Ανάλυση: Το Δίκαιο της θάλασσας και η ΑΟΖ – Κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας η επέκταση στα 12 μίλια

Πώς το δεδικασμένο μπορεί να εκθέσει παγκοσμίως την Τουρκία με το casus belli



26 Αυγούστου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 10:52 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 10:57 μμ


Τα πρόσφατα δεδομένα με αφορμή τις προκλήσεις της Τουρκίας ως προς την ΑΟΖ της Κύπρου αλλά και η προκλητική ρητορική της Άγκυρας κατά της Ελλάδας σε επίπεδο Προέδρου και αξιωματούχων της γείτονος επιβάλλουν λόγω της «διαμορφούμενης κατάστασης» την ανάδειξη των νομικών δεδομένων που η Άγκυρα παραβιάζει και με ιταμό τρόπο προκαλεί.

Του Πέτρου Ι. Μηλιαράκη*

Επειδή η κοινή γνώμη αγνοεί τα νομικά δεδομένα που αποδεικνύουν τις παραβιάσεις και τις προκλήσεις της Τουρκίας, χρήσιμο είναι να υπάρξει αυτή η ενημέρωση με ένα κείμενο συνοπτικό που θα βάζει τα πράγματα στη θέση τους και κυρίως θα ενημερώνει. Ως εκ τούτου, ο αναγνώστης με υπομονή μπορεί να εστιάσει την προσοχή του στα παρακάτω, ανταποκρινόμενος στο καθήκον της ενημέρωσης που επιδιώκει το παρόν κείμενο.

Κρίσιμα ζητήματα εγείρονται αναφορικά με την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη σε σχέση με τα εθνικά ελληνικά ζητήματα που εστιάζονται στον όρο, το περιεχόμενο και το οικονομικό μέλλον της πλουτοπαραγωγικής αυτής πηγής. Με τη συνθήκη του Montego Bay της Ιαμαϊκής κωδικοποιήθηκε το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας σε νέο συμβατικό κείμενο υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Αποτελείται από 320 άρθρα και 9 παραρτήματα. Δηλαδή, αναφέρομαι σε μακροσκελέστατο κείμενο. Το συμβατικό αυτό κείμενο υιοθετήθηκε με μεγάλη πλειοψηφία, ενώ καταψηφίστηκε από τέσσερα κράτη: τις ΗΠΑ, το Ισραήλ, την Τουρκία και τη Βενεζουέλα. Αξίζει να σημειωθεί ότι αποχή δήλωσαν η τότε Σοβιετική Ένωση με τους δορυφόρους τού τότε Ανατολικού Μπλοκ και το Βέλγιο, η Ιταλία, η Ισπανία, το Λουξεμβούργο, οι Κάτω Χώρες, η τότε Δυτική Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ταϊλάνδη.

Σημειωτέον ότι η πρόνοια ήταν (βλ. άρθρο 308) να τεθεί η σύμβαση σε ισχύ με την παρέλευση ενός έτους από την επικύρωσή της από 60 κράτη. (Υπόψη, προς αποφυγή λαθών ορολογίας, ότι οι διεθνείς συμβάσεις επικυρώνονται στο διεθνές πεδίο και κυρώνονται στην εσωτερική έννομη τάξη. Κατά τούτο δε σφάλει το Ελληνικό Σύνταγμα, όπως υποστηρίζεται ομοφώνως στην επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου.)

Tα ιστορικά δεδομένα

Οι βασικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας έχουν τη ρίζα τους στο εθιμικό Διεθνές Δίκαιο και διαμορφώθηκαν κυρίως από την πρακτική των μεγάλων ναυτικών κρατών. Οι βασικές αυτές αρχές αφορούν:

α) Στην αρχή της Ελευθερίας της Ανοιχτής Θάλασσας, όπου γίνεται παγίως δεκτό ότι η θάλασσα που βρίσκεται πέρα από την αιγιαλίτιδα ζώνη είναι ελεύθερη για όλα τα κράτη. Εδώ σημειώνω ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να ασκεί κυριαρχία στην ανοιχτή θάλασσα. Όμως πράξεις εξουσίας είναι επιτρεπτές μόνο σε πλοία που φέρουν τη σημαία του.

β) Στην αρχή της Πλήρους Κυριαρχίας στην Αιγιαλίτιδα Ζώνη ή στα Χωρικά Ύδατα. Η αρχή αυτή καθιερώθηκε πρωτίστως για λόγους άμυνας και ασφάλειας των παράκτιων κρατών. Αξιοσημείωτο είναι ότι το εύρος-πλάτος της χωρικής θάλασσας αποτελούσε συνάρτηση του βεληνεκούς των επάκτιων πυροβόλων που είχαν βεληνεκές τρία ναυτικά μίλια. Το πλάτος αυτό αργότερα επεκτάθηκε σε έξι και στη συνέχεια σε δώδεκα ναυτικά μίλια. Αξιοσημείωτο δε είναι ότι μερικά κράτη της Νότιας Αμερικής «υποστήριξαν» και τα διακόσια ακόμη ναυτικά μίλια. (Ειδικότερα για τη χώρα μας θα πρέπει να επισημειωθεί ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές ρυθμίσεις: η μια αφορά στη χωρική θάλασσα που είναι στα έξι ναυτικά μίλια και η άλλη στον εναέριο χώρο που είναι στα δέκα ναυτικά μίλια. Η πρώτη ως ρύθμιση έλαβε χώρα το 1936 και η δεύτερη το 1931.)

γ) Στην αρχή της Αβλαβούς Διέλευσης μέσα από τη Χωρική Θάλασσα (Innocent passage). Σύμφωνα με την αρχή αυτή, διευκολύνεται η διεθνής ναυσιπλοΐα. Με βάση την αρχή αυτή γίνεται δεκτό ότι κάθε ξένο πλοίο, είτε αυτό είναι εμπορικό είτε αυτό είναι πολεμικό, έχει το δικαίωμα της αβλαβούς διέλευσης από τα χωρικά ύδατα άλλων κρατών χωρίς να προσβάλλεται η κυριαρχία του παράκτιου κράτους. Μερικά κράτη (σε αυτό συμπεριλαμβάνεται και η Τουρκία) αποδέχονται το δικαίωμα της αβλαβούς διέλευσης. Απαιτούν όμως για τη διέλευση αυτή να προηγείται γνωστοποίηση ή άδεια. Ενταύθα, στο πλαίσιο της αρχής της Αμοιβαιότητας θα πρέπει και η Ελλάδα να απαιτεί τέτοιες άδειες και γνωστοποιήσεις σε όσα κράτη της διεθνούς κοινότητας απαιτούν αντίστοιχη ενημέρωση. Ωστόσο, η αβλαβής διέλευση δεν είναι αυθαίρετη, καθόσον θα πρέπει να ακολουθείται πάντοτε η συντομότερη οδός, να μην γίνονται διακοπές ως προς τον εκάστοτε πλου, όπως δεν πρέπει να γίνονται και άσκοπες περιπλανήσεις. Δηλαδή, η αρχή της Αβλαβούς Διέλευσης δεν είναι δεκτική προκλήσεων. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι τα υποβρύχια και τα άλλα βαθυσκάφη έχουν την υποχρέωση της διέλευσης εν αναδύσει και όχι εν καταδύσει.

Τι καθόρισαν οι συμβάσεις

Τα προαναφερόμενα που αφορούν στο εθιμικό κυρίως Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας είχαν κωδικοποιηθεί με τις συμβάσεις της Γενεύης του 1958, όπου κωδικοποιούνται για πρώτη φορά η σύμβαση για τη Χωρική Θάλασσα και τη Συνορεύουσα Ζώνη, η σύμβαση για την Ανοιχτή Θάλασσα, η σύμβαση για την Υφαλοκρηπίδα και η σύμβαση για την Αλιεία και την Προστασία των Βιολογικών Πόρων στην Ανοιχτή Θάλασσα. Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, παρατηρούνται τα παρακάτω:

1) Ως προς τη χωρική θάλασσα (αιγιαλίτιδα ζώνη) και τη συνορεύουσα ζώνη ιδρύεται η κυριαρχία του κράτους. Με την έμμεση όμως καθιέρωση της αρχής μη επέκτασης πέραν των δώδεκα ναυτικών μιλίων (βλ. άρθρο 24 παρ. 2), των χωρικών υδάτων, με συνέπεια να μην υπάρξει ενιαίος κανόνας ως προς το πλάτος της αιγιαλίτιδας ζώνης για όλα τα κράτη. Ενταύθα, πρέπει να σημειωθεί ότι συμβιβαστική λύση είχε προταθεί από τις ΗΠΑ και τον Καναδά με βάση τον κανόνα έξι συν έξι ναυτικά μίλια. Δηλαδή, έξι μίλια αιγιαλίτιδας ζώνης και έξι μίλια αλιευτικής ζώνης – πράγματα όμως που τελικώς δεν έγιναν δεκτά. (Η συνορεύουσα ζώνη παγίως αφορά σε άσκηση τελωνειακών, φορολογικών και υγειονομικών ελέγχων.)

2) Ως προς την ανοιχτή θάλασσα, η σύμβαση της Γενεύης καθιέρωσε την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, της αλιείας, της τοποθέτησης υποβρύχιων καλωδίων και σωληναγωγών καθώς και την ελευθερία των υπερπτήσεων. Μάλιστα, οι προαναφερόμενες ελευθερίες είναι ενδεικτικές, καθόσον σε αυτές εθιμικώς προστίθενται η ελευθερία της επιστημονικής έρευνας στην ανοιχτή θάλασσα και η ελευθερία τέλεσης των ναυτικών γυμνασίων.

3) Ως προς την υφαλοκρηπίδα, η σύμβαση της Γενεύης καθιέρωσε (για πρώτη φορά) και την έννοια-θεσμό της υφαλοκρηπίδας. Τυποποίησε έτσι για πρώτη φορά τον θεσμό αυτό, «σε «συμμόρφωση» της από το 1945 μονομερούς δήλωσης του Προέδρου των ΗΠΑ (Τρούμαν) με την οποία οι ΗΠΑ διακήρυξαν από καθέδρας ότι οι φυσικοί πόροι του βυθού της υφαλοκρηπίδας που βρίσκεται κάτω από την ανοιχτή θάλασσα, αλλά παράκεινται στις ακτές των ΗΠΑ, ανήκουν στις ΗΠΑ και υπάγονται τόσο στη δικαιοδοσία τους όσο και στο έδαφός τους. Σύμφωνα με την έννοια της υφαλοκρηπίδας κατά τη σύμβαση της Γενεύης, η υφαλοκρηπίδα αποτελείται από τον βυθό και το υπέδαφος που εκτείνεται πέρα από τη χωρική θάλασσα, αλλά μέχρι το βάθος των διακοσίων μέτρων. Ωστόσο, το βάθος αυτό είναι (ήταν) ενδεικτικό, γιατί μπορεί (μπορούσε) να επεκταθεί η «υφαλοκρηπίδα» και πέραν του ορίου αυτού, εφόσον είναι (ήταν) δυνατή με τεχνικούς όρους η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του πυθμένα της θάλασσας.

Σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης περί υφαλοκρηπίδας, τα στοιχεία που προσδιόριζαν τα κριτήρια για τα δικαιώματα επ’ αυτής ήταν το σταθερό σημείο των διακοσίων μέτρων και το κριτήριο της εκμετάλλευσης. Τα διακόσια μέτρα, δηλαδή, αφορούσαν σε σταθερό σημείο αναφοράς, ενώ το κριτήριο της εκμετάλλευσης σχετικοποιούσε το εύρος της κυριαρχίας επί της υφαλοκρηπίδας. Στην υφαλοκρηπίδα το παράκτιο κράτος, κατά τη σύμβαση της Γενεύης, δεν ασκεί (ασκούσε) πλήρη κυριαρχία όπως στην αιγιαλίτιδα ζώνη, αλλά μόνο κυριαρχικά δικαιώματα για εξερεύνηση και εκμετάλλευση. Δηλαδή, η κυριαρχία, κατά τη σύμβαση αυτή, περιοριζόταν μόνο σε οικονομικούς όρους και σκοπούς.

Η σύμβαση του Montego Bay της Ιαμαϊκής, το ισχύον σήμερα Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, ρυθμίζει την αιγιαλίτιδα ζώνη, τη συνορεύουσα ζώνη, την ΑΟΖ, την υφαλοκρηπίδα, την ανοιχτή θάλασσα, τη ζώνη των διεθνών βυθών, την έννοια των αρχιπελαγικών κρατών, τις κλειστές και ημίκλειστες θάλασσες και, τέλος, την επίλυση των διαφορών. Στο παρόν κείμενο αναφέρομαι ενημερωτικώς (και διά βραχέων) στα πρώτα ζητήματα, δηλαδή στην αιγιαλίτιδα ζώνη, στη συνορεύουσα ζώνη, στην ΑΟΖ και στην υφαλοκρηπίδα. (Επιφυλάσσομαι να επανέλθω και στα υπόλοιπα.) Το ισχύον σήμερα Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας ρυθμίζει αυτά που θα αναφέρουμε παρακάτω.

Ως προς την αιγιαλίτιδα ζώνη

Αποτελεί αδιαμφισβήτητη και πάγια αρχή ότι το πλάτος της αιγιαλίτιδας ζώνης μπορεί να είναι μέχρι τα δώδεκα ναυτικά μίλια. Η αρχή των δώδεκα ναυτικών μιλίων έχει πλέον καθολική παραδοχή και δεν υφίσταται επ’ αυτού η παραμικρή αμφιβολία. Ιδιαιτέρως γίνεται επισημείωση ενταύθα ότι για την οριοθέτηση της αιγιαλίτιδας ζώνης μεταξύ γειτονικών κρατών ισχύει ο κανόνας της Μέσης Γραμμής και επ’ ουδενί ο κανόνας της επιείκειας ή της Equity. Με βάση την αρχή αυτή, που αφορά στο καθεστώς τόσο των στενών της διεθνούς ναυσιπλοΐας όσο και της ελεύθερης ναυσιπλοΐας (transit passage), καθιερώνεται η ελεύθερη διέλευση σαν να πρόκειται για ανοιχτή θάλασσα, ενώ τα υποβρύχια θα έχουν το δικαίωμα της εν καταδύσει διέλευσης και τα ξένα αεροσκάφη, είτε πολιτικά είναι αυτά είτε στρατιωτικά, έχουν το δικαίωμα των υπερπτήσεων των στενών χωρίς σχετική άδεια.

Αξίζει όμως εδώ να αναφερθούμε στο ποια είναι τα στενά της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Σύμφωνα με τη Συνθήκη (βλ. άρθρο 37), στενά της ελεύθερης ναυσιπλοΐας είναι εκείνα που χρησιμοποιούνται για τη διεθνή ναυσιπλοΐα, εφόσον συνδέουν τμήμα της ανοιχτής θάλασσας ή ΑΟΖ με άλλο τμήμα ανοιχτής θάλασσας ή ΑΟΖ. Δηλαδή, για τον καθορισμό των στενών της ελεύθερης ναυσιπλοΐας λαμβάνεται υπόψη και το λειτουργικό στοιχείο και το γεωγραφικό στοιχείο. Τη νέα αυτή ρύθμιση για τα στενά την επέβαλαν οι υπερδυνάμεις, δηλαδή οι ΗΠΑ και η τότε Σοβιετική Ένωση, κι έτσι εξασφαλίστηκε η ανεμπόδιστη κίνηση ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων κυρίως των πιο ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων της υφηλίου. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι λόγω της γεωγραφικής ιδιομορφίας του Αιγαίου η εν λόγω ρύθμιση δεν είναι καταρχήν ευνοϊκή. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι η ελληνική αντιπροσωπεία κατέθεσε επί τούτω δήλωση, αυστηροποιώντας την προαναφερόμενη ελευθερία διελεύσεων. Η δήλωση αυτή διευκρινίζει ότι «σε περιοχές όπου είναι κατασπαρμένα πολυάριθμα νησιά, τα οποία σχηματίζουν πληθώρα εναλλακτικών στενών εξυπηρετούντων ουσιαστικώς μία και την αυτή οδό διεθνούς ναυσιπλοΐας, η Ελλάς αντιλαμβάνεται ότι το οικείο παράκτιο κράτος έχει την ευθύνη όπως προσδιορίζει τον ή τους διαδρόμους εκείνους μέσω των εναλλακτικών τούτων στενών διά των οποίων τα πλοία και τα αεροσκάφη τρίτων χωρών θα δύνανται να διακινούνται υπό καθεστώς transit passage, κατά τρόπο ώστε αφενός μεν να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις της διεθνούς ναυσιπλοΐας και αεροπλοΐας μέσω της υπόψη περιοχής, αφετέρου δε να πληρούνται οι ελάχιστες απαιτήσεις ασφαλείας τόσο των διερχομένων πλοίων ή αεροσκαφών όσο και του παρακτίου κράτους».

Λόγω των εξελίξεων σε επίπεδο δικαιοδοτικών κρίσεων, δεν επιτρέπεται να αγνοούνται και άλλες μείζονος σημασίας εξελίξεις που αφορούν σε ζωτικά (και δίκαια) συμφέροντα της χώρας, όπως είναι η πρόσφατη απόφαση του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου με έδρα τις Κάτω Χώρες (Permanent Court of Arbitration – PCA). Αναφέρομαι στην προσφυγή της 22ας Ιανουαρίου 2013 των Φιλιππίνων κατά της Κίνας, που αφορά στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Συνεπεία της προαναφερόμενης προσφυγής των Φιλιππίνων (βλ. την υπόθεση «The Republic of Pilippines v. The People’s Republic of Chine», με Case Number: 2013-9 και Πρόεδρο τον Thomas A. Mensah), το προαναφερόμενο Μόνιμο Διαιτητικό Δικαστήριο με τη σχετική απόφασή του (δημοσιεύτηκε στις 12/7/2016) ως ad hoc δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 121 της Σύμβασης για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Η νομολογιακή δε παραδοχή αφορά στο ότι ένα νησί έχει χωρικά ύδατα, συνορεύουσα ζώνη, υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Εξαιρούνται όμως οι βράχοι εφόσον δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δεν μπορούν να έχουν αυτοτελώς οικονομική ζωή.

Το δικαστήριο εκείνο δέχτηκε ως απόλυτο κανόνα του δημοσίου διεθνούς δικαίου ότι όλοι οι γεωγραφικοί σχηματισμοί (ασχέτως αν χαρακτηριστούν νησιά ή βράχοι και ασχέτως του μεγέθους αυτών) έχουν υποχρεωτικώς χωρικά ύδατα έκτασης 12 μιλίων. Αυτό επιβεβαιώνει ότι το ζήτημα της επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο πέραν των 6 μιλίων στα 12 μίλια αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας. Με χωρικά ύδατα 12 μιλίων το 72% των θαλάσσιων περιοχών του Αιγαίου περιέρχεται κυριαρχικώς στην Ελλάδα και το 8,5% στην Τουρκία. Το 19,5% που απομένει προς οριοθέτηση μπορεί να διευθετηθεί. Η παραδοχή δε αυτή του PCA εκθέτει στην παγκόσμια κοινή γνώμη και ενώπιον του διεθνούς νομικού πολιτισμού την Τουρκία με το «περίφημο» casus belli αν η Ελλάδα αποφασίσει να εφαρμόσει το διεθνές δίκαιο!

Ως προς τη συνορεύουσα ζώνη

Η συνορεύουσα ζώνη με τη σύμβαση του Montego Bay της Ιαμαϊκής έχει υποστεί μια διαφοροποίηση και ως προς το εύρος και ως προς τις αρμοδιότητες που αφορούν στο παράκτιο κράτος. Στη σύμβαση της Γενεύης το άθροισμα έκτασης της χωρικής θάλασσας και της συνορεύουσας ζώνης δεν ήταν δυνατόν να υπερβαίνει τα δώδεκα ναυτικά μίλια, δηλαδή όσο είναι σήμερα η χωρική θάλασσα. Σύμφωνα όμως με το ισχύον δίκαιο του Montego Bay, η συνορεύουσα ζώνη μπορεί να εκτείνεται μέχρι τα είκοσι τέσσερα ναυτικά μίλια. Δηλαδή, ένα κράτος που έχει αιγιαλίτιδα ζώνη δώδεκα ναυτικά μίλια έχει συνορεύουσα ζώνη άλλα δώδεκα ναυτικά μίλια, ενώ ένα κράτος που έχει αιγιαλίτιδα ζώνη έξι ναυτικά μίλια μπορεί να έχει συνορεύουσα ζώνη δέκα οκτώ ναυτικά μίλια.

Οι αρμοδιότητες που ασκούνται εντός της συνορεύουσας ζώνης επεκτάθηκαν πέραν του τελωνειακού, του φορολογικού, του υγειονομικού και του μεταναστευτικού ελέγχου και σε προστασίες που αφορούν στα έννομα αγαθά των αρχαιολογικών και ιστορικών θησαυρών, εφόσον ευρίσκονται στον βυθό της ζώνης (βλ. άρθρο 303 της σύμβασης). Η επέκταση του ελέγχου που αφορά στους ιστορικούς και αρχαιολογικούς θησαυρούς οφείλεται σε παρέμβαση της ελληνικής αντιπροσωπείας.

Ως προς την ΑΟΖ

Εδώ πρέπει να σημειωθεί εξαρχής ότι πρόκειται για απολύτως νέο θεσμό, γι’ αυτό και απαιτείται η διερεύνηση όλων των δεδομένων που τον αφορούν. Η θεσμοθέτησή της ΑΟΖ προδήλως βέβαιο είναι ότι επηρεάζει τα δικαιώματα των κρατών, καθόσον λειτουργεί σε βάρος της ανοιχτής θάλασσας, περιορίζοντας έτσι τις παραδοσιακές ελευθερίες επί της ανοιχτής θάλασσας. Η έκταση της ΑΟΖ αφορά σε διακόσια ναυτικά μίλια. Κατ’ ακρίβεια, αφορά σε εκατόν ογδόντα οκτώ ναυτικά μίλια, αν αφαιρέσουμε τα δώδεκα ναυτικά μίλια της καθιερωμένης αρχής της έκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης ή του εύρους των χωρικών υδάτων.

Το εντυπωσιακό δεδομένο της ΑΟΖ είναι ότι κατ’ ουσίαν απορροφά το καθεστώς της υφαλοκρηπίδας. Εξαίρεση μπορεί να υπάρχει ώστε να μην συμπίπτει η ΑΟΖ με την υφαλοκρηπίδα μόνο αν η υφαλοκρηπίδα μπορεί να υπερβαίνει τα διακόσια ναυτικά μίλια. Δηλαδή, αν η υφαλοκρηπίδα είναι διακόσια πενήντα ναυτικά μίλια, στα διακόσια ναυτικά μίλια ή στα εκατόν ογδόντα οκτώ ναυτικά μίλια – πέραν των χωρικών υδάτων, ισχύει το καθεστώς της ΑΟΖ με απορρόφηση της υφαλοκρηπίδας. Από τα διακόσια όμως ναυτικά μίλια έως τα διακόσια πενήντα ναυτικά μίλια ισχύει το καθεστώς της υφαλοκρηπίδας.

Η ΑΟΖ συνεπάγεται κυριαρχικά δικαιώματα και ως προς την έρευνα και ως προς την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων που αφορούν ακόμη και στα υπερκείμενα ύδατα. Δηλαδή, αφορά ευθέως και στην αλιεία. Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι γίνεται αυτοτελώς εκμετάλλευση και αυτών καθ’ εαυτών των υδάτων. Αν, δηλαδή, είναι δυνατόν να προκύψει ενέργεια και από τα ύδατα, τα ρεύματα και τους ανέμους, τότε επιτρέπεται η εκμετάλλευσή τους. Εντυπωσιακό στοιχείο ως προς την ΑΟΖ είναι και ότι το παράκτιο κράτος έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα, όχι μόνο να τοποθετεί και να χρησιμοποιεί τεχνητές νήσους και άλλες εγκαταστάσεις, αλλά να έχει ταυτοχρόνως και το δικαίωμα να διεξάγει και επιστημονικές έρευνες και να λαμβάνει πρόνοιες που αφορούν στην προστασία του περιβάλλοντος από τη ρύπανση.

Βεβαίως, η ΑΟΖ δεν παρεμποδίζει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα ούτε τις ελεύθερες υπερπτήσεις ούτε και τις τοποθετήσεις καλωδίων. Ωστόσο, λόγω του ιδιότυπου καθεστώτος, που κατά το ένα μέρος δεν είναι αιγιαλίτιδα ζώνη και κατά το άλλο μέρος ούτε ανοιχτή θάλασσα, η ΑΟΖ, κατά τη γνώμη μου, είναι δεκτική πολλαπλών νομικών ερμηνειών αλλά και καταστάσεων εξαιτίας της πρακτικής των κρατών. Εκείνο όμως που έχει τεράστια νομικοπολιτική σημασία είναι ότι σε αντίθεση με την υφαλοκρηπίδα (όπου τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους ιδρύονται αυτοδικαίως), τα δικαιώματα επί της ΑΟΖ δεν ιδρύονται αυτοδικαίως. Ως εκ τούτου, απαιτείται διακήρυξη του κυρίαρχου και παράκτιου κράτους.

Ενταύθα αξίζει ρητώς να προσεχτεί ότι η μη καθιέρωση της ΑΟΖ δεν θίγει τα δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας. Σε κάθε περίπτωση όμως και κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιον το ζήτημα της ΑΟΖ έχει ύψιστη νομικοπολιτική και οικονομική σημασία και αξία.

Ως προς την υφαλοκρηπίδα

Η σύμβαση της Γενεύης, που καθιέρωσε την έννοια και το καθεστώς της υφαλοκρηπίδας, έχει υποστεί ριζική ανατροπή, καθόσον το κριτήριο των διακοσίων μέτρων βάθους, που αποτελούσε την προϋπόθεση εκμετάλλευσης, έχει καταργηθεί. Αντί του κριτηρίου των διακοσίων μέτρων ως προς το βάθος, η υφαλοκρηπίδα έχει υποστεί νέες ρυθμίσεις. Από τις νέες ρυθμίσεις προκύπτει η καταρχήν ταύτιση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Η υφαλοκρηπίδα όμως μπορεί να επεκταθεί και πέραν των διακοσίων ναυτικών μιλίων που αφορά στην ΑΟΖ με κριτήριο το υφαλοπλαίσιο (continental margin).

Εδώ τίθεται και ένα ζήτημα που πρέπει να προσεχτεί ιδιαιτέρως, ότι, δηλαδή, η υφαλοκρηπίδα μπορεί να φτάσει (βλ. άρθρο 76) μέχρι και τα 350 ναυτικά μίλια ή την απόσταση των 100 ναυτικών μιλίων, πέρα από τα ισοβαθή των 2.500 μέτρων. Συνεπώς, τα κριτήρια που εισάγονται (από τη Συνθήκη του Montego Bay) όσον αφορά στην υφαλοκρηπίδα είναι αφενός εκείνα που ανάγονται στην απόσταση των 200 ναυτικών μιλίων, αφετέρου εκείνα που αφορούν στο υφαλοπλαίσιο. (Ειδικώς ως προς το υφαλοπλαίσιο πρέπει να υφίστανται πάντοτε ιδιαίτερες τεχνικές μελέτες και έρευνες. Αναφέρομαι στο απαράδεκτο, κατά τη γνώμη μου, επιχείρημα της Τουρκίας ότι τα νησιά του Αιγαίου είναι εξάρσεις της ηπειρωτικής Τουρκίας.) Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούμε διά βραχέων στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Η σύμβαση της Γενεύης προέβλεπε αρχικώς συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών και σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας προέβλεπε την εφαρμογή της μέσης γραμμής, εκτός αν άλλες περιστάσεις δικαιολογούσαν την απόκλιση αυτή (π.χ., την ύπαρξη μεγάλου νησιωτικού πλέγματος όπως είναι το Αιγαίο).

Στη νέα ρύθμιση που αφορά τόσο την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας όσο και την οριοθέτηση της ΑΟΖ (βλ. άρθρα 84 και 81) και πάλι προνοείται η σύναψη συμφωνίας, πάντοτε όμως σε εφαρμογή του διεθνούς δικαίου με αναφορά στο άρθρο 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης με σκοπό την ύπαρξη «δίκαιης λύσης». Η νέα αυτή ρύθμιση χαρακτηρίζεται αρχικώς από το «στοιχείο της ουδετερότητας», καθόσον δεν περιέχει κανόνες οριοθέτησης, όπως, π.χ., της μέσης γραμμής, αλλά παραπέμπει σε εφαρμογή άλλων γενικότερων αρχών, όπως εκείνων της επιείκειας. Ωστόσο, η χώρα μας θα πρέπει κυρίως να επισημαίνει την εκ προοιμίου εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και πρωτίστως ότι η νέα σύμβαση ρητώς απονέμει στα νησιά πλήρη δικαιώματα υφαλοκρηπίδας. Ως εκ τούτου και η νέα σύμβαση έχει ταυτότητα νομικού λόγου με τη σύμβαση της Γενεύης με μόνη διαφορά ότι οι βραχονησίδες που δεν μπορούν να κατοικηθούν ή δεν έχουν ίδια οικονομική ζωή στερούνται υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, ενώ ευθέως δικαιούνται να έχουν αιγιαλίτιδα ζώνη και συνορεύουσα ζώνη.

Με τούτα τα δεδομένα κι ενώ εξαρχής μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι δυνατόν η αρχή της επιείκειας να λειτουργεί υπέρ των συμφερόντων της Τουρκίας, τα προαναφερόμενα που εδράζονται ευθέως τόσο στο διεθνές δίκαιο όσο και στις ρητές ρυθμίσεις της σύμβασης του Montego Bay της Ιαμαϊκής και που αφορούν τόσο στην υφαλοκρηπίδα όσο και στις δυνάμενες να κατοικηθούν βραχονησίδες, συνιστούν ικανότατο και ισχυρότατο οπλοστάσιο για την υποστήριξη των εθνικών μας δικαιωμάτων – και συμφερόντων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 38 του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, το διεθνές αυτό δικαιοδοτικό όργανο εφαρμόζει διεθνείς συνθήκες εφόσον ρητώς αναγνωρίζονται από τα αντίδικα κράτη, διεθνή έθιμα ως αποτελούντα απόδειξη γενικής πρακτικής και παραδοχής ισοδύναμης κανόνα δικαίου και τις γενικές αρχές του δικαίου τις οποίες αποδέχονται τα πολιτισμένα έθνη. Σύμφωνα με τον προαναφερόμενο διεθνή κανόνα δικαίου, ουδόλως θίγεται η εξουσία του δικαστηρίου να δικάζει κατά το ορθό και ίσο (ex aequo et bono), εφόσον όμως τα κράτη συμφωνούν για μια τέτοια λύση. Προς την κατεύθυνση αυτή ασφαλώς δεν μπορεί να αποκλίνει το ad hoc Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας (ITLOS) [2] που εδρεύει στο Αμβούργο.

Τούτων δοθέντων

Η υπεράσπιση της ΑΟΖ, σύμφωνα με το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, δεν είναι μόνο πατριωτικό καθήκον για όσους αμέσως θίγονται, αλλά αφορά ταυτοχρόνως και αυτοδικαίως σε δεσμευτική υποχρέωση όλων εκείνων, αξιωματούχων και θεσμών, που επωμίζονται το καθήκον να υπερασπίζονται τις αρχές και τις αξίες του ισχύοντος διεθνούς και ευρωπαϊκού νομικού και πολιτικού πολιτισμού.

Σημειώσεις
[1] Βλ. αντί πολλών: Ε. Ρούκουνας, Διεθνές Δίκαιο, ΙΙ, 1982, σελ. 79 και επ. Κ. Οικονομίδης, Θέματα Διεθνούς Δικαίου και Ελληνικής Εξωτερικής Πολιτικής, 1993, σελ. 17 και επ., Θ. Καρυώτης, η ΑΟΖ της Ελλάδας, προλογίζει ο Μ. Ιγνατίου, βλ. κυρίως σελ. 23 και επ., Π. Μηλιαράκης, Σύγχρονα Θέματα Διπλωματίας Διεθνούς Οικονομίας και Διεθνούς Δικαίου, 1982, σελ. 102 και επ., I. Brownlie, Basic Documents in International Law (Thirtd Edition), 1983, σελ. 127 και επ., R.M.M.Wallace-O.Martin-Ortega, International Law (Sixth Edition), 2009, σελ. 152 και επ. M. Dixon, International Law, 1990, σελ. 115 και επ. M. Sorevsen, Public International Law, 1968, σελ. 673 και επ. καθώς και B. Soetendorp, Foreign Policy in the European Union, 1999, σελ. 147 και επ.
[2] Άλλο Δικαιοδοτικό Όργανο είναι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και άλλα Δικαιοδοτικά Όργανα είναι το PCA και το ITLOS.

* Ο Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της Ελλάδας και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (ECHR και GC-EU).

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 408 του περιοδικού «Επίκαιρα» που κυκλοφόρησε στις 3/8/2019.

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»: Ελλάς – Γαλλία ακλόνητη συμμαχία – Επιβεβαίωση της «Νέας Σελίδας» για τις σχέσεις με το Παρίσι