Κράτος δικαστών και κράτος του νόμου

11

Γράφει ο Μενέλαος Γκίβαλος*

«Ευρισκόμεθα σε μια πορεία για την ανάδειξη του “κράτους των Δικαστών”. Υπήρξε σφάλμα η απόδοση των πρωτείων στην Πολιτική έναντι του Δικαίου. Εχει έλθει ο καιρός ώστε να αποκαταστήσουμε το Δίκαιο, αποδίδοντάς του τη θέση που του ανήκει» (René Marcic, «Από το Κράτος του Νόμου στο Κράτος των Δικαστών», 1957. Αναφορά Ν. Ανδρουλάκη, εις κράτος δικαστών, 1985, σελ. 1.057). Αμφιλεγόμενος, βεβαίως, ο όρος περί «κράτους των δικαστών», ο οποίος διατυπώθηκε μεταπολεμικά στη Γερμανία και αφορούσε σε άμεσες παρεμβάσεις του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Γερμανίας σε νομοθετήματα μείζονος κοινωνικού χαρακτήρα (εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, αμβλώσεις). Πέραν όμως των (εύλογων) ενστάσεων για το περιεχόμενο του όρου «κράτος των δικαστών», υπάρχουν επιμέρους μείζονος σημασίας εκδηλώσεις και αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων, στις οποίες η νομική προσέγγιση και «θεμελίωση» έχει τυπικό – προσχηματικό χαρακτήρα, ενώ, αντίθετα, είναι κατάδηλος ο πολιτικός χαρακτήρας της παρέμβασης. Ιδιαίτερα στην κρίσιμη περίοδο που διανύουμε, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι από την έναρξη της «εποχής των μνημονίων» μέχρι σήμερα η δικαστική εξουσία αποκάλυψε σε μεγάλο βαθμό τις εγγενείς αδυναμίες της – και μάλιστα σε δύο επίπεδα. Το πρώτο αφορούσε και αφορά στον έκδηλο πολιτικό χαρακτήρα ορισμένων αποφάσεών της, το δε δεύτερο στις ιδιοτελείς αντιλήψεις και στάσεις που επικρατούν σε τμήμα του δικαστικού σώματος. Κατά τα τελευταία μνημονιακά χρόνια, πολλές αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων προσέλαβαν προφανή πολιτικό χαρακτήρα. Πολλά νομοθετήματα που περιελάμβαναν σκληρά, ακραία μνημονιακά μέτρα, που όχι μόνο κινούνταν στις παρυφές του Συντάγματος, αλλά και εμφανώς υπερέβαιναν διατάξεις, επικυρώθηκαν χωρίς δισταγμούς. Προβλήθηκε ως αιτιολογία η επίκληση μείζονος «ανάγκης», μόνο που η «ανάγκη» αυτή κάλυπτε απλώς τις απαιτήσεις των δανειστών. Η πραγματική ανάγκη της ίδιας της επιβίωσης όσων επλήγησαν καίρια από τα μνημονιακά μέτρα, ο σφαγιασμός συντάξεων και αποδοχών και η εκθεμελίωση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελούσαν, δυστυχώς, για κάποιους ανώτατους δικαστές «κανονικότητα» και ευταξία… Με τον τρόπο αυτό όμως οι αποφάσεις αυτές των ανωτάτων δικαστηρίων αποτέλεσαν και αποτελούν μια άτυπη μεν, αλλά ισχύουσα νέα νομοθετική δομή. Διαμορφώθηκε συνεπώς στην πράξη ένα «μνημονιακό παρα-Σύνταγμα», ένα «καθεστώς» που ακύρωνε ή απαξίωνε στην ουσία πρωτογενή και απαράγραπτα δημοκρατικά, πολιτικά, κοινωνικά, εργασιακά δικαιώματα. Παράλληλα, κατά την ίδια περίοδο, λίστες μεγάλων φοροφυγάδων και φοροκλεπτών «ξεχάστηκαν» στα συρτάρια και οδηγήθηκαν στην παραγραφή. Αλλωστε, όπως απεφάνθη μέσα από μια αμιγώς πολιτικοοικονομική διατύπωση πρόσφατη δικαστική απόφαση, δεν θα πρέπει να καταργηθεί η παραγραφή, διότι «ούτε οι εφοριακοί έχουν τον χρόνο να ελέγξουν τις παρελθούσες υποθέσεις ούτε και θα πρέπει -μέσα από τη διαδικασία του επανελέγχου- να προκληθεί αναστάτωση στην επιχειρηματική δραστηριότητα»… Θα επισημάνουμε ότι οι στάσεις και οι αντιλήψεις αυτές αφορούν σε μια μερίδα, σε έναν «σκληρό πυρήνα» του δικαστικού σώματος. Ομως οι μείζονες ηθικοπολιτικές και ιδεολογικές προεκτάσεις των αποφάσεων αυτών, όπως και οι επιπτώσεις τους πάνω σε κρίσιμα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα, διαμορφώνουν μια γενικότερη δυσμενή εικόνα για τη δικαστική εξουσία. Μια εικόνα που αδικεί κατάφωρα μια μερίδα δικαστών, οι οποίοι επιτελούν το λειτούργημά τους επιδεικνύοντας υψηλό ήθος και ανιδιοτελή αφοσίωση στην ιδέα του δικαίου και παραμένουν αφανείς, αποτελώντας το τελευταίο αλλά και το πλέον ισχυρό εχέγγυο για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Η δικαστική εξουσία από τη φύση της και από τον ιστορικό ρόλο που διαδραματίζει ως «πυλώνας» του αστικού συστήματος διέπεται από έναν εγγενή συντηρητισμό, που εκδηλώνεται συχνά τη στιγμή της απόφασης. Οπως και κάθε κρατικός – εξουσιαστικός θεσμός του κράτους και της σύγχρονης καπιταλιστικής – νεοφιλελεύθερης δομής, ο θεσμός της δικαστικής εξουσίας αποτελεί κι αυτός συμπύκνωση και έκφραση κοινωνικών συμφερόντων και σχέσεων, όπως αναλύθηκε από τον αείμνηστο Νίκο Πουλαντζά στον πολυετή και γόνιμο διάλογό του με τον R. Miliband, που αφορούσε στη φύση και στον βαθμό αυτονομίας των κρατικών θεσμών. Ποιο είναι το συμπέρασμα; Οτι ο ρόλος και η δράση της δικαστικής εξουσίας επηρεάζονται μόνο μερικώς από την κοινωνική – ταξική προέλευση των μελών της, ενώ καίρια είναι η επιρροή ενός εγγενούς συντηρητισμού που αναπαράγεται ιστορικά από την ίδια τη φύση του θεσμού. Και αυτό το φαινόμενο ενισχύεται, αφού το ίδιο το δικαστικό σώμα θεσμικά αυτοαναγορεύεται σε έναν κλειστό μηχανισμό, που απαγορεύει όχι απλώς τον έλεγχο, αλλά ακόμα και τη διατύπωση γνώμης ή κριτικής στις αποφάσεις του. Αυτή όμως η ιστορικά παγιούμενη αντίληψη οδηγεί κάποιες φορές στην πλήρη αυτονόμηση της δικαστικής εξουσίας από την κοινωνία, από τη λαϊκή βούληση, από την ίδια τη λαϊκή κυριαρχία. Η αντίληψη ενός σκληρού πυρήνα δικαστών ότι «ο νόμος είμαι εγώ» («la loi c’est moi») αποτελεί έκφραση αυταρχισμού και εκδήλωση περιφρόνησης προς την κοινωνία και τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Η αυτονομία και η αυτοτέλεια της δικαστικής εξουσίας διασφαλίζονται όταν αυτή η ίδια δεν επηρεάζεται ούτε από οικονομικά και κομματικά συμφέροντα και συσχετισμούς ούτε, από την άλλη πλευρά, από ιδιοτελείς προσεγγίσεις και σκοπιμότητες. Ο δικαστής θα πρέπει να επικεντρώνεται στον «σκοπό» του νομοθέτη, στο ουσιώδες, στο αξιακό περιεχόμενο του νόμου, να έχει συνείδηση των ανθρώπινων και κοινωνικών αξιών που τίθενται υπό διακινδύνευση. Να αναφέρεται σύμφωνα με την καντιανή επιταγή «στις αρχές του Λόγου» όταν βρίσκεται μπροστά σε συγκρουόμενα συμφέροντα. Γιατί πολλές φορές ο νομικός τεχνικισμός, η γραμμική – τυπική ερμηνεία διατάξεων (σε αφαίρεση από το νόημα και την ουσία του νόμου) δεν αποτελούν παρά προσχήματα για την εξυπηρέτηση πολιτικών και οικονομικών σκοπιμοτήτων. Οπως σημειώνει ο κορυφαίος εκπρόσωπος της σχολής του νομικού ιστορισμού Carl von Savigny, «ερμηνεία είναι η αποκατάσταση της σκέψης που βρίσκεται στον νόμο». Και όχι η επιβολή της σκέψης του δικαστή πάνω στον νόμο, θα προσθέταμε… Δυστυχώς, τα όσα θλιβερά διαδραματίστηκαν τις τελευταίες μέρες με το «πόθεν έσχες» των δικαστικών επιβεβαιώνουν ότι βρισκόμαστε μακριά από το επιθυμητό. Γιατί, πέραν της ιστορικής της αποστολής, η δικαστική εξουσία θα πρέπει να προστατεύσει την αξιοπιστία της (και να διασφαλίσει τον σεβασμό που της οφείλεται) από τον «σκληρό πυρήνα» που βρίσκεται στο εσωτερικό της και δρα αποθεμελιωτικά για την ίδια. Πριν να είναι για όλους αργά.

* Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 21 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 28/10/2017