Η διπλή «επιτυχία» της τουρκικής κατοχής

Οι σημερινές επιπτώσεις από την εισβολή στην Κύπρο, με την Άγκυρα να διασπά την ελληνική ισχύ και το ανοιχτό ενδεχόμενο κατάληψης ολόκληρου του νησιού



26 Αυγούστου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 11:32 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 11:37 μμ


Η διεκδίκηση της ελευθερίας για την αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας στην Κύπρο συνιστά μονόδρομο για την κυπριακή ηγεσία και την ηγεσία της Ελλάδας, ακριβώς γιατί η επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τον ελληνισμό ευρύτερα και το ελλαδικό κράτος. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η μέχρι τούδε πορεία διαπραγμάτευσης ή συζήτησης για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος βρίσκεται σε λανθασμένη διαδρομή, η οποία εάν υλοποιηθεί στη βάση που τίθεται σήμερα, μπορεί να καταστεί μοιραία για την επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού.

Του Χριστόδουλου Γιαλλουρίδη*

Η Κύπρος υφίσταται ως ανεξάρτητη δημοκρατία η οποία έχει πολιτικές συμμαχίες με τον διεθνή παράγοντα, καθώς συμπίπτουν συμφέροντα και γεωπολιτικές υπεραξίες υποστήριξης της ύπαρξης και της πορείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό σημαίνει πως η Κύπρος μπορεί και οφείλει, αξιοποιώντας τα δεδομένα των γεωπολιτικών συνιστωσών, να συνεχίσει να δίνει τη μάχη της επιβίωσης και της διατήρησης της ανεξαρτησίας κράτους και λαού.

Παράλληλα, η Αθήνα οφείλει να συνειδητοποιήσει, όχι μόνο τον άρρηκτο ιστορικό και εθνικό δεσμό που συνδέει την Ελλάδα με την Κύπρο αλλά και τη γεωστρατηγική διάσταση διασύνδεσης του ελληνισμού, διά της οποίας η Αθήνα έχει στρατηγική παρουσία διά της Κύπρου στη νοτιοανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, πράγμα που αναβαθμίζει τη δεδομένη υπεραξία της Ελλάδας στον κόσμο των κρατών.

Επισημαίνουμε πως την κατά τα ανωτέρω προβληθείσα γεωστρατηγική και ιστορική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου, η Τουρκία από τη δεκαετία του 1950 διείδε εγκαίρως ως συνθήκη περικύκλωσης της τουρκικής κρατικής οντότητας. Προς τούτο αποφάσισε διά του Σχεδίου Αττίλας, διά χειρός Νιχάτ Ερίμ, τη διάρρηξη του δεσμού Ελλάδας – Κύπρου και της γεωστρατηγικής σχέσης των δύο μερών του ελληνισμού, έτσι ώστε η Κύπρος, ούσα μόνη και αβοήθητη, να καταστεί ευάλωτος χώρος για τις στρατηγικές στοχεύσεις της Άγκυρας. Σημειωτέον, διαχρονικά η τελευταία είχε, ως γνωστόν, και τη γεωπολιτική υποστήριξη του βρετανικού παράγοντα προς τούτο.

Η προβολή της αντίληψης ότι η Κύπρος είναι κρατική οντότητα της οποίας η πολιτική διάσταση και το ειδικό βάρος επιβάλλει την ανεξάρτητη παρουσία της στον κόσμο και στην περιοχή αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων, όχι μόνο εσφαλμένη προσέγγιση αλλά και επικίνδυνη για την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας και του κυπριακού ελληνισμού, πράγμα που προσδιορίζεται ως εκ της γεωπολιτικής της θέσης και της γεωστρατηγικής προσέγγισης του διεθνούς περιβάλλοντός της. Ταυτόχρονα, υποδηλώνει μια τουλάχιστον αφελή οπτική των διεθνών σχέσεων κρατών και πολιτειακών οντοτήτων, στον βαθμό που η διεθνής πολιτική προβάλλει μέσα από την αλληλεξάρτηση και τη σύμπραξη συμμαχιών και συνεργασιών που οδηγούν και σε συμμαχίες υποστήριξης κοινών στρατηγικών στόχων, πολλώ μάλλον δε όταν τούτες άπτονται σχέσεων ομοεθνών πολιτειακών σχημάτων, όπως συμβαίνει μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου.

Κατά τα ανωτέρω, με δεδομένο το γεγονός της ιδίας ευθύνης καλλιέργειας συνθηκών εν τέλει μη αξιόπιστης υπεράσπισης του κυπριακού χώρου από εθνικές δυνάμεις του ελληνισμού, πρέπει κανείς σήμερα να συνειδητοποιήσει πως οι διάφορες δοξασίες και κατασκευές που δημιουργούν εντυπώσεις ή παραστάσεις επικείμενης επίλυσης διά της λεγόμενης διζωνικότητας δεν ανταποκρίνονται στις πολιτικές πραγματικότητες του διεθνούς περιβάλλοντος. Οφείλουν τα διδάγματα του παρελθόντος να αποτελέσουν μαθήματα του παρόντος, έτσι ώστε να μην αφεθεί ο ελληνισμός να προχωρήσει σε βηματισμούς που εμπεριέχουν μια βέβαιη κίνηση διακινδύνευσης του μέλλοντός του, αλλά αντιθέτως να είναι σε θέση να διαγιγνώσκει τη διάσταση πως διά της απώλειας της Κύπρου ενεργοποιείται η απαρχή συρρίκνωσης της ελληνικής επικράτειας.

Στοχοθετημένη στρατηγική

Η τουρκική εισβολή του 1974 πέτυχε την ανατροπή ενός ιστορικοπολιτιστικού πλαισίου πολιτικής πραγματικότητας του ελληνισμού και επέβαλε διά της βίας την παρουσία της Άγκυρας ως ηγεμονικής δύναμης στην Κύπρο, τη νοτιοανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Η Άγκυρα κατέστη διά της Κύπρου δύναμη προβολής ισχύος και στρατηγικής παρουσίας, ενώ ταυτόχρονα απέκτησε τον ρόλο που διατηρούσε εν τοις πράγμασι ή δυνάμει η Ελλάδα στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, όπου οι ισορροπίες δυνάμεων μετεβλήθησαν άρδην υπέρ της Τουρκίας. Διά της καταλήψεως της βόρειας περιοχής της Κύπρου η στρατιωτική ισχύς πλέον προβάλλεται, όχι από τα παράλια της Μικράς Ασίας, αλλά από τα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα οποία κατέχονται παρανόμως μεν, πραγματικά δε. Παράλληλα, η κατοχή της βόρειας περιοχής της Κύπρου επιτρέπει στην Τουρκία, όχι μόνο να διεκδικεί σταδιακά κατά τον α’ ή β’ τρόπο τον έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου, αλλά και τη στρατηγική διασύνδεση του ελέγχου της Κύπρου με τη νοτιοανατολική Μεσόγειο και δη τα Δωδεκάνησα, όπως και την περιοχή του Αιγαίου, της οποίας την ελληνική κυριαρχία η Άγκυρα ουδέποτε ουσιαστικά απεδέχθη.

Κατόπιν τούτων και μετά το 1974 η Άγκυρα, εφαρμόζοντας πιστά, ανεξαρτήτως του ποιος ηγείται της χώρας, το αρχικό της σχέδιο, μετακινεί τις διεκδικήσεις της από τον χώρο της νοτιοανατολικής Μεσογείου, τον οποίο και εμφανίζεται να εποπτεύει, προς την αιγαιοπελαγίτικη λεκάνη της Μεσογείου, όπου και η προβολή διεκδίκησης του θαλάσσιου χώρου του Αιγαίου μεταφράζεται σε απαίτηση ισομερούς διάσπασής του σε δύο θαλάσσιες ζώνες, των νήσων και βραχονησίδων συμπεριλαμβανομένων. Στο Αιγαίο η Άγκυρα επιδιώκει τη διάσπαση του χώρου κατά μήκος του 25ου μεσημβρινού, στη δε Δωδεκάνησο αποσκοπεί στην αναθεώρηση της παραχώρησής τους από την Ιταλία στην Ελλάδα, με στόχο τη συμμετοχή της ως κυρίαρχης δύναμης στον έλεγχό τους. Η τουρκική θεώρηση υποστηρίζει την εγγύτητα προς περιοχές και όχι το διεθνές δίκαιο.

Φόβοι «πνιγμού»

Στο ίδιο πλαίσιο η τουρκική αντίληψη αντίκρισε από τη δεκαετία του 1950 και την κυπριακή περίπτωση, θεωρώντας την όχι ως μετααποικιακή δομή με δικαίωμα αυτοδιάθεσης, όπως καταγράφεται από το διεθνές δίκαιο, αλλά ως προέκταση του υφάλου της Ανατολίας, από τον οποίο αποσπάστηκε κάποτε πριν από μερικές χιλιετίες και στον οποίο υπάγεται μέχρι σήμερα. Για την Τουρκία, τόσο η Κύπρος όσο και τα Δωδεκάνησα δεν συνιστούν απλώς διεκδικούμενες κτήσεις, τις οποίες επιδιώκει να ελέγξει κατά τον συνήθη γεωστρατηγικό τρόπο του σκέπτεσθαι της τουρκικής κρατικής οντότητας, αλλά η προσέγγιση της Άγκυρας συνίσταται στην αντίληψη ενός συνδρόμου υπαρκτού βρόχου που απειλεί να πνίξει το τουρκικό πολιτικό σύστημα, πράγμα που παραπέμπει σε ζητήματα κρίσιμης εθνικής ασφάλειας, δεδομένου του φόβου επερχόμενης νησιωτικής ελληνικής περικύκλωσης της τουρκικής ενδοχώρας.

Το γεγονός αυτό υφίστατο, ούτως ή άλλως, παραπέμποντας στην ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα το 1947. Η δε Κύπρος, στο ενδεχόμενο ένωσής της με την Ελλάδα, θα αποτελούσε το επιστέγασμα μιας τέτοιας περικύκλωσης στην ολοκλήρωσή της, πράγμα που για την Άγκυρα θα συνιστούσε ένα δυνάμει κρατικό πνιγμό. Μια τέτοια παράσταση απειλής υποβόσκει και στη σημερινή εκδήλωση των δεδομένων της ΑΟΖ, όπου, κατά την τουρκική άποψη, ενδεχόμενη ενοποίηση των ΑΟΖ Κύπρου – Ελλάδας θα συντελούσε σε μια ολοκληρωμένη θαλάσσια περικύκλωση των δύο χωρών του ελληνισμού εις βάρος της τουρκικής επικράτειας.

Η Τουρκία κινείται σε όλη της τη νεότερη διαδρομή με βάση τη διασφάλιση μιας κυρίαρχης παρουσίας, όπου το σύνδρομο εθνικής ασφάλειας αποτελούσε και αποτελεί μέχρι σήμερα το κριτήριο της στρατηγικής κίνησης του τουρκικού πολιτικού συστήματος στην περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου. Η ανάγνωση του τουρκικού φαινομένου, που οφείλει να ιδωθεί όχι αποσπασματικά ή επικεντρωμένα σε ορισμένα σημεία, αλλά ως ένα σύνολο διαδρομής, επιτρέπει στον ελληνισμό να διαπιστώσει μια συστηματικά προδιαγεγραμμένη και με συνέπεια στοχοθετημένη στρατηγική πορεία του τουρκικού πολιτικού συστήματος, το οποίο απέβλεπε εξαρχής στην έξοδό του από μια ενδεχόμενη περικύκλωση του ελληνισμού, τη διάσπαση των δύο κρατικών οντοτήτων και την κατά μόνας επιδίωξη κηδεμόνευσής τους. Η επιτυχία της Άγκυρας συνίσταται στο γεγονός πως η ελληνική στρατηγική ήταν ή αποσπασματική και μεμονωμένη κατά καιρούς ή ανύπαρκτη, με την έννοια πως δεν είχε διάρκεια και μακράς διαδρομής στοχοθεσία, που να επέρχεται ανεξαρτήτως κυβερνήσεων και καθεστώτων.

Εκβιαστικά διλήμματα

Πρέπει να σημειώσουμε πως η ΑΟΖ εκδηλώνεται ως τμήμα της επικράτειας της χώρας και εξ αυτού και μόνο τα κράτη, και ιδιαιτέρως η Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά και εφόσον προβεί στα αναγκαία βήματα ανακήρυξής της και η Ελλάδα, είναι υποχρεωμένα να στηρίζουν και να υπερασπίζονται τις ΑΟΖ τους, γιατί κατ’ αυτό τον τρόπο υπερασπίζονται την επικράτειά τους, τουτέστιν τη raison d’être της κρατικής τους υπόστασης.

Εν κατακλείδι, με δεδομένη την αντίστοιχη προβολή τουρκικής ισχύος σε όλη τη θαλάσσια ζώνη της νοτιοανατολικής Μεσογείου και τις μόνιμες και εμφανείς αξιώσεις για συγκυριαρχία στο Αιγαίο, τίθενται εκβιαστικά διλήμματα απέναντι στον ελληνισμό, για τα οποία πρέπει, αφού αναγνωρίζονται ως υπαρκτά, να αναπτύσσονται αντίστοιχες στρατηγικές αποτρεπτικής αντιμετώπισής τους.

* Καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής / Διευθυντή Κέντρου Ανατολικών Σπουδών, Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 408 του περιοδικού «Επίκαιρα» που κυκλοφόρησε στις 3 Αυγούστου 2019.

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»: Ανάλυση: Το Δίκαιο της θάλασσας και η ΑΟΖ – Κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας η επέκταση στα 12 μίλια