«ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ» – Αποκλειστικό ρεπορτάζ: Νέα τροπή στην υπόθεση πώλησης πολεμικού υλικού στη Σαουδική Αραβία



4 Δεκεμβρίου 2017 · Ώρα δημοσίευσης: 12:00 πμ · Τελευταία τροποποίηση: 1:16 πμ


  Ενα πολυδαίδαλο δίκτυο, στο οποίο συμμετείχαν Σαουδάραβες αξιωματούχοι, επιχειρηματίες, μεσάζοντες και άλλοι αφανείς ή εμφανείς παράγοντες στην Αθήνα και το Ριάντ, φαίνεται πως επιχείρησε να μπλοκάρει τη διακρατική συμφωνία για την πώληση των 300.000 βλημάτων. Κεντρικό ρόλο στην όλη υπόθεση δείχνει να διαδραμάτισε πρόσωπο-«βαθύ λαρύγγι», που αναζητείται στους χώρους των αρμόδιων υπηρεσιών.   ΑΛΕΞΗΣ ΣΕΙΡΙΟΣ [email protected] Στοιχεία-βόμβα, που εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την εμπλοκή στην αρχική διακρατική συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και της Σαουδικής Αραβίας για την πώληση 300.000 παλαιών βλημάτων και, εν συνεχεία, τη διαρροή απόρρητων διπλωματικών εγγράφων και την πολιτική εκμετάλλευση της υπόθεσης από την αντιπολίτευση στην Αθήνα, φέρνει σήμερα στο φως η «Νέα Σελίδα». Από τα στοιχεία αυτά εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησαν διπλωματικά στελέχη του υπουργείου Εξωτερικών -ο ρόλος ορισμένων εκ των οποίων ερευνάται πλέον στο πλαίσιο της ΕΔΕ που διέταξε ο Νίκος Κοτζιάς- αλλά και ο περιβόητος Γιάννης (Τζον) Σφακιανάκης, που κατονομάστηκε ως «αξιόπιστη πηγή» και «κοντά σε υψηλόβαθμους σαουδαραβικούς κύκλους» από τον ίδιο τον πρέσβη της Ελλάδας στο Ριάντ, Πολυχρόνη Πολυχρονίου. Οι αρμόδιες Αρχές που ερευνούν την υπόθεση έχουν στη διάθεσή τους μαρτυρίες που δείχνουν ότι «πρόσωπα» και «κύκλοι» στο Ριάντ επιχείρησαν να σπάσουν τη διακρατική συμφωνία Ελλάδας – Σαουδικής Αραβίας προκειμένου να πάρουν άλλοι τη «δουλειά» της πώλησης του πολεμικού υλικού, προτείνοντας, μάλιστα, η μεταφορά του να γίνει μέσω διαδρομών που χρησιμοποιούν οι λαθρέμποροι όπλων και συγκεκριμένα μέσω της Σερβίας! Είναι βέβαιο πλέον ότι στο υπουργείο Εξωτερικών υπήρξε ένα τουλάχιστον «βαθύ λαρύγγι» που διακίνησε απόρρητα διπλωματικά έγγραφα, απέκρυψε άλλα, ακόμα και από προϊστάμενους διπλωμάτες και την ίδια την ηγεσία του υπουργείου, και -είτε άθελά του είτε σκοπίμως (για πολιτικούς ή άλλους λόγους)- προσπάθησε να συνδράμει την όλη επιχείρηση, ώστε να ανατεθεί σε άλλα πρόσωπα η προμήθεια του υλικού και, μάλιστα, με αισθητά μικρότερο τίμημα, κάτι που θα ζημίωνε το Ελληνικό Δημόσιο. Ανώτερες διπλωματικές πηγές που μίλησαν στη «Νέα Σελίδα» και είναι σε θέση να γνωρίζουν το σύνολο της εμπιστευτικής αλληλογραφίας μεταξύ Αθήνας και Ριάντ θεωρούν ότι υπήρξαν «επίορκοι κρατικοί λειτουργοί» (αυτό όμως είναι αντικείμενο της εσωτερικής έρευνας) που έδρασαν με σκοπό να ναρκοθετηθεί η διακρατική συμφωνία, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα «ανεπίσημων» σαουδαραβικών κύκλων και μεσαζόντων που ενεπλάκησαν στην υπόθεση. Το γεγονός ότι 93 υποθέσεις που αφορούν σε συγκεκριμένους διπλωμάτες, αλλά ενδεχομένως και σε πολιτικά πρόσωπα προηγούμενων κυβερνήσεων, έχουν σταλεί από τον κ. Κοτζιά στον εισαγγελέα ίσως εξηγεί, κατά ορισμένους, τους λόγους για την πολιτική τροπή που έλαβε η υπόθεση. «Ειδυλλιακό» το Ριάντ για εμπόρους όπλων Για τα στελέχη των επενδυτικών funds και τους μεσάζοντες στο διεθνές εμπόριο οπλικών συστημάτων το Ριάντ είναι το σύγχρονο «Ελντοράντο» της ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Από την Ολάγια, που είναι η εμπορική καρδιά της σαουδαραβικής πρωτεύουσας με τα μεγάλα Mall και τα κέντρα ψυχαγωγίας κατά μήκος της λεωφόρου Al Tahlya (όπου βρίσκεται και το επιβλητικό κέντρο Αλ Φαϊσιλιγιά), μέχρι τη Διπλωματική Περιοχή (Diplomatic Quarter ή DQ), με τις πρεσβείες και τις πρεσβευτικές κατοικίες, κλείνονται πλέον όλα τα μεγάλα «deals». Αρκεί, βεβαίως, να γνωρίζει κανείς τους κατάλληλους ανθρώπους στην κατάλληλη θέση, σε ένα πολυδαίδαλο σύστημα διακυβέρνησης με κρατικούς αξιωματούχους, εμίρηδες και πρίγκιπες. Ενα σύστημα ευάλωτο στη διαφθορά, όπως γνωρίζουν όσοι «κάνουν δουλειές» στη Σαουδική Αραβία και αποκαλύφθηκε πριν από μερικές εβδομάδες με τη σύλληψη έντεκα πριγκίπων, μεταξύ των οποίων και ο δισεκατομμυριούχος Αλ Ουαλίντ με τις κολοσσιαίες επενδύσεις στη Δύση μέσω της εταιρείας του Kingdom Holding. Σε αυτό το «ειδυλλιακό» για έξυπνους επιχειρηματίες και διαμεσολαβητές περιβάλλον, ο πολυπράγμων οικονομολόγος Τζον Σφακιανάκης (εκ Κρήτης) φαίνεται ότι έχει κατορθώσει να ανελιχθεί στα τοπικά συστήματα εξουσίας και να βρεθεί, μάλιστα, στη στενή ομάδα συμβούλων του υπουργού Οικονομικών της Σαουδικής Αραβίας, ενός εκ των πλέον ισχυρών ανθρώπων του καθεστώτος. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, τα ανοιχτά γεωπολιτικά μέτωπα στην ευρύτερη περιοχή έστρεψαν ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον των εμίρηδων στην παγκόσμια αγορά οπλικών συστημάτων. Πριν από μερικούς μήνες, άλλωστε, κατά την επίσημη επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Ριάντ, ανακοινώθηκε από τον υπουργό Εξωτερικών Αντέλ αλ Ζουμπεΐρ η διμερής συμφωνία για την εξαγορά εξοπλιστικών συστημάτων από τις ΗΠΑ ύψους 110 δισ. δολαρίων. Μια κολοσσιαία συμφωνία, που κατά την προσεχή δεκαετία θα φτάσει τα 380 δισ. δολάρια. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο επικεφαλής του Τμήματος Οικονομικών Ερευνών του Gulf Research Center, Γιάννης (Τζον) Σφακιανάκης, κινείται, όπως λένε άνθρωποι που τον έχουν γνωρίσει, με μεγάλη άνεση. Απόφοιτος του Harvard (μετά το πρώτο πτυχίο του από το University of London), γνωστός νεοφιλελεύθερος, με θητεία στην Παγκόσμια Τράπεζα και διευθυντής του Τμήματος Μέσης Ανατολής του επενδυτικού Ashmore Group, μετατόπισε τα τελευταία χρόνια το επιχειρηματικό ενδιαφέρον του και προσπάθησε να αναμειχθεί και στις μεγάλες συμφωνίες για εξοπλιστικά προγράμματα που αναζητούσε η Σαουδική Αραβία. Για πρώτη φορά ο κ. Σφακιανάκης εκδηλώνει, όπως προκύπτει από μαρτυρίες, ενδιαφέρον για την υπόθεση πώλησης των 300.000 βλημάτων το φθινόπωρο του 2016 κι ενώ το ελληνικό υπουργείο Αμυνας είχε, από την άνοιξη του ίδιου έτους, κοινοποιήσει τις προθέσεις του να πουλήσει το προς απόσυρση πολεμικό υλικό. Το περίεργο μήνυμα Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της «Νέας Σελίδας», τον Νοέμβριο του 2016 φτάνει στην Αθήνα ένα περίεργο μήνυμα από «κύκλους προσκείμενους στη βασιλική οικογένεια του Ριάντ»: «Εάν δεν μπορείτε να μας στέλνετε στρατιωτικό υλικό για να καλύψουμε τις άκρως επείγουσες ανάγκες μας, εξαιτίας εμποδίων που μπορεί να τεθούν από την Ευρωπαϊκή Ενωση ή για λόγους εσωτερικών αντιδράσεων στη χώρα σας, το θέμα μπορεί να ρυθμιστεί μέσω Σερβίας». Ουσιαστικά, οι «σαουδαραβικοί κύκλοι», οι οποίοι ουδεμία σχέση είχαν με τα στρατιωτικά στελέχη του υπουργείου Αμυνας της Σαουδικής Αραβίας, που συνομιλούσαν επισήμως με την ελληνική πλευρά, φαίνεται ότι πρότειναν να διοχετευτεί το πολεμικό υλικό μέσω της Σερβίας, ώστε να μην φανεί πουθενά ότι τελικός παραλήπτης είναι το Ριάντ. Δηλαδή «τελικός χρήστης» των βλημάτων ή των βομβών θα φαινόταν η Σερβία. Εκεί, πιθανότατα, τα λαθρεμπορικά κυκλώματα (που ούτως ή άλλως είναι γνωστό ότι χρησιμοποιούν τη συγκεκριμένη διαδρομή) θα φόρτωναν σε εμπορικά πλοία τις ελληνικές οβίδες και στα συνοδευτικά έγγραφα-μαϊμού θα αναγραφόταν κάποια χώρα του Τρίτου Κόσμου, για την οποία δεν υπάρχει εμπάργκο πώλησης στρατιωτικού εξοπλισμού. Στη συνέχεια, βεβαίως, τα πλοία θα άλλαζαν διαδρομή και θα ξεφόρτωναν το «εμπόρευμα» στη Σαουδική Αραβία ή σε ενδιάμεση χώρα-σταθμό. Με αυτό τον τρόπο οι λαθρέμποροι προστατεύονται από τυχόν νηοψίες του ΝΑΤΟ, καθώς σε μια τέτοια περίπτωση εμφανίζονται τα έγγραφα-μαϊμού με χώρα «τελικού χρήστη» κάποιον προορισμό στην Αφρική ή στην Ασία. Η εμφάνιση του μεσάζοντα και το ραντεβού στο Πεντάγωνο Από την έρευνα που έχουν κάνει έως τώρα οι αρμόδιες Αρχές στην Αθήνα προκύπτει ότι η πρώτη προσπάθεια «μαγειρέματος» στο Ριάντ για τη συγκεκριμένη πώληση ελληνικού στρατιωτικού υλικού εκδηλώνεται τον Νοέμβριο του 2016, αρκετούς μήνες, δηλαδή, μετά την εκκίνηση των επίσημων διαβουλεύσεων των δύο χωρών. Τότε εμφανίζεται -δίχως να έχει διευκρινιστεί ακόμα πώς συνδέονται τα δύο γεγονότα- ο κ. Σφακιανάκης και προβάλλεται ως «πρόσωπο του περιβάλλοντος του σαουδαραβικού θρόνου». Το βασικό επιχείρημα που διατυπώνεται είναι ότι οι τιμές που πουλάει η Αθήνα το στρατιωτικό υλικό είναι «φουσκωμένες» και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας. Αυτό είναι περίπου και το μήνυμα που στέλνει, άλλωστε, και ο πρέσβης μας στο Ριάντ, Πολυχρόνης Πολυχρονίου, επικαλούμενος το ίδιο πρόσωπο ως «αξιόπιστη πηγή», όπως αποκάλυψε κατά τη σχετική συζήτηση στη Βουλή ο ίδιος ο πρωθυπουργός και όπως προκύπτει και από την αλληλογραφία του υπουργείου Εξωτερικών. Την ίδια περίοδο συμβαίνει κάτι ακόμα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον, όπως περιήλθε σε γνώση της «Νέας Σελίδας». Ελληνας επιχειρηματίας που διατηρεί τουριστικό γραφείο και δραστηριοποιείται στο Ριάντ πλησιάζει στενό συνεργάτη του υπουργού Αμυνας, Πάνου Καμμένου, και του ζητά να γίνει συνάντηση με τον κ. Σφακιανάκη. Η συνάντηση δεν γίνεται, αφού το ενδιαφέρον του τελευταίου είναι σχετικά «θολό», ωστόσο ο τουριστικός πράκτορας επανέρχεται με διευκρινίσεις και, τελικά, κλείνεται ραντεβού με τον διευθυντή του υπουργικού γραφείου, το ανώτατο στέλεχος της Αεροπορίας και έμπειρο σε θέματα στρατιωτικού υλικού Θεολόγη Συμεωνίδη. Η συνάντηση έγινε, όπως πληροφορήθηκε η «Νέα Σελίδα», στο γραφείο του κ. Συμεωνίδη στο Πεντάγωνο, παρόντων του συνεργάτη του Πάνου Καμμένου και του τουριστικού πράκτορα. Εκεί ο κ. Σφακιανάκης μεταφέρει το ενδιαφέρον «σαουδαραβικών κύκλων» για την πώληση των βλημάτων -παρότι η διαδικασία της διακρατικής συμφωνίας ήταν σε εξέλιξη-, εκφράζει τις επιφυλάξεις του για τις τιμές και δημιουργεί στους συνομιλητές του την εντύπωση ότι οι «κύκλοι» που φερόταν να εκπροσωπεί ήθελαν να ακολουθηθεί κάποια άλλη διαδικασία. Ο έμπειρος κ. Συμεωνίδης άκουσε με προσοχή τον κ. Σφακιανάκη και του ζήτησε κάποιο έγγραφο εξουσιοδότησης, ότι πράγματι εκπροσωπούσε το Ριάντ και δη το υπουργείο Αμυνας, δεδομένου ότι στις «government to government» συναλλαγές εμπλέκονται οι υπηρεσίες του συγκεκριμένου υπουργείου και από τις δύο χώρες. Οπως πληροφορηθήκαμε, ο κ. Σφακιανάκης δεν είχε να προσκομίσει κάποιο επίσημο έγγραφο πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης, ενώ απέφυγε να δώσει και κάποια προσωπική ή επιχειρηματική του κάρτα, υποσχόμενος ότι θα επανέλθει. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη ποτέ. Ο έμπειρος κ. Πολυχρονίου και ο άπειρος πρόξενος Ενα ακόμα περίεργο περιστατικό που προστίθεται στην αλυσίδα των μεθοδεύσεων στην πώληση του στρατιωτικού υλικού είναι η μεγάλη καθυστέρηση με την οποία οι σαουδαραβικές Αρχές διαπίστευσαν τον Ελληνα στρατιωτικό ακόλουθο (ΑΚΑΜ) από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στο Ριάντ (όπου η Ελλάδα δεν διέθετε τέτοιο αξιωματούχο). Κι αυτό διότι τις περιπτώσεις διακρατικών συμφωνιών για αγοραπωλησίες αμυντικού υλικού τις χειρίζονται, όπως προείπαμε, τα υπουργεία Αμυνας μέσω των στρατιωτικών ακολούθων. Εκτιμάται, εκ των υστέρων, ότι η καθυστέρηση αυτή οφείλεται στην προσπάθεια «παράλληλων κύκλων» να μπλοκάρουν την επίσημη συμφωνία και να θέσουν σε εφαρμογή το «δεύτερο σχέδιο». Εξίσου περίεργο, εξάλλου, είναι και το γεγονός ότι ο Ελληνας πρόξενος στο Ριάντ, Ηλίας Κλουβάτος, έστειλε κάποια e-mails σε αντισυνταγματάρχη της Διεύθυνσης Εξοπλισμών (ΓΔΑΕΕ) του υπουργείου Αμυνας χωρίς να τα κοινοποιήσει -ως όφειλε- στο υπουργείο Εξωτερικών. Σε ένα από αυτά, τον Ιούνιο του 2017 (είναι εξ αυτών που έδωσε στη δημοσιότητα ο Ανδρέας Λοβέρδος), φέρεται να γράφει ότι «οι Σαουδάραβες δεν γνωρίζουν τον Βασίλη Παπαδόπουλο». Το συγκεκριμένο μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας όμως φαίνεται ότι δεν έφτασε ποτέ στους ανωτέρους του στο ΥΠΕΞ, παρότι ρητώς και κατηγορηματικώς επιβάλλεται από τον κανονισμό λειτουργίας των διπλωματικών υπηρεσιών της χώρας μας. Ο κ. Κλουβάτος είναι, βεβαίως, ένας μάλλον άπειρος διπλωμάτης, είναι, ωστόσο, απορίας άξιο γιατί δεν παρενέβη -για να τηρηθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες- ο ίδιος ο πρέσβης, κ. Πολυχρονίου. Για τους χειρισμούς του τελευταίου έχουν διατυπωθεί κάποια ερωτήματα -από τον κ. Κοτζιά και άλλα κυβερνητικά στελέχη-, που ερευνώνται στο πλαίσιο της ΕΔΕ. Κι αυτό διότι δεν είναι μόνο το συγκεκριμένο e-mail που δεν έφτασε στους αρμόδιους υπηρεσιακούς παράγοντες, αλλά και άλλο e-mail του Ιουνίου του 2017, που, όλως τυχαίως, έφτασε στο υπουργείο Εξωτερικών μόνο μετά τη δημοσιοποίησή του από την αντιπολίτευση. Τότε ήταν που παρενέβη προσωπικά ο κ. Κοτζιάς και διέταξε τον κ. Πολυχρονίου να στείλει ολόκληρη την επίσημη αλληλογραφία σχετικά με την υπόθεση στην Αθήνα. Τα κομβικά πρόσωπα και η αλλαγή στάσης Εκ των πραγμάτων, ο κ. Πολυχρονίου είναι ένα πρόσωπο με κομβικό ρόλο στην υπόθεση που έγινε αιτία για την πολιτική σύγκρουση των τελευταίων ημερών. Ο Ελληνας πρέσβης δεν μπορεί, φυσικά, να κατηγορηθεί για απειρία. Ολα τα άλλα αποτελούν θέμα της ΕΔΕ που διενεργείται. Στο υπουργείο Εξωτερικών είναι πασίγνωστος και για το βιογραφικό του αλλά και για την «τύχη» του να βρίσκεται συχνά σε εξαιρετικά καλά διπλωματικά πόστα που πολλοί άλλοι διπλωμάτες τα βλέπουν από μακριά με τα κιάλια… Για παράδειγμα, διετέλεσε το 1989 επικεφαλής του διπλωματικού γραφείου του τότε υπουργού Εξωτερικών και πρωθυπουργού, του αείμνηστου Τζαννή Τζαννετάκη. Δεδομένου ότι τότε είχε ακόμα μικρή προϋπηρεσία στο διπλωματικό σώμα, κάποιοι συνάδελφοί του θεωρούν ότι επιλέχθηκε όχι μόνο για τα προσόντα του, αλλά και λόγω των σχέσεών του με τη ΝΔ. Εκτοτε βρέθηκε στο προξενείο του Σαρλερουά του Βελγίου, υποδιευθυντής στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου, επιτετραμμένος στην πρεσβεία μας στην Μπραζίλια, σύμβουλος στη Βέρνη και στο Ελσίνκι, πριν τοποθετηθεί, το 2011, γενικός πρόξενος στην Τζέντα και μετά την προαγωγή του στον βαθμό του πληρεξούσιου υπουργού πρέσβης στο Ριάντ. Εχει, δηλαδή, μια σημαντική διαδρομή σε κρίσιμες θέσεις, που δεν δικαιολογεί είτε τη διαρροή απόρρητων εγγράφων είτε το γεγονός ότι υπήρξε μια παράλληλη αλληλογραφία που δεν έφτανε στους αρμοδίους υπηρεσιακούς παράγοντες. Σύμφωνα, μάλιστα, με πληροφορίες της «Νέας Σελίδας», κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα ο πρέσβης φέρεται να γνωρίζει ότι: – Στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων της Σαουδικής Αραβίας επισκέφθηκαν την Αθήνα τον Φεβρουάριο του 2017 και πραγματοποίησαν επιθεώρηση δείγματος του στρατιωτικού υλικού. Κάτι που, προφανώς, επιβεβαιώνει ότι Αθήνα και Ριάντ βρίσκονταν σε ανοιχτό διάλογο για την πώληση. – Στέλεχος του σαουδαραβικού υπουργείου Αμυνας χειρίστηκε επισήμως την υπόθεση. Ομως, προς τα τέλη του καλοκαιριού του 2017 -κι ενώ είχαν περάσει αρκετοί μήνες από την εμφάνιση και εμπλοκή στην υπόθεση του Τζον Σφακιανάκη-, ο συγκεκριμένος Σαουδάραβας αξιωματικός διατάχθηκε να μην συμμετέχει πλέον στις διαβουλεύσεις. Κάτι που αποδίδεται στη σύγκρουση στο εσωτερικό του υπουργείου Αμυνας της Σαουδικής Αραβίας, όπως και σε επιχειρηματικά συμφέροντα εντός και εκτός της αραβικής χώρας. – Ουσιαστικά, από τον Αύγουστο του 2017 η ελληνική πρεσβεία γίνεται κοινωνός των προθέσεων σαουδαραβικών κύκλων να αλλάξουν στάση αναφορικά με τη συμφωνία πώλησης αμυντικού υλικού και να επιδιώκουν τη μερική υλοποίησή της (100.000 αντί για 300.000 βλήματα) ή ακόμα και την ακύρωσή της. Είναι προφανές ότι «καταλύτης» γι’ αυτή την αλλαγή στάσης ήταν πρόσωπο ή πρόσωπα στο Ριάντ και την Αθήνα που κινήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση.