Σκοπιανό: Πάμε σαν άλλοτε;

17

ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, το θέμα των ορίων και των υπερβάσεών τους, το πλαίσιο, δηλαδή, μέσα στο οποίο θεωρούνται θεμιτές οι πολιτικές διαμάχες, είναι μια παλιά και πονεμένη ιστορία. Οι περίφημες «κόκκινες γραμμές» μοιάζουν με λάστιχο, καθώς όλοι έχουν πει και έχουν κάνει… σχεδόν τα πάντα. Με μία εξαίρεση: στα λόγια, τουλάχιστον, οι περισσότεροι συμφωνούν ότι τα εθνικά θέματα θα πρέπει να βρίσκονται εκτός κομματικών αντιδικιών, χωρίς, βεβαίως, αυτό να σημαίνει ότι δεν νοούνται και «παρεκτροπές». Η ιστορία της Μεταπολίτευσης, άλλωστε, είναι διάστικτη από περιστατικά όπου η σιωπηρή αυτή συμφωνία έσπασε χάριν της δικαίωσης προσωπικών στρατηγικών και συναφών προτεραιοτήτων.

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΧΑΙΡΑΣ

ΤΟ ΙΔΙΟ, κατά τα φαινόμενα, συμβαίνει και τώρα, όπου ο αρχηγός της ΝΔ βάζει σε δεύτερη μοίρα την επίλυση του στοιχειωμένου Σκοπιανού, θεωρώντας ότι αυτό που προέχει δεν είναι η άρση της εκκρεμότητας που ταλανίζει επί δεκαετίες την εξωτερική πολιτική της χώρας, αλλά η ανάδειξη των εσωτερικών αντιφάσεων της κυβέρνησης.

Χριστουγεννιάτικα, λοιπόν, και παρά τις σαφείς ενδείξεις ότι η ηγεσία της γείτονος απομακρύνεται από την παράδοση του αλυτρωτισμού, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε μέσω του «Βήματος» ζήτημα δεδηλωμένης, υποστηρίζοντας ότι, αν ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ δεν μπορούν να συμφωνήσουν για το Σκοπιανό, η κυβέρνηση πρέπει να παραιτηθεί. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, μάλιστα, καθώς πολλοί θεωρούν ότι το ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων περνάει στη Βουλή και άνευ της συγκατάθεσης Καμμένου, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης έσπευσε να υπογραμμίσει ότι «δεν νοείται εθνική συνεννόηση, χωρίς να υπάρξει προηγουμένως συγκεκριμένη και συμφωνημένη γνώμη από τους δύο κυβερνητικούς εταίρους».

ΠΡΟΦΑΝΩΣ, δεν είναι της παρούσης να αναλυθούν διεξοδικά τα βαθύτερα κίνητρα της κίνησης Μητσοτάκη. Η σπουδή του, άλλωστε, να απορρίψει προκαταβολικά οποιαδήποτε πρωτοβουλία της κυβέρνησης -ακόμα κι αν αυτή κινείται στη γραμμή που χάραξε το Βουκουρέστι το 2008, δηλαδή στην υιοθέτηση σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό erga omnes- και η πρόθεσή του να ακυρώσει την πιθανότητα σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών δεν υπακούουν μόνο στην… επικυριαρχία Σαμαρά – Αδωνι και στις εύθραυστες ισορροπίες που αυτή προκαλεί. Το θέμα «Σκόπια» φαίνεται πως βάζει στον πειρασμό πολλούς στη ΝΔ, που θεωρούν ότι, κάνοντας τους δύσκολους, πιάνουν επαφές με τα σκληρά ακροατήρια και πολιορκούν τα ακροδεξιά κοινά.

ΑΞΙΖΕΙ ΟΜΩΣ ο στόχος αυτός και οι παραλυτικές εσωκομματικές ισορροπίες για να ανατρέψει ο πρόεδρος της ΝΔ ακόμα και την ίδια την… οικογενειακή του παράδοση; Γνωστό είναι, άλλωστε, ότι τόσο ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, που ήθελε αλλά δίστασε να

αποδεχτεί το πακέτο Πινέιρο και την ονομασία «Σλαβομακεδονία», όσο και η Ντόρα Μπακογιάννη κινήθηκαν στη συγκεκριμένη υπόθεση με γνώμονα περισσότερο τη συνεννόηση και λιγότερο τη ρήξη.

Το 1993, η σύγκρουση του τότε πρωθυπουργού, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, με τον υπουργό Εξωτερικών, Αντώνη Σαμαρά, με βασικό σημείο τριβής το «Μακεδονικό», είχε ως αποτέλεσμα την πτώση της κυβέρνησης. Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, η ιστορία κάνει κύκλο, διατηρώντας ακόμα στην τροχιά της -και μάλιστα σε κεντρικούς ρόλους- είτε τα ίδια πρόσωπα είτε τους γόνους των τότε πρωταγωνιστών.

ΤΙ ΕΧΕΙ ΑΛΛΑΞΕΙ; Πρώτον, το γεγονός ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν εξαρτάται ούτε από τις προθέσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη ούτε από τις βουλήσεις του Αντώνη Σαμαρά. Και, δεύτερον, η θέληση της μεγάλης πλειονότητας της κοινής γνώμης, που δείχνει απρόθυμη να αποδεχτεί άλλο ένα αδιέξοδο, καθώς συνειδητοποιεί ότι την ίδια ώρα που εμείς εξακολουθούμε να βλέπουμε το Σκοπιανό ως καύσιμη εσωτερική πολιτική ύλη, ο μισός και πλέον πλανήτης αποκαλεί το γειτονικό κράτος με το όνομα που, υποτίθεται, θέλαμε να αποφύγουμε.

 

 

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 30 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 30/12/2017