Ακριτικές περιοχές: Μια παρεξηγημένη δύναμη ανάπτυξης



11 Φεβρουαρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 5:25 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 5:25 μμ


Τη δεκαετία του 1980 υπήρχε μια εκπομπή του υπουργείου Γεωργίας στην ΕΡΤ που ονομαζόταν «Ελλάδα δεν είναι μόνον η Αθήνα». Το μουσικό σήμα και τα γραφικά της ήταν λαογραφικού χαρακτήρα και απευθυνόταν κατά κύριο λόγο στους αγρότες της ελληνικής επαρχίας. Για τα δεδομένα της εποχής ήταν κάτι καινούριο, αφού, ύστερα από δύο δεκαετίες έντονης αστυφιλίας και αστικοποίησης του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου, η κεντρική διοίκηση άρχισε να ενδιαφέρεται και για τις περιοχές εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων. Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν προέκυψε μόνο ως σχεδιασμός της εσωτερικής αγροτικής πολιτικής, αλλά συνδυαζόταν με την ευρύτερη περιφερειακή πολιτική της τότε ΕΟΚ και τα προγράμματα που πρόσφερε στα κράτη-μέλη της.

Toυ Δημήτρη Στεμπίλη*

Η προσδοκώμενη ανάπτυξη, ιδίως για τις ακριτικές περιοχές, δεν μπόρεσε, δυστυχώς, να έρθει, αφού τα χρήματα που δόθηκαν δεν επενδύθηκαν με ορθολογικό τρόπο. Ισως, λόγου χάρη, χρειαζόταν οι επιδοτήσεις να γίνουν μέσω της απασχόλησης, στοιχείο που θα βοηθούσε στη διάχυση των διαθέσιμων πόρων και στην επιστροφή τους στις τοπικές αγορές και κοινωνίες. Σαν να μην έφταναν όμως όλα αυτά, η οικονομική κρίση ήρθε να διογκώσει τα προβλήματα, με μεγαλύτερο, κατά κοινή ομολογία, την εκτόξευση της ανεργίας και την ανθρώπινη και οικονομική ερημοποίηση. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι στα κείμενα των εκλεκτών καλεσμένων μας σε αυτό το αφιέρωμα χρησιμοποιείται η λέξη «κουφάρια» για τα κτίρια των επιχειρήσεων που από το 2010 είτε σταμάτησαν να λειτουργούν είτε συρρίκνωσαν τον κύκλο εργασιών τους.

Σε πρόσφατο ταξίδι στη Θράκη διαπίστωσα ιδίοις όμμασι τον θεμελιώδη δυισμό που βιώνουν οι ακρίτες μας. Από τη μια αναφέρονται στο διαχρονικό αίσθημα εγκατάλειψης που τους διακατέχει κι από την άλλη είναι έτοιμοι να «στύψουν την πέτρα», δικαιώνοντας το βυζαντινό προσωνύμιό τους. Μπορεί επίσης εύκολα να διακρίνει κάποιος και τη ρεαλιστική αντίφαση: ανεργία, μετανάστευση, υπογεννητικότητα, περιορισμένη ανάπτυξη και, στον αντίποδα, φυσικοί πόροι, αγροτικά προϊόντα και γεωπολιτική θέση που μπορούν με τις κατάλληλες πολιτικές, που φαίνεται να έχουν τα τελευταία χρόνια υιοθετηθεί, να απογειώσουν τις ακριτικές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας – για τα ελληνικά νησιά έχουμε ήδη κάνει σχετικό αφιέρωμα.

Η σταθερή όμως ανάπτυξη των ακριτικών μας περιοχών είναι ένα σύνθετο, πολυπαραγοντικό θέμα. Καταρχάς, είναι ζήτημα εθνικής στρατηγικής. Τα σύνορά μας είναι και σύνορα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Κι αυτή τους η διάσταση οφείλει να αποτελεί μοχλό πίεσης προς τους εταίρους μας για την αναγνώριση της νευραλγικής θέσης των περιοχών αυτών, επομένως και για την ενίσχυσή τους στην κατεύθυνση της αντιμετώπισης του οικονομικού ανταγωνισμού από γείτονες-εταίρους, όπως η Βουλγαρία, το χαμηλό κόστος ζωής και η ανύπαρκτη φορολόγηση της οποίας την έχουν καταστήσει αγοραστικό και επενδυτικό πόλο έλξης. Η ελληνική πολιτεία, πάλι, πρέπει να δώσει φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις που θα τονώσουν τις τοπικές οικονομίες, εντάσσοντάς τες στην ευρύτερη αναπτυξιακή δυναμική, και να επιμείνει στην παραγωγή και προώθηση των εξαιρετικών ελληνικών τοπικών προϊόντων. Αλλωστε, εκτός των άλλων πρωτοβουλιών που αναπτύσσονται, η ανάδειξη της τοπικότητας μέσω της πολιτιστικής κληρονομιάς μπορεί να επιτύχει οικονομικούς και εθνικούς στόχους, όπως η προσέλκυση τουριστών, με την περαιτέρω ενδυνάμωση του ισχτρού πολιτιστικού brand name που λέγεται Ελλάδα.

Δημοσιεύτηκε στα «Ιδεογράμματα» της Νέας Σελίδας την Kυριακή 10/02/2019