Μπορεί να πετύχει η συνταγματική αναθεώρηση;

23

Του Ξενοφώντα Κοντιάδη*

 

Μέσα στις πρώτες εβδομάδες του 2018 η κοινοβουλευτική πλειοψηφία αναμένεται να κινήσει τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, που εξαγγέλθηκε από τον πρωθυπουργό τον Ιούλιο του 2016. Τι μεσολάβησε αυτό τον ενάμιση χρόνο; Καταρχάς, μια καινοφανής εξωκοινοβουλευτική διαβούλευση, της οποίας τα αποτελέσματα δεν φαίνεται να παρουσιάζουν συνοχή ούτε να είναι προϊόν ουσιώδους συμμετοχής της κοινωνίας. Δεύτερον, η επίταση της πόλωσης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, που δεν επιτρέπει αισιοδοξία ότι στο Κοινοβούλιο θα διαμορφωθούν συναινέσεις πάνω στις αναθεωρητικές προτάσεις.

Ειδικότερα, όταν ο πρωθυπουργός εξήγγειλε τη διεξαγωγή συνταγματικής αναθεώρησης αναφέρθηκε σε ένα περίγραμμα αναθεωρητικών προτάσεων. Πριν από την έναρξη της κοινοβουλευτικής διαδικασίας πραγματοποιήθηκε δημόσια διαβούλευση, την οποία συντόνισε ειδική Επιτροπή Διαλόγου. Στην Επιτροπή, της οποίας τα μέλη ορίστηκαν από τον πρωθυπουργό, μετείχαν πρόσωπα που, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις συνταγματικού δικαίου ή προηγούμενη εμπειρία στη διοργάνωση δημόσιων διαβουλεύσεων. Σύμφωνα με τον αρχικό πρωθυπουργικό σχεδιασμό, η συνταγματικά προβλεπόμενη κοινοβουλευτική διαδικασία είχε προγραμματιστεί να ξεκινήσει την περασμένη άνοιξη.

Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι αν η αναθεώρηση του Συντάγματος κρίνεται αναγκαία. Τι μπορούν να προσδοκούν οι πολίτες από την αλλαγή του συνταγματικού κειμένου και πώς θα συνέβαλλε στη βελτίωση της θεσμικής, πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης; Η απάντηση είναι ότι η συνταγματική αναθεώρηση δεν αποτελεί έναν μηχανισμό διόρθωσης όλων των κακώς κειμένων. Η μεταρρύθμιση του Συντάγματος δεν θα μπορούσε να επιλύσει ως διά μαγείας παθογένειες όπως το πελατειακό κράτος και οι στρεβλώσεις του παραγωγικού μοντέλου. Ομως ένα ορθολογικό Σύνταγμα θα απέτρεπε μια σειρά από κρίσιμα προβλήματα λειτουργίας του πολιτικού συστήματος και θα ενίσχυε τη σταθερότητά του, ως προϋπόθεση και για την ανάταξη της οικονομίας (βλ. Ξ. Κοντιάδης, «Το Ανορθολογικό μας Σύνταγμα», εκδόσεις Παπαζήση, 2015).

Πράγματι, πολλές συνταγματικές διατάξεις προκαλούν ή επιτείνουν κρατικές δυσλειτουργίες. Ενδεικτικά αναφέρονται η διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, που μπορεί να προκαλέσει πρόωρες εκλογές, όπως συνέβη τον Ιανουάριο του 2015, η διαδικασία ανάδειξης των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών, η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, η πρόωρη διάλυση της Βουλής κατ’ επίκληση εθνικού θέματος με προσχηματικό τρόπο και η διαδικασία ποινικής ευθύνης των υπουργών. Αλλά και η ίδια η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος αποτελεί μια ρύθμιση που κρίνεται σκόπιμο να τροποποιηθεί.

Το δεύτερο ερώτημα είναι αν συντρέχουν οι πολιτικές προϋποθέσεις για να πετύχει το αναθεωρητικό εγχείρημα, που αφορούν στη διαμόρφωση θεσμικής εμπιστοσύνης μεταξύ των κομματικών σχηματισμών, ώστε να επιτευχθούν οι αναγκαίες συγκλίσεις για τη στρατηγική και τις επιμέρους αλλαγές. Θεσμική εμπιστοσύνη σημαίνει ιδίως πολιτική επικοινωνία, μέσα από την οποία θα αναδεικνύεται η σταθερή δέσμευση όλων των πολιτικών υποκειμένων να υπαχθούν σε συγκεκριμένες αρχές και κανόνες θεσμικής συμπεριφοράς.

Αυτή η θεσμική εμπιστοσύνη μεταξύ των παικτών του πολιτικού συστήματος έχει συρρικνωθεί τους τελευταίους μήνες στον ελάχιστο βαθμό. Σήμερα η πόλωση και η πολιτική ένταση έχουν οξυνθεί. Η απομείωση της θεσμικής εμπιστοσύνης επηρεάζει καθοριστικά την έκβαση της αναθεώρησης, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τα ελλείμματα της ελληνικής συνταγματικής και πολιτικής κουλτούρας. Η επίτευξη των αναγκαίων συναινέσεων ως προς τις επιλογές για τη μεταβολή των θεμελιωδών κανόνων διεξαγωγής του πολιτικού παιχνιδιού δεν φαίνεται εφικτή.

Παρότι όλα τα πολιτικά κόμματα έχουν καταθέσει προτάσεις για θεσμικές αλλαγές, περιλαμβάνοντας και τη συνταγματική αναθεώρηση, ακόμη και όταν οι προτάσεις αυτές συγκλίνουν η πολιτική δυσπιστία και η δυσθυμία που εκδηλώνουν τα κόμματα απέναντι στο ενδεχόμενο συνεργασίας ή συμφωνίας αποτελούν κακούς οιωνούς για την εξέλιξη της αναθεώρησης. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, που έχει εκ των πραγμάτων τον κύριο λόγο στην αναθεώρηση, οφείλει να χαμηλώσει πρώτη τους τόνους της κομματικής αντιπαράθεσης ώστε να υπάρξουν οι πολιτικοί όροι διεξαγωγής της αναθεώρησης. Σε αντίθετη περίπτωση, το αναθεωρητικό διάβημα κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε ένα θέαμα μικροκομματικής σύγκρουσης με επικοινωνιακή στόχευση, σπαταλώντας μια σημαντική ευκαιρία εξορθολογισμού των συνταγματικών θεσμών.

Δεν είναι ορθή η άποψη που διατυπώθηκε, ότι η διαδικασία που επέλεξε να ακολουθήσει η κυβέρνηση είναι αντισυνταγματική. Η διοργάνωση δημόσιου διαλόγου, για οποιοδήποτε ζήτημα, πρέπει να θεωρείται καταρχήν ευπρόσδεκτη. Ωστόσο, μια Επιτροπή με τόσο κρίσιμη αποστολή θα ήταν ορθότερο να συγκροτηθεί με διακομματική συναίνεση και όχι με απόφαση του πρωθυπουργού. Η συμμετοχή της κοινωνίας στον αναθεωρητικό διάλογο είναι σημαντική, αρκεί να βασίζεται σε ένα πλαίσιο που έχει προδιαγράψει η Βουλή σε συνεργασία με τα πολιτικά κόμματα. Επίσης, το πλαίσιο και οι όροι λειτουργίας της θα έπρεπε να έχουν προκαθοριστεί με σαφήνεια, ώστε να αποφευχθούν κίνδυνοι ή υπόνοιες χειραγώγησης. Από την άλλη πλευρά, η εξαγγελθείσα διενέργεια δημοψηφισμάτων πάνω σε επίμαχα ζητήματα αναθεώρησης που αναδείχθηκαν κατά τον δημόσιο διάλογο παρουσιάζει σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας και νομιμότητας.

Με βάση τα προηγούμενα, είναι αβέβαιο αν υπάρχουν σήμερα οι απαραίτητες πολιτικές και θεσμικές προϋποθέσεις για να πετύχει η αναθεωρητική πρωτοβουλία. Μόνο αν η κυβέρνηση διαμορφώσει ένα διαφορετικό πολιτικό κλίμα, διατυπώνοντας συγκεκριμένες αναθεωρητικές προτάσεις, που θα συγκλίνουν προς έναν κοινό παρονομαστή με όσα εισηγούνται τα κόμματα της αντιπολίτευσης και η επιστημονική κοινότητα, καθώς και ακολουθώντας μια ευρείας αποδοχής διαδικασία είναι πιθανό να υπάρξει θετική έκβαση του αναθεωρητικού εγχειρήματος.

 

* Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Πρόεδρος του Ιδρύματος Τσάτσου

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 30/12/2017