων» από τις τράπεζες στάθηκε η αφορμή για να γίνει εκμετάλλευση και να αρχίσει μια παραφιλολογία -στα όρια της τρομοκράτησης- περί ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Τόσο ο Γιάννης Δραγασάκης όσο και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος εξήγησαν ότι προσπάθεια της κυβέρνησης είναι να βρεθεί η βέλτιστη λύση για δανειολήπτες και τράπεζες.  

Η κυβέρνηση ζητά και από τις τράπεζες να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Κι αυτό γιατί πρέπει να κλείσει ο φαύλος κύκλος και για την αγορά. Η παραμονή εκατοντάδων χιλιάδων μικρών ή μεγαλύτερων επιχειρήσεων και νοικοκυριών στο καθεστώς του υπερχρεωμένου (κοινώς, του για μια ζωή οικονομικά αιχμάλωτου) δεν βοηθά γενικότερα την οικονομία ούτε και τις ίδιες τις τράπεζες. Αυτό τον γόρδιο δεσμό επιδιώκει να λύσει η κυβέρνηση με το σχέδιο που θα παρουσιάσει τις επόμενες μέρες. Στο Μέγαρο Μαξίμου επικρατεί η άποψη ότι δεν πρέπει να υπάρξει υπαναχώρηση από το βασικό σχέδιο ούτε και στα βασικά χαρακτηριστικά του (150.000 ευρώ εμπορική αξία κ.λπ.). Μένει να δούμε ποια θα είναι η αντίδραση των διοικήσεων τραπεζών και του SSM, όπως και της Τράπεζας της Ελλάδος. 

 Ενα έγκλημα από το παρελθόν 

Οι τράπεζες στην Ελλάδα ανακεφαλαιοποιήθηκαν με κρατικό χρήμα (των φορολογουμένων) και η επιβάρυνση αυτή πέρασε στο χρέος. Τα δύο πρώτα μνημόνια φόρτωσαν τους Ελληνες πολίτες με 33,8 δισ. ευρώ μόνο για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Η διαχείριση των κόκκινων δανείων όμως καθυστέρησε υπερβολικά. Εξαιτίας αυτού, μάλιστα, έπεσαν δύο κυβερνήσεις από τα ίδια τα κόμματα που τις στήριξαν. Οταν ο Γιώργος Παπανδρέου τόλμησε να θέσει το ζήτημα στην κυβέρνησή του -λόγω των πιέσεων των δανειστών για τη μη εφαρμογή του μνημονίου-, το ίδιο του το κόμμα τον εκδίωξε με πρόσχημα το δημοψήφισμα που δεν έγινε ποτέ. Χωρίς να απαλλάσσεται από τις συνολικές ευθύνες του, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου είχε ήδη ψηφίσει τον νόμο Κατσέλη, ο οποίος προστατεύει μέχρι σήμερα μεγάλο μέρος της πρώτης κατοικίας.  

Το θέμα των κόκκινων δανείων απασχόλησε κατεξοχήν την κυβέρνηση Παπαδήμου, με τον τότε βασικό σύμβουλο του πρωθυπουργού Γκίκα Χαρδούβελη να ασχολείται με τη διαχείρισή του. Όμως η βιασύνη του Αντώνη Σαμαρά να γίνει πρωθυπουργός οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης Παπαδήμου, με αποτέλεσμα και πάλι το όλο ζήτημα να παραπεμφθεί στις καλένδες. Η πτώση της κυβέρνησης Παπαδήμου ήρθε σε μια ώρα που η χώρα κινδύνευσε με Grexit. Κάτι που αποκάλυψε ο πρώην επικεφαλής του Euroworking Group Αυστριακός Τόμας Βίζερ.  

Έτσι, η κυβέρνηση Τσίπρα, εκτός όλων των άλλων, έπρεπε να βρει λύση και γι’ αυτό το θέμα, το οποίο με τα χρόνια διογκώθηκε. Η διαχείριση των κόκκινων δανείων άρχισε να προχωρά με τρόπο δραστικό από το τέλος του 2016 και μετά. Το ύψος των κόκκινων δανείων τον Δεκέμβριο του 2014 ήταν 97,7 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά περίπου 45 δισ. από τον Δεκέμβριο του 2011, που ήταν 52,3 δισ. ευρώ. Τα κόκκινα δάνεια, σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία, τον Σεπτέμβριο του 2018 ανέρχονταν στα 84,7 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 13 δισ. από τη στιγμή που την ευθύνη για τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ. 

Δημοσιεύτηκε στη «Νέα Σελίδα» στις 10/2/2019

 

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα:

Διαβάστε στη «Νέα Σελίδα» που κυκλοφορεί την Κυριακή 10/2