Συμφωνία Εκκλησίας – Κράτους: Τι προβλέπεται για τη μισθοδοσία των ιερέων



12 Φεβρουαρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 3:37 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 4:12 μμ


Στην επιτροπή διαλόγου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου δόθηκε το σχέδιο υλοποίησης της Συμφωνίας ΠολιτείαςΕκκλησίας. Στο υπουργείο Παιδείας, πραγματοποιείται σήμερα η δεύτερη συνάντηση της επιτροπής διαλόγου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο πλαίσιο του συνεχιζόμενου διαλόγου για την κατάρτιση συμφωνίας μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας.

Στη συνάντηση παραβρίσκονται ο Υπουργός κ. Κώστας Γαβρόγλου, ο Γενικός Γραμματέας της Κυβέρνησης, ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας και ο Γενικός Γραμματέας Θρησκευμάτων. Στην επιτροπή διαλόγου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου δόθηκε δεκασέλιδο σχέδιο υλοποίησης της Συμφωνίας Πολιτείας – Εκκλησίας.

Με το σχέδιο αναιρούνται όλες οι ανησυχίες

Όπως υποστηρίζει το υπουργείο Παιδείας:  «Με το σχέδιο αυτό αναιρούνται οριστικά όλες οι ανησυχίες που είχαν εκφραστεί, είτε λόγω ελλιπούς ενημέρωσης είτε λόγω παρανόησης, μετά την κοινή ανακοίνωση από τον Πρωθυπουργό και τον Αρχιεπίσκοπο του σχεδίου Συμφωνίας Πολιτείας – Εκκλησίας της 6ης Νοεμβρίου 2018. Στο σχέδιο καταγράφονται οι σημαντικοί λόγοι για τους οποίους αυτή η ιστορικής σημασίας συμφωνία θα είναι αμοιβαία επωφελής και για τα δύο μέρη, καθώς και για τον εφημεριακό κλήρο.

«Διαγράφονται από το μητρώο μισθοδοτούμενων του δημοσίου οι ιερείς» λένε εκκλησιαστικοί κύκλοι. Σύμφωνα με πληροφορίες το σημείωμα περιλαμβάνει ότι οι ιερείς μένουν στην Ενιαία Αρχή Πληρωμών αλλά φεύγουν από το κράτος για να γίνουν προσλήψεις στις θέσεις που αδειάζουν. Οι ίδιες πληροφορίες λένε «ότι η κυβέρνηση δεν μετακινήθηκε ούτε εκατοστό από τις προθέσεις της». Επισημαίνεται επίσης από εκκλησιαστικούς κύκλους ότι «10.000 φεύγουν για να προσληφθούν 10.000. Αν ο παπάς δεν πληρωθεί τότε θα στραφεί εναντίον της Εκκλησίας όχι του κράτους, όπως σήμερα».

Τι προβλέπεται για τη μισθοδοσία του κλήρου σύμφωνα με το υπουργείο Παιδείας

Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει το υπουργείο Παιδείας «ειδικά ως προς τη μισθοδοσία του κλήρου, η προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση όχι μόνο δεν θίγει το υφιστάμενο καθεστώς, αλλά αντιθέτως το βελτιώνει ουσιωδώς, καθώς η νομική θέση και τα δικαιώματα (υπηρεσιακά, μισθολογικά, ασφαλιστικά, συνταξιοδοτικά κ.ά.) των κληρικών για πρώτη φορά κατοχυρώνονται με τις θεσμικές εγγυήσεις που παρέχει η κύρωση διμερούς συμφωνίας.»

 Το υπουργείο υπογραμμίζει  

  • Παραμένει αμετάβλητο και δεν θίγεται το υπηρεσιακό καθεστώς και η μονιμότητα, όπως ισχύει σήμερα, των κληρικών ως θρησκευτικών λειτουργών και υπαλλήλων N.Π.Δ.Δ..
  • Παραμένει αμετάβλητο και δεν θίγεται το ύψος των αποδοχών των κληρικών, το οποίο εξακολουθεί να καθορίζεται από το ενιαίο μισθολόγιο όπως εκάστοτε ισχύει και ακολουθεί τις αυξήσεις των δημοσίων υπαλλήλων.
  • Παραμένει αμετάβλητος και δεν θίγεται ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής των αποδοχών των κληρικών, η οποία θα εξακολουθήσει να ενεργείται από την Ενιαία Αρχή Πληρωμής.

Πιο αναλυτικά

Κατοχύρωση και εγγύηση της μισθοδοσίας του κλήρο

Δημιουργείται Ταμείο Μισθοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, με λογαριασμό τηρούμενο στην Τράπεζα της Ελλάδος, το οποίο θα διαχειρίζεται τη μισθοδοσία του κλήρου. Στο Ταμείο Μισθοδοσίας καταβάλλεται ετησίως από το κράτος, σε αναγνώριση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συμφωνία, η δαπάνη μισθοδοσίας του αριθμού των σήμερα μισθοδοτούμενων κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο αριθμός αυτός θα παραμείνει αδιάπτωτος.

Προβλέπεται πρόσθετη δυνατότητα μισθοδοσίας περαιτέρω αριθμού κληρικών με δαπάνες της Εκκλησίας. Η καταβολή της μισθοδοσίας ενεργείται δια της Ενιαίας Αρχής Πληρωμής. Δεν επηρεάζονται οι συνταξιούχοι κληρικοί. Η καταβολή των αποδοχών γίνεται την ίδια ημέρα και κατά τον ίδιο τρόπο που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις για τη μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίες είναι αναλόγως εφαρμοστέες και στο Ταμείο Μισθοδοσίας. Οι λογαριασμοί του Ταμείου ελέγχονται σε ετήσια βάση απολογιστικά από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Διασφαλίζεται απολύτως το υπηρεσιακό, εργασιακό, μισθολογικό και ασφαλιστικό καθεστώς, όπως και το σύνολο των εργασιακών, ασφαλιστικών, συνταξιοδοτικών και κάθε είδους δικαιωμάτων του εφημεριακού κλήρου και του λοιπού προσωπικού των νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος. Καταρτίζεται ενιαίο Μητρώο Κληρικών και Λαϊκών Υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Διασφαλίζεται η σημερινή ιδιότητά τους ως λειτουργών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και η μονιμότητά τους όπως αυτή προβλέπεται από τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το ύψος των κάθε είδους αποδοχών τους δεν θίγεται και εξακολουθεί, όπως και σήμερα, να καθορίζεται από το ενιαίο μισθολόγιο και από το ειδικό μισθολόγιο των αρχιερέων.

Διασφαλίζονται οι οργανικές θέσεις των κληρικών και λοιπών υπαλλήλων των νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος δύναται να ανακατανέμει της οργανικές θέσεις στα νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας.

Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας

Συνιστάται ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας Ανώνυμη Εταιρεία» και διακριτικό τίτλο «Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας – ΤΑΕΠ». Στο Ταμείο ανατίθεται η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση (χωρίς εξουσία διάθεσης) των περιουσιακών στοιχείων των οποίων η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα αμφισβητείται, από το έτος 1952 και εφεξής, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος. Στο Ταμείο μπορεί επίσης να ανατεθεί η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση και μη αμφισβητούμενων περιουσιακών στοιχείων, των οποίων η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα ανήκει σε νομικό πρόσωπο της Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά από σύναψη σύμβασης με αυτό.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, συγκροτείται επιτροπή για την καταγραφή των διαμφισβητούμενων περιουσιακών στοιχείων. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου είναι πενταμελές και ορίζεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων για θητεία πέντε (5) ετών, που μπορεί να ανανεώνεται για ίσο χρονικό διάστημα.

Ανά δύο (2) μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου υποδεικνύουν καθένας από τους μετόχους του Ταμείου, Ελληνικό Δημόσιο και Εκκλησία της Ελλάδος, και ένα (1) μέλος, το οποίο ορίζεται ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, υποδεικνύεται από κοινού από το Ελληνικό Δημόσιο και την Εκκλησία της Ελλάδος. Τα έσοδα του Ταμείου από τη διαχείριση κάθε περιουσιακού στοιχείου, μετά την αφαίρεση των λειτουργικών δαπανών διαχείρισης και μετά τη δημιουργία αποθεματικού σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αποδίδονται κατά ποσοστό 50% στο Ελληνικό Δημόσιο και κατά ποσοστό 50% στο νομικό πρόσωπο το οποίο εισέφερε το περιουσιακό στοιχείο.

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»: Μαξίμου: Την ερχόμενη εβδομάδα το σχέδιο για την προστασία της πρώτης κατοικίας