Το δεύτερο ημίχρονο μόλις τώρα ξεκίνησε

6

Το δημοφιλέστερο πολιτικό και δημοσιογραφικό κλισέ θέλει τους αριθμούς να «λένε πάντα την αλήθεια». Στην πραγματικότητα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: οι αριθμοί λένε πάντοτε την αλήθεια αυτού που τους χρησιμοποιεί. Αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα, δεν θα υπήρχε κανένας απολύτως λόγος τα κόμματα και οι αναλυτές να διασταυρώνουν τα ξίφη τους πάνω από τις δημοσκοπήσεις. Στην πολιτική, άλλωστε, τα ποτήρια είναι ταυτοχρόνως και μισοάδεια και μισογεμάτα.

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΧΑΙΡΑΣ

Εξαρτάται ποιος, από πού και με ποια προδιάθεση τα βλέπει. Μια διαφορά, για παράδειγμα, της τάξης των έξι, επτά ή και περισσότερων εκατοστιαίων μονάδων μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους: και ως προανάκρουσμα της νίκης αυτού που προηγείται και ως ένδειξη πολιτικής αντοχής αυτού που έπεται. Ετσι συμβαίνει και με τις δημοσκοπήσεις τελευταίας γενιάς, οι οποίες ναι μεν καταγράφουν ένα ισχυρό προβάδισμα της ΝΔ έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο, ωστόσο, συγκρινόμενο με τα ευρήματα πρόσφατων μετρήσεων των ίδιων εταιρειών, αποδεικνύεται μικρότερο σε σχέση με το παρελθόν. Η διπλή ανάγνωση δεν είναι κόλπο – είναι, απλώς, αναπόφευκτη. Πράγματι, με βάση τα συγκεκριμένα ευρήματα, δικαιούται τόσο η ΝΔ να υποστηρίξει ότι «κλείδωσε» το αποτέλεσμα όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ να αισιοδοξεί ότι στο διάστημα που απομένει μπορεί να γυρίσει το παιχνίδι. Μαγική εικόνα; Μόνο από πρώτη άποψη… Γιατί αν ξύσουμε λίγο την κρούστα της επικοινωνίας και των πολιτικών εντυπώσεων που θεμιτό είναι να καλλιεργούν οι δύο μονομάχοι, θα αντικρίσουμε μια εικόνα που δεν προσφέρεται για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, πόσω μάλλον ισχυρών βεβαιοτήτων. Οι μετρήσεις που βλέπουν αυτή την περίοδο το φως της δημοσιότητας αποτυπώνουν τις διαθέσεις της κοινής γνώμης σε μια φάση «νεκρή» εκλογικά, χωρίς, δηλαδή, άμεσο εκλογικό διακύβευμα. Από τη στιγμή, μάλιστα, που οι εξελίξεις ακύρωσαν το εκλογικό αίτημα της ΝΔ και στέλνουν τις κάλπες στα βάθη του εκλογικού χρόνου, κανείς δεν μπορεί να βάλει το χέρι του στη φωτιά -εκτός εάν έχει προσωπικούς και πολιτικούς λόγους να το κάνει- ότι οι σημερινοί συσχετισμοί θα παραμείνουν ακλόνητοι. Από μια ψύχραιμη ανάγνωση των μετρήσεων, άλλωστε, αυτό που προκύπτει είναι ότι η ΝΔ συσπειρώνει το μεγαλύτερο μέρος της εκλογικής της βάσης – με άλλα λόγια, πετυχαίνει συσπείρωση που κινείται στα επίπεδα του 85%. Τι σημαίνει αυτό; Οχι κατ’ ανάγκην κάτι θετικό… Η μεγάλη συσπείρωση «δένει» το αφήγημα της πολιτικής υπεροχής, υποδηλώνει, ωστόσο, και την ανάγκη της ΝΔ να προσελκύσει νέα εκλογικά ακροατήρια, εάν και εφόσον ο στόχος της παραμένει η κατάκτηση της αυτοδυναμίας. Το πόσο εύκολο είναι να συμβεί αυτό δεν είναι μετρήσιμο. Στις συνθήκες που διαμορφώνουν, μάλιστα, οι διαδικασίες εκλογής νέας ηγεσίας στον χώρο της Κεντροαριστεράς, αλλά και η ισχυροποίηση των σκληρών δεξιών στο εσωτερικό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η ΝΔ είναι προφανές ότι χάνει τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως η δεσπόζουσα δύναμη του μεσαίου χώρου. Αν σε αυτό προστεθεί επίσης η ισχυρή ενίσχυση που παρέχει στην κυβέρνηση Τσίπρα η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ, η προσπάθεια να παρασταθούν οι επόμενες εκλογές ως μάχη που δίνει ο αστικός κόσμος έναντι των «εισβολέων» του ΣΥΡΙΖΑ είναι προφανές ότι υπακούει σε σενάρια άλλων εποχών. Από την άλλη πλευρά, οι μερίδες εκείνες του εκλογικού σώματος που απέσυραν την εμπιστοσύνη τους προς τον ΣΥΡΙΖΑ τη διετία που πέρασε είναι προφανές ότι δεν έλκονται από τη ΝΔ και γεμίζουν τη δεξαμενή των αναποφάσιστων. Παραμένουν, υπό την έννοια αυτή, εκλογικός πληθυσμός διεκδικούμενος, η τελική στάση του οποίου θα προσδιοριστεί από το πολιτικό και οικονομικό κλίμα του διαστήματος που απομένει μέχρι την επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Με ποδοσφαιρικούς όρους, το παιχνίδι παραμένει ανοιχτό, η τακτική των αντιπάλων αναπροσαρμόζεται. Ούτως ή άλλως, το δεύτερο ημίχρονο μόλις τώρα ξεκίνησε…

    Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 22 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 5/11/2017