Aπευθύνεται στα ένστικτα και στα συναισθήματα



30 Αυγούστου 2017 · Ώρα δημοσίευσης: 2:48 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 12:50 πμ


Του Στέλιου Παπαθανασόπουλου*

Στη δεκαετία του ’90 η επέλαση των «reality» προγραμμάτων στο ευρωπαϊκό τηλεοπτικό πεδίο θεωρήθηκε ως η ηχηρή απάντηση της Ευρώπης στην εκθετική αύξηση εισροής αμερικανικών παραγωγών. Είκοσι χρόνια μετά την εμφάνιση του πρώτου «game-doc Survivor» στη σουηδική τηλεόραση -ως «Expedition Robinson»- και δεκατέσσερα μετά το πρώτο «Survivor» στην ελληνική τηλεόραση, η τεράστια εμπορική επιτυχία του νέου κύκλου του ελληνικού «Survivor» έχει ξεπεράσει τις προσδοκίες του Ατζούν Ιλίτζαλι.

Τα «reality» shows αποτελούν οικονομικά συμφέρουσες παραγωγές κυρίως γιατί καλύπτουν αποτελεσματικά την περίοπτη ζώνη υψηλής τηλεθέασης (prime time), ενώ, αντίθετα, το κόστος αυτής θα ήταν πολύ μεγαλύτερο για τα κανάλια αν αποτελούνταν από μυθοπλαστικό περιεχόμενο. Ειδικότερα, τα «reality» προγράμματα -σε όλες τις εκφάνσεις τους- αποφέρουν συνήθως διαφημιστικά έσοδα πολλαπλάσια της αρχικής επένδυσης που δαπανά η εκάστοτε παραγωγή, όσο κι αν φαντάζει παράδοξο. Αυτό ακριβώς συνέβη και με το ελληνικό «Survivor», το οποίο, επιτυγχάνοντας πολύ υψηλές αποδόσεις τηλεθέασης (ξεπέρασαν σε κάποιες περιπτώσεις το 70%), αναδείχθηκε σε ιδανικό πόλο προσέλκυσης διαφημίσεων και, μάλιστα, απευθυνόμενες σε δυναμικές κατηγορίες του κοινού των 15-24 και 25-34 ετών, που τα τελευταία χρόνια έχουν απομακρυνθεί από την τηλεόραση και έχουν στραφεί στο διαδίκτυο. Ακόμη περισσότερο, καθώς προβλήθηκε στη ζώνη υψηλής τηλεθέασης, έδωσε παράλληλα ώθηση στη μέση τηλεθέαση του ΣΚΑΪ, συμβάλλοντας σημαντικά στην αναρρίχησή του στην πρώτη θέση όσον αφορά στην τηλεοπτική του απόδοση.

Τροπικές παραλίες σε εξωτικά μέρη, πολύ μακριά από την πεζή ελληνική πραγματικότητα της αέναης και μάλλον ατελέσφορης διαπραγμάτευσης, προσεκτικά επιλεγμένοι διαγωνιζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις της λογικής του μέσου και του συγκεκριμένου format, οι οποίοι επιχειρώντας να εκφράσουν την «αυθεντικότητά τους» ανταγωνίζονται για έπαθλα επιβίωσης, στρατηγικές «αλληλοεξόντωσης» και η επίφαση δημοκρατικότητας που εκφράζεται με τη δυνατότητα στο κοινό να ψηφίζει ποιος πρέπει να μείνει στο «παιχνίδι» και ποιος να αποχωρήσει αποτελούν τα βασικά συστατικά της επιτυχίας του «Survivor». Σε αυτά προστίθεται η ένδεια ανταγωνιστικών ψυχαγωγικών τηλεοπτικών προγραμμάτων -σε ένα άνυδρο και ρευστό οικονομικά τηλεοπτικό τοπίο- που μπορούν να προσελκύσουν (και να προκαλέσουν το ενδιαφέρον για) ένα τόσο ετερόκλητο ηλικιακά κοινό.

Οπως όλα τα «reality» προγράμματα, έτσι και το ελληνικό «Survivor» χαρακτηρίζεται από κοινοτοπία και «απρόβλεπτα» γεγονότα, μέσω των οποίων επιτυγχάνεται ή επιχειρείται η διατήρηση της προσοχής – ενδιαφέροντος του κοινού. Σε αυτό το πλαίσιο, η απεικόνιση της καθημερινής «πραγματικότητας» ανθρώπων που αναγκάζονται να παραμείνουν απομονωμένοι στοχεύει να δώσει στο κοινό την ψευδαίσθηση ότι παρακολουθεί κρυφά τη συμπεριφορά τους και απευθύνεται στα οφθαλμολαγνικά ένστικτα και στα συναισθήματα του κοινού. Η μεγάλη δε επιτυχία της «reality» τηλεόρασης αποδεικνύει ότι οι επικρίσεις δεν κατόρθωσαν να ανακόψουν τη δυναμική αυτών των προγραμμάτων· αντίθετα, τροφοδότησαν το ενδιαφέρον του κοινού.

Ερευνες για τα πρότυπα συμπεριφοράς που προβάλλονται μέσω των «reality» shows καταδεικνύουν ότι το κοινό αφενός ταυτίζεται με τους «παίκτες» κι αφετέρου συχνά συσχετίζει την αναπαράσταση ενός περιβάλλοντος ανελέητου ανταγωνισμού -όπως, για παράδειγμα, του «Survivor»- με τον δικό του καθημερινό μικρόκοσμο.

Το «Survivor», τοποθετούμενο στον πυρήνα της πολιτικής οικονομίας των μέσων επικοινωνίας, δεν αποτελεί απλώς σύμπτωμα της υπάρχουσας παθολογίας του τηλεοπτικού πεδίου, όπου η λογική της αγοράς κυριαρχεί, αλλά κάτι περισσότερο. Επιβεβαιώνει ότι στις μέρες μας, και παρά τη ραγδαία άνοδο του διαδικτύου και τη σύγκλιση των μέσων επικοινωνίας, η τηλεόραση εξακολουθεί να αποτελεί το πεδίο της κοινής μας αναφοράς, τη φαντασιακή μας πλατεία που υποκαθιστά την κοινωνική πραγματικότητα.

 
* Καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

 

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 2/07/2017