Ανάγκη ένα νέο σύμφωνο ευθύνης

5

 

Του Δημήτρη Ρέππα*

 

 

  1. Το ερώτημα αν χρειαζόταν το πρώτο μνημόνιο απαντήθηκε όχι μία, αλλά δύο φορές. Την πρώτη απάντηση της αναγκαιότητάς του έδωσαν οι αρνητικές επιδόσεις κυρίως της περιόδου 2004-2009 με το διπλό έλλειμμα, δημοσιονομικό και ισοζυγίου, να κινείται στην περιοχή του 15% του ΑΕΠ (!), θέτοντας την Ελλάδα εκτός αγορών. Τη δεύτερη απάντηση έδωσαν, καθένας χωριστά, με διαφορά φάσης, οι κ.κ. Σαμαράς και Τσίπρας, υπογράφοντας το δεύτερο και τρίτο μνημόνιο αντιστοίχως και επιχειρηματολογώντας υπέρ της επιλογής τους ως μονόδρομου. Μπορεί, αντιθέτως, να εκτιμηθεί ότι αυτά τα μνημόνια θα είχαν αποφευχθεί, αν σύσσωμη η τότε αντιπολίτευση δεν υπονόμευε την εφαρμογή του πρώτου, παραπλανώντας τους πολίτες πως υπάρχει εναλλακτική λύση. Από τους «αγανακτισμένους», τις ιαχές «να καεί η Βουλή» και την άσκηση βίας φτάσαμε στην από κοινού ψήφιση του τρίτου μνημονίου το καλοκαίρι του 2015. Στην απόσταση που διανύσαμε μέχρι σήμερα οι κυβερνήσεις άλλαξαν, αλλά η κρίση μένει!
  2. Σήμερα κυριαρχεί η συζήτηση για την έξοδο από το τρέχον μνημόνιο και την πορεία της χώρας την επόμενη ημέρα. Αξίζει να αποσαφηνιστούν δύο σημεία: α) Ο στόχος της εξόδου μας στις αγορές είναι και επιθυμητός στόχος των εταίρων, αντιθέτως προς τη συνωμοσιολογική αντίληψη που πρεσβεύει ότι επιδιώκουν να μας κρατούν σε μνημόνιο για να μας διαφεντεύουν. β) Εξοδος από το μνημόνιο δεν σημαίνει και έξοδος από την κρίση ούτε από την αυτόματη επιτήρηση. Μετά την έξοδο, ακόμη και στην πιο «καθαρή» εκδοχή της, δηλαδή χωρίς την πρόβλεψη πιστοληπτικής γραμμής, η Ελλάδα θα βρίσκεται υπό τη διαρκή αξιολόγηση των αγορών, που θα είναι οι νέοι δανειστές της. Τα ζητούμενα δάνεια και το κόστος πληρωμής τους θα συναρτώνται με την πολιτική κατεύθυνση της χώρας, με το αν προωθούνται οι μεταρρυθμίσεις που αλλάζουν το παραγωγικό πρότυπο και καθιστούν την Ελλάδα ανταγωνιστική. Η τρέχουσα θριαμβολογία για την έξοδο, αν δεν συνοδευτεί από την εγγυημένη εφαρμογή ενός αξιόπιστου προγράμματος, θα έχει ως συνέπεια τη συντήρηση της κρίσης και τη σταδιακή όξυνσή της, για να επιβεβαιωθεί ότι στην Ελλάδα συχνά πανηγυρίζουμε πρόωρα και θρηνούμε καθυστερημένα.

Το επίπεδο αναφοράς της Ελλάδας σε κρίσιμους τομείς είναι ένα αυτονόητο σήμα κινδύνου. Η καθήλωση της χώρας σε αυτές τις επιδόσεις συνεπάγεται είτε διολίσθηση εκτός ευρώ είτε προσφυγή σε νέα δανειακή σύμβαση(μνημόνιο). Οι αγορές είναι αδυσώπητες, καιροφυλακτούν και, αν αντιληφθούν πως επιλέγουμε τη στασιμότητα, θα επιδοθούν σε κερδοσκοπικές επιθέσεις σε βάρος μας, αντί να επενδύουν τα κεφάλαιά τους. Ολες οι χώρες, μηδέ της Γερμανίας εξαιρουμένης, υπάγονται σε αυτή την αθέσμιτη, αλλά αυτόματη επιτήρηση. Είναι μύθος ότι η έξοδος «λύνει» τα χέρια της κυβέρνησης (όποια κι αν είναι). Η Ελλάδα έχει συγκεκριμένους στόχους. Για την επίτευξή τους έχει ελευθερία κινήσεων να καταρτίσει το δικό της μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. Αυτή την ελευθερία κινήσεων τη διέθετε και μέχρι τώρα. Είναι όμως σαφές ότι δεν είναι αποδεκτή η απόκλιση από τους στόχους.

  1. Η Ελλάδα στον δείκτη παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας κατέχει την 87η θέση μεταξύ 137 χωρών και την τελευταία θέση στην ΕΕ. Είναι 109η όσον αφορά στην ποιότητα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και 129η (στις 137, θυμίζω, χώρες) όσον αφορά στη σχέση της παιδείας με την παραγωγή στον τομέα έρευνας και καινοτομίας. Αυτό το παράδειγμα δεν είναι το μοναδικό, όλα όμως αποκαλύπτουν την κατεύθυνση στην οποία πρέπει να κινηθούμε. Ταυτοχρόνως, δίνουν και μια αποστομωτική απάντηση στους κήρυκες της νέας «εθνικής απελευθέρωσης», αν αντιλαμβάνονται την έξοδο όχι ως έναυσμα να κολυμπήσουμε στα βαθιά, αλλά σαν επιστροφή στην ξαπλώστρα της παραλίας!

Εθνικό καθήκον είναι η ειλικρινής συζήτηση για το μέλλον της χώρας και η ομόθυμη συμβολή στην προώθηση των αναγκαίων αλλαγών. Η Ελλάδα έχει δεσμευτεί για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,5% μέχρι το 2022. Ανάπτυξη που στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση και πλεόνασμα που προκύπτει κυρίως από υπερφορολόγηση δεν έχουν βιώσιμη προοπτική. Απαιτείται μια νέα εθνική συνθήκη δεσμευτική για όλους, ένα σύμφωνο ευθύνης των δημιουργικών δυνάμεων εντός και εκτός πολιτικής. Το περιεχόμενο μπορεί να περιλάβει δέκα προτεραιότητες-αλλαγές με βάση τη διεθνή εμπειρία αφενός και τις προφανείς δυνατότητες της χώρας αφετέρου. Πρόκειται για την επανάσταση του αυτονόητου, που όμως προϋποθέτει να πάψουμε να το θεωρούμε αδιανόητο ή ακατανόητο.

 

* Πρώην υπουργός

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 30/12/2017