Έρευνα – σοκ: 4.500 βιασμοί κάθε χρόνο στην Ελλάδα

Στοιχεία- σοκ για ένα διαρκές έγκλημα που παραμένει στη σκιά



7 Ιανουαρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 2:12 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 3:29 μμ


Μόλις 1 στα 22 περιστατικά καταγγέλλεται στις Αρχές, με αποτέλεσμα οι δράστες να μένουν ατιμώρητοι. Η ντροπή και ο φόβος κάνουν τις περισσότερες γυναίκες να κρατούν το στόμα τους κλειστό. Σύμφωνα με έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, στην ΕΕ 1 στις 20 γυναίκες άνω των 15 ετών έχει βιαστεί, ενώ 1 στις 10 έχει υποστεί κάποιας μορφής σεξουαλική βία

Της Δήμητρας Τριανταφύλλου | [email protected]

Μπορεί ουκ ολίγες υποθέσεις βιασμών και σεξουαλικής κακοποίησης να έχουν δει το φως της δημοσιότητας, συγκλονίζοντας το πανελλήνιο με τις ανατριχιαστικές τους λεπτομέρειες, στην πραγματικότητα, ωστόσο, δεν αποτελούν παρά ελάχιστο κλάσμα σε σχέση με όσες διαπράττονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα. Όσο απίστευτο και να φαντάζει, υπολογίζεται μόνο ένας στους 22 βιασμούς καταγγέλλεται στη χώρα μας, με αποτέλεσμα οι δράστες να αφήνονται ατιμώρητοι και να συνεχίζουν την αποτρόπαιη δράση τους. Οι βιασμοί στην Ελλάδα, όπως αναφέρουν οι άνθρωποι που ασχολούνται με το θέμα, παραμένουν ένα μη ιχνηλατημένο κομμάτι, αφού μια σειρά από εμπόδια και παραλείψεις εμποδίζουν τα θύματα να βρουν τη δικαίωση. Παράλληλα, η ντροπή και ο φόβος αποτελούν από τους βασικότερους παράγοντες που κάνουν τις περισσότερες γυναίκες να κρατούν το στόμα τους κλειστό και να βιώνουν και πάλι σε κάποια φάση της ζωής τους τον ίδιο εφιάλτη.

Οι πραγματικές διαστάσεις του εγκλήματος παραμένουν στο σκοτάδι, καθώς στη χώρα μας εκτιμάται ότι κάθε χρόνο σημειώνονται 4.500 βιασμοί. Παρ’ όλα αυτά, μόνο 200 καταγγέλλονται στις Αρχές, γι’ αυτό και στην Ελλάδα έχουμε έναν από τους χαμηλότερους δείκτες καταγεγραμμένων βιασμών στην Ευρώπη. Στη Σουηδία, χώρα με αντίστοιχο πληθυσμό, δηλώνονται περίπου 5.500 βιασμοί ετησίως. Δυστυχώς, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, οι περιπτώσεις καταγγελλόμενων περιστατικών σεξουαλικής βίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση αυξήθηκαν το 2016 κατά 8% σε σχέση με το 2015, ενώ από τις αρχές του 2013 έως το 2016 η άνοδος έφτασε το 26%. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, στην ΕΕ μία στις 20 γυναίκες άνω των 15 ετών έχει βιαστεί, ενώ μία στις 10 έχει υποστεί κάποιας μορφής σεξουαλική βία.

Όσον αφορά στους παράγοντες που αποτρέπουν τις Ελληνίδες να καταγγείλουν τους βιασμούς που υφίστανται, οι ειδικοί είναι αποκαλυπτικοί. Όπως λέει στη «Νέα Σελίδα» η Σίσσυ Βωβού, μέλος της φεμινιστικής συλλογικότητας «Το Μωβ» και από τις βασικές υπεύθυνες της φεμινιστικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το 2015, το πρόβλημα δεν έγκειται τόσο στη νομοθεσία. Μάλιστα, ο νόμος του 1986 για τον βιασμό θεωρείται επαρκής σε γενικές γραμμές, αν και χρειάζεται επικαιροποίηση, ενώ άκρως θετική ήταν και η αναγνώριση το 2006, με πρωτοβουλία του Προκόπη Παυλόπουλου, της ύπαρξης βιασμού μέσα στον γάμο.

« Απ’ όσους βιασμούς συμβαίνουν, στην πραγματικότητα μόνο ένα 10% καταλήγει στο ακροατήριο » λέει στην «Νέα Σελίδα» η Σίσσυ Βωβού, μέλος της φεμινιστικής συλλογικότητας «Το Μωβ» και από τις βασικές υπεύθυνες της φεμινιστικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το 2015

«Οι βιασμοί δύσκολα καταγγέλλονται, γιατί, ανάμεσα σε άλλα, δύσκολα τα θύματα βρίσκουν δικαίωση. Απ’ όσους συμβαίνουν, στην πραγματικότητα μόνο ένα 10% καταλήγει στο ακροατήριο. Υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι γι’ αυτό. Πρώτον, η στάση που κρατούν οι δικαστές, δεύτερον, η συνολική κοινωνική νοοτροπία και, τρίτον, η στοχοποίηση των γυναικών αντί των βιαστών», λέει η κυρία Βωβού στη «Νέα Σελίδα». Σε ό,τι αφορά στην κοινωνική νοοτροπία και τη στοχοποίηση των γυναικών, η ίδια αναφέρει την περίπτωση της Ελένης Τοπαλούδη και τα ερωτήματα του Τύπου που ήθελαν την κοπέλα να έχει μερίδιο ευθύνης για ό,τι συνέβη: «Τι ήθελε μια νεαρή κοπέλα σε ένα αυτοκίνητο με δύο αγόρια; Τι περίμενε; Δεν το φανταζόταν ότι μπορεί να συνέβαινε κάτι κακό;»…

Ο φόβος των αποκαλύψεων στο δικαστήριο

Σημαντικό ρόλο παίζει παράλληλα και ο φόβος αρκετών γυναικών για όσα θα ακουστούν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, καθώς οι δικαστές θα πρέπει να υποβάλουν τα θύματα σε σκληρά ερωτήματα. «Οι περισσότερες γυναίκες που έχουν υποστεί βιασμό φοβούνται την ταπείνωση που θα υποστούν στο δικαστήριο, γιατί πρόκειται για εξευτελιστική διαδικασία. Συχνά δικαστές και εισαγγελείς κάνουν ερωτήσεις όπως “τι γύρευες τέτοια ώρα με έναν άντρα εκεί;” κ.λπ.», λέει στη «Νέα Σελίδα» η Σίσσυ Βωβού και συμπληρώνει: «Να σας δώσω ένα παράδειγμα κακής δίκης που έγινε τον Ιανουάριο του 2018 με κατηγορούμενο έναν άντρα που βοηθούσε ως εθελοντής σε ένα θρησκευτικό ίδρυμα στο οποίο έμεναν παιδιά που είχαν αφαιρεθεί από τις οικογένειές τους. Μια από τις εργασίες με τις οποίες είχε επιφορτιστεί ήταν να συνοδεύει ένα 13χρονο κοριτσάκι στο σχολείο. Τελικά, αφού το παρενόχλησε σεξουαλικά, στη συνέχεια το βίασε. Και, μάλιστα, το κορίτσι δεν το κατήγγειλε. Την αλήθεια την εκμαίευσαν δύο καθηγήτριές του στο σχολείο, οι οποίες κατάλαβαν ότι το παιδί δεν ήταν καλά. Μόλις έμαθαν τι είχε συμβεί στη μικρή, φώναξαν αμέσως τον Συνήγορο του Παιδιού, ο οποίος κίνησε την καταγγελία.

Την ίδια στιγμή όμως οι δικηγόροι του κατηγορούμενου άρχισαν να απειλούν τις δασκάλες με μηνύσεις για συκοφαντική δυσφήμηση. Το κοριτσάκι με τη σειρά του αντιμετώπισε δυσπιστία από τους δικαστές με ερωτήσεις όπως “γιατί δεν το κατήγγειλες;”, κι εκείνη απαντούσε: “Γιατί δεν θα με πίστευαν”. Οι μάρτυρες υπεράσπισης του άντρα άρχισαν να κατηγορούν τη μικρή ως μυθομανή ή ότι τα έκανε όλα αυτά για να τραβήξει την προσοχή. Μια υπεύθυνη καλόγρια στο ίδρυμα ήταν ο βασικός μάρτυρας υπεράσπισης του άντρα, αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι το έκανε για να μην κακολογηθεί το ίδρυμα.
Τελικά, η ποινή του ήταν μόλις τρία χρόνια με αναστολή».

Ένα θετικό βήμα στην κατεύθυνση της αντιμετώπισης των βιασμών στην Ελλάδα ήταν η επικύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης τον Μάρτιο του 2018. Πρόκειται για την απόφαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας. Σύμφωνα με αυτή, η Γενική Γραμματεία Ισότητας Φύλων (ΓΓΙΦ) της Ελλάδας πρέπει να δημιουργήσει ένα Παρατηρητήριο για την καταγραφή και την παρακολούθηση των εξελίξεων στον χώρο της βίας κατά των γυναικών και της έμφυλης βίας.

Πάντως, η κυρία Βωβού μας είπε ότι ένα από τα πιο σημαντικά αλλά και συγκινητικά πράγματα που άκουσε πρόσφατα για τους βιασμούς στην Ελλάδα ήρθε από τα χείλη του Ιωάννη Τοπαλούδη, πατέρα της 21χρονης φοιτήτριας που δολοφονήθηκε στη Ρόδο, με τον οποίο συνυπήρξε σε πάνελ στην κρατική τηλεόραση. Εκεί ο πατέρας του θύματος δήλωσε: «Αυτό που μπορώ να προσφέρω στη μνήμη της κόρης μου είναι να βοηθήσω να εξαρθρωθούν τα δίκτυα των βιαστών που διαπράττουν αυτά τα εγκλήματα απέναντι σε αυτές τις κοπέλες στη Ρόδο».

ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Μόνο 8 στις 31 χώρες έχουν εκσυγχρονίσει τη νομοθεσία τους κατά της μάστιγας

Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, από τις 31 ευρωπαϊκές χώρες μόνο οκτώ έχουν νόμους που ορίζουν ως βιασμό το σεξ χωρίς συγκατάθεση. Οι υπόλοιπες έχουν δομήσει τους νόμους τους με βάση τη βία, την απειλή βίας, τον εξαναγκασμό ή την αδυναμία υπεράσπισης του εαυτού. Παρ’ όλα αυτά, φέτος η Ισλανδία και η Σουηδία έγιναν η έβδομη και η όγδοη χώρα αντίστοιχα στην Ευρώπη που όρισαν τον βιασμό βάσει της έλλειψης συγκατάθεσης – αυτό, δηλαδή, που ζητούν και οι φεμινιστικές οργανώσεις στην Ελλάδα: να υπάρχει δηλωμένο «ναι» για τη σεξουαλική πράξη.

Στην Ελλάδα, η υποβολή της μήνυσης για βιασμό συνιστάται να γίνεται εντός 72 ωρών από το γεγονός, μια και τα σημάδια βίας στα γεννητικά όργανα αλλοιώνονται γρήγορα, ενώ το θύμα πρέπει να ζητά ιατροδικαστική εξέταση ώστε να ανιχνεύεται άμεσα τυχόν γενετικό υλικό του δράστη. Όταν, βέβαια, φτάνει η ώρα της δίκης, κατά κανόνα η πλευρά του δράστη υποστηρίζει ότι η πράξη έγινε συναινετικά, ειδικά αν δεν βρεθούν σημάδια πάλης ή βίας στα γεννητικά όργανα. Έχει σημασία, πάντως, ότι πολλά θύματα δεν φέρουν σημάδια πάλης επειδή δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν. Πρόκειται για τη λεγόμενη συνθήκη της τονικής ακινησίας, κατά την οποία το θύμα εισέρχεται σε κατάσταση προσωρινής παράλυσης.

«Δυστυχώς, είναι αρκετές οι περιπτώσεις γυναικών που δηλώνουν ότι έχουν πέσει θύματα βιασμού και δεν το ανέφεραν ούτε στις Αρχές ούτε καν πολλές φορές στις οικογένειές τους. Ετσι, οι βιαστές, συνεχίζουν ατιμώρητοι, επαναλαμβάνοντας πιθανώς την εγκληματική δραστηριότητά τους με λιγότερους πια ενδοιασμούς, καθώς αντιλαμβάνονται την ατιμωρησία ως ελευθερία δράσης. Στο παραπάνω πρόβλημα πρέπει να προσθέσουμε και τις περιπτώσεις των συγγενικών εγκλημάτων, όπως η κατάχρηση σε ασέλγεια, η αποπλάνηση ανηλίκων κ.λπ., που επίσης συμβαίνουν συχνά χωρίς να καταγγέλλονται», αναφέρει στη «Νέα Σελίδα» o ποινικολόγος Θοδωρής Καραγιάννης και τονίζει: «Ο λόγος είναι διττός. Αφενός, τα θύματα δεν μπορούν να σηκώσουν το ψυχολογικό βάρος της διαδικασίας και της γνωστοποίησης σε έναν κύκλο ανθρώπων, είτε πρόκειται για τις Αρχές και τους εμπλεκόμενους στην ποινική διαδικασία φορείς είτε, ακόμα χειρότερα, για το οικογενειακό – φιλικό περιβάλλον ή ακόμα και για την περαιτέρω δημοσιότητα στα ΜΜΕ. Αφετέρου, η απόδειξη τέλεσης ενός βιασμού είναι μια δύσκολη διαδικασία, κατά την οποία μπορεί συχνά να προκύψει αδυναμία εύρεσης επαρκών αποδεικτικών μέσων».

«Δυστυχώς, είναι αρκετές οι περιπτώσεις γυναικών που δηλώνουν ότι έχουν πέσει θύματα βιασμού και δεν το ανέφεραν ούτε στις Αρχές ούτε καν πολλές φορές στις οικογένειές τους» εξηγεί ο ποινικολόγος Θοδωρής Καραγιάννης

«Με δεμένα χέρια»

Σύμφωνα, πάντως, με τον κ. Καραγιάννη, για να αντιληφθούμε το ζήτημα σωστά πρέπει να κατανοήσουμε ότι βιασμός θεωρείται και όταν κάποιος μέσα από απειλές ή κάθε είδους βία «παρακάμπτει» την πραγματική βούληση του θύματος και το αναγκάζει μέσα από απειλές να προβεί ή να ανεχτεί σεξουαλικές πράξεις ίσης σημασίας με αυτή της κλασικής συνουσίας. «Άμεση συνέπεια, λοιπόν, των ανωτέρω είναι να μην φτάνει στις δικαστικές αίθουσες μεγάλο μέρος των περιπτώσεων βιασμών και συγγενικών εγκλημάτων, κάτι που κρατάει τα χέρια των δικαστών “δεμένα”. Για να παγιωθεί επομένως στη νοοτροπία της κοινωνίας η άμεση καταγγελία των βιασμών θα πρέπει καταρχάς να αλλάξει η ίδια, όπως και η αντιμετώπιση του κόσμου απέναντι στα θύματα βιασμών, καθώς και να λειτουργούν ορθά προγράμματα ψυχολογικής στήριξης που θα βοηθούν τα θύματα να σταθούν στα πόδια τους και θα ενισχύουν την καταγγελία. Η επιτάχυνση των δικαστικών διαδικασιών είναι επίσης ένα σημαντικό κομμάτι που χρειάζεται άμεσες διορθώσεις», καταλήγει ο Θοδωρής Καραγιάννης.

*Δημοσιεύτηκε  στο φύλλο 83 της Κυριακάτικης εφημερίδας “Νέα Σελίδα” στις 05/01/2019