Εχουν ψυχή οι πρόσφυγες;

34

Των Νίκου Γκιωνάκη και Στέλιου Στυλιανίδη*

Οι πυγολαμπίδες, έλεγε ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, είναι μικρά φώτα που αναβοσβήνουν μέσα στην καρδιά της νύχτας, μακριά από τα εκτυφλωτικά φώτα των προβολέων στις σκοπιές, μακριά από τα ΜΜΕ και τις μεγαλοστομίες των πολιτικών. Οι πυγολαμπίδες φέρνουν κρυφές μαρτυρίες ανθρώπινων ζωών και στις μέρες μας φαίνονται από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, όπου με τις ψυχές των προσφύγων παίζεται ένα απάνθρωπο, διαστροφικό, συστημικό σενάριο χωρίς τέλος.

Μια διάσταση του Προσφυγικού που μένει στο σκοτάδι είναι η ψυχιατρικοποίηση των συμπεριφορών αυτών των ανθρώπων. Η κατανόησή τους γίνεται σε όρους ψυχοπαθολογίας («φταίει το τραύμα, φταίνε οι ψυχοπαθολογικές συνέπειες του τραύματος»), ενώ συσκοτίζεται η επίδραση της πραγματικότητας που έχουμε δημιουργήσει γι’ αυτούς. Αυτή χαρακτηρίζεται από έλλειψη στοιχειώδους σεβασμού στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια (βλ. τις συνθήκες υποδοχής στα νησιά), άρνησης των δικαιωμάτων τους (βλ. τη μη εφαρμογή των πολιτικών μετεγκατάστασης και οικογενειακής επανένωσης), αβεβαιότητας για το παρόν και το μέλλον (βλ. την ανυπαρξία ολοκληρωμένων πολιτικών ένταξης). Αντί για απαντήσεις στα πιεστικά ερωτήματά τους, παρέχουμε αποσπασματικές, ακατάλληλες, ασυντόνιστες παρεμβάσεις, από φορείς που δρουν ανταγωνιστικά μεταξύ τους, προκαλώντας μεγαλύτερο χάος. Στο χάος της κρίσης, προστίθεται το χάος των παρεμβάσεων. Επιπλέον, η πρόσβαση στα δικαιώματα που έχουν ως άνθρωποι, ως πρόσφυγες, επιτρέπεται μόνο στους πλέον ευάλωτους από αυτούς.

Ετσι, φτάνουμε στο σημείο στην ελληνική εμπειρία να έχουμε περισσότερα παραδείγματα παρεμβάσεων προς αποφυγή, παρά προς μίμηση.

Παράδειγμα1: Ψυχολόγοι του προγράμματος Philos («Ολοκληρωμένη επείγουσα παρέμβαση υγείας για την προσφυγική κρίση», υλοποιείται από το ΚΕΕΛΠΝΟ) που εργάζονται σε κέντρα φιλοξενίας προσφύγων εκπαιδεύτηκαν στη χρήση του ψυχοδιαγνωστικού εργαλείου MMPI-2 (Minnesota Multiphasic Personality Inventory). Το MMPI-2 αποτελεί το βασικό εργαλείο για τη διάγνωση ψυχοπαθολογίας και τη χορήγηση εκθέσεων ψυχικής υγείας. Πουθενά στον κόσμο δεν έχει χρησιμοποιηθεί σε τέτοιο πληθυσμό, σε αυτές τις συνθήκες.

Παράδειγμα 2: Μεγάλος αριθμός ειδικών ψυχικής υγείας έχει προσληφθεί από ελληνικούς οργανισμούς, διεθνείς και εθνικές ΜΚΟ για να εργαστεί στο πλαίσιο βραχύβιων έργων (projects), που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ ή άλλες πηγές, στον τομέα της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και της φροντίδας της ψυχικής υγείας μεταναστών, αιτούντων άσυλο και προσφύγων. Οι περισσότεροι μέχρι να καταλάβουν τι συμβαίνει παύουν να εργάζονται, αφού η σύμβασή τους έχει λήξει.
Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των ενεργειών είναι η αποσπασματικότητα, η έλλειψη σχεδιασμού, η απουσία εκπαίδευσης και υποστήριξης των εργαζομένων μετά την πρόσληψη. Το αποτέλεσμα είναι, επαγγελματίες που πολλές φορές έχουν θέληση για προσφορά και συνεχή βελτίωση των ικανοτήτων τους να βιώνουν μια πραγματικότητα -ψυχική και πραγματική- παρόμοια με αυτή των ανθρώπων που καλούνται να υποστηρίξουν, καθώς αντιμετωπίζουν καταστάσεις υψηλού βαθμού πολυπλοκότητας, άφατου ανθρώπινου πόνου και ματαίωσης προσδοκιών για μια πιο ασφαλή ζωή, που συνυπάρχουν με στοιχεία ανθεκτικότητας, κουράγιου, ελπίδας, μα και νοσταλγίας γι’ αυτό που χάθηκε, χωρίς κατάλληλα εργαλεία, σε ένα περιβάλλον χαοτικό, με αβέβαιο μέλλον. Οι ειδικοί ψυχικής υγείας (και όχι μόνο) αναγκάζονται να ζουν μέσα σε μια παράδοξη συνθήκη: από τη μια καλούνται να αναγνωρίσουν και να πιστοποιήσουν την ευαλωτότητα (που έχει καταστεί η «βασιλική οδός» για την πρόσβαση στα δικαιώματα) κι από την άλλη να τη θεραπεύσουν (αποκλείοντας, έτσι, όσους δεν είναι πλέον ευάλωτοι από την πρόσβαση στα δικαιώματά τους!).

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες συσκοτίζονται ουσιαστικές διαστάσεις της ψυχικής κατάστασης των προσφύγων. Υπάρχει θυμός απέναντι στην ασάφεια, τον εμπαιγμό και τις αδιαφανείς διαδικασίες για την ταυτοποίηση και την παροχή ασύλου. Υπάρχει βίωμα απελπισίας, αίσθημα αυτομομφής και ενοχής όταν δεν μπορούν να προστατεύουν τα ίδια τα παιδιά τους. Υπάρχει ντροπή ότι δεν έχουν θάψει πνιγμένα παιδιά. Υπάρχουν, τέλος, στην αρχική φάση της προσφυγιάς η ετοιμότητα για επιστροφή, αν αυτή είναι εφικτή, και η άρνηση να αποδεχτεί ο πρόσφυγας τον αποχωρισμό και να λύσει τον ψυχικό δεσμό με τη γενέθλια γη. Ο πρόσφυγας είναι απλώς, ψυχολογικά και κοινωνικά, ξεκρέμαστος, χωρίς δυνατότητα σύναψης δεσμού με τον καινούριο τόπο που υποτίθεται ότι τον φιλοξενεί.

Μέσα σε ένα κλίμα αβεβαιότητας και καθημερινής ανασφάλειας διαβίωσης μέσα στα υπερκορεσμένα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης των νησιών ή στα Κέντρα Φιλοξενίας της ενδοχώρας, όταν τίποτα καθαρό δεν λέγεται από τις Αρχές για το μέλλον τους, για ποιο τραύμα μιλάμε; Για το τραύμα του πολέμου και του ξεριζώματος ή για το τραύμα που προκαλείται -αν δεν προστίθεται- από τις συνθήκες και την αμφιθυμία υποδοχής; Πρόκειται για κοινές αντιδράσεις ανθρώπων σε αντίξοες καταστάσεις και όχι για εκδήλωση -πλην εξαιρέσεων- ψυχιατρικής συμπτωματολογίας.

Τι θα έπρεπε να κάνουμε και πώς να σχεδιάσουμε αποτελεσματικές παρεμβάσεις σε τέτοιες συνθήκες; Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες των αρμόδιων διεθνών οργανισμών για τη φροντίδα της ψυχικής υγείας ανθρώπων που βιώνουν κρίσεις και καταστροφές (όπως είναι όσοι φτάνουν στα ελληνικά νησιά τα τελευταία χρόνια), η οργάνωση των παρεμβάσεων πρέπει να ακολουθεί το μοντέλο μιας πυραμίδας διαρθρωμένης σε επίπεδα.

Στο πρώτο επίπεδο, η ψυχική υγεία σχετίζεται με την παροχή βασικών υπηρεσιών, ενημέρωσης, ασφάλειας και προστασίας. Στόχος είναι η διατήρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η πρόσβαση στα ανθρώπινα δικαιώματα και η εφαρμογή της αρχής περί μη πρόκλησης περαιτέρω βλάβης.

Στο δεύτερο επίπεδο οι παρεμβάσεις για την ψυχική υγεία αφορούν στην ενδυνάμωση της κοινότητας και της οικογένειας προκειμένου να καταστούν ικανές να παράσχουν υποστήριξη στα μέλη τους.

Στο τρίτο επίπεδο τοποθετούνται οι εστιασμένες, μη εξειδικευμένες παρεμβάσεις υποστήριξης, όπως η παροχή πρώτων βοηθειών ψυχικής υγείας σε άτομα που δείχνουν έντονες αντιδράσεις λόγω υψηλού στρες.

Στο τέταρτο επίπεδο τοποθετούνται οι εξειδικευμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας που απευθύνονται σε όσους έχουν ανάγκη ειδικής παρέμβασης είτε λόγω προϋπάρχουσας ψυχοπαθολογίας, για την οποία ελλοχεύει ο κίνδυνος περαιτέρω επιδείνωσης αν παραμείνει χωρίς φροντίδα, είτε επειδή η κατάστασή τους έχει πλέον συνδεθεί με την ανάδυση σημείων ψυχοπαθολογίας.

Τα ερωτήματα που τίθενται για τη μη εφαρμογή των απλών αλλά και αποτελεσματικών κατευθυντήριων οδηγιών είναι αμείλικτα. Πρόκειται για έλλειψη πολιτικής βούλησης της ελληνικής κυβέρνησης; Για έλλειμμα διαχειριστικής και διοικητικής επάρκειας του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής (με ήδη βαρύ ιστορικό διοικητικής δυσλειτουργίας και καθυστερήσεων σε όλα τα επίπεδα); Ή πρόκειται για μια ανατριχιαστικά διαστροφική συνωμοσία σιωπής μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και ευρωπαϊκών Αρχών;

 

 

* Ο Νίκος Γκιωνάκης είναι κλινικός ψυχολόγος, επιστημονικός υπεύθυνος του Κέντρου Ημέρας «ΒΑΒΕΛ» (μονάδα ψυχικής υγείας για πρόσφυγες και μετανάστες). Ο Στέλιος Στυλιανίδης είναι καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής του Παντείου Πανεπιστημίου, ψυχίατρος-ψυχαναλυτής, επιστημονικός σύμβουλος ΕΠΑΨΥ

 

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 23/12/2017