Η ευρωπαϊκή ορχήστρα

29

Του Ναπολέοντα Μαραβέγια*

Θα μπορούσε να παρομοιάσει κανείς την Ευρωπαϊκή Ενωση με μια μεγάλη ορχήστρα, όπου κάθε χώρα-μέλος συμμετέχει εθελοντικά στην προσπάθεια ανάλογα με τις ικανότητες-δυνάμεις του και ανάλογα με τη διάθεση συμμετοχής στον κοινό σκοπό: στην εκτέλεση του μουσικού έργου, δηλαδή στην ευημερία των πολιτών της ΕΕ.

Ομως αυτή η ορχήστρα πάσχει από χρόνια προβλήματα, που ορισμένες φορές την οδηγούν σε υπαρξιακή κρίση, ενώ άλλες φορές την οδηγούν σε μεγάλες επιτυχίες. Οι βασικές της αδυναμίες οφείλονται προφανώς και στον τρόπο συγκρότησής της αλλά και στη συμπεριφορά των μελών της.

Στις βασικές αδυναμίες της εντάσσεται το ζήτημα της πολιτικής «ασυμμετρίας» μεταξύ των μελών της, όπου άλλα είναι περισσότερο ισχυρά και άλλα λιγότερο. Η δύναμη και αδυναμία δεν προσδιορίζεται από το μέγεθος κάθε μέλους της ορχήστρας-ΕΕ, αλλά από τη σχετική ικανότητά του να είναι αποτελεσματικό ή όχι στο έργο που παράγει. Εν προκειμένω, η οικονομική αποτελεσματικότητα κάθε μέλους το κατατάσσει στους πλούσιους-δανειστές ή στους φτωχούς-δανειζόμενους από τους πρώτους, δηλαδή σ’ αυτούς που έχουν πλεονάσματα και σ’ αυτούς που έχουν ελλείμματα στις εξωτερικές τους πληρωμές, πράγμα που εμφανίστηκε ξεκάθαρα κατά την περίοδο της σημερινής κρίσης.

Αυτή η κατάσταση εκ των πραγμάτων δίδει το προβάδισμα στους πλούσιους-δανειστές (με πρώτη τη Γερμανία), οι οποίοι εν πολλοίς καθορίζουν και τους όρους εκτέλεσης, ακόμη και την επιλογή του έργου που τους συμφέρει ή τους «αρέσει». Μια μακροχρόνια ριζική λύση, βέβαια, θα ήταν η δημιουργία των προϋποθέσεων ώστε και οι φτωχοί-δανειζόμενοι να γίνουν αποτελεσματικότεροι, πράγμα που προϋποθέτει «μεγαλοψυχία» από τους πλούσιους-δανειστές και κυρίως διάθεση και ικανότητα από τους ίδιους τους φτωχούς-δανειζόμενους να επωφεληθούν, στο πλαίσιο της μακροημέρευσης της ορχήστρας-ΕΕ. Αυτό όμως προϋποθέτει εμβάθυνση της δημοκρατίας στη λήψη των αποφάσεων, ώστε να ευνοούνται και οι φτωχότεροι, αλλά και αυτοπεριορισμό της δύναμης των πλουσίων-δανειστών.

Μια δεύτερη κρίσιμη αδυναμία της ΕΕ-ορχήστρας συνδέεται με τη φύση των δεσμών μεταξύ των μελών της, οι οποίοι, καθώς είναι κατεξοχήν οικονομικού χαρακτήρα, βρίσκονται σε μια διαδικασία συνεχούς διαπραγμάτευσης, προκειμένου να διευθετηθούν μικρά ή μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Αυτό οδηγεί στην ανάπτυξη τεχνοκρατικών δομών στα κράτη-μέλη και στα όργανα της ΕΕ, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες της διαπραγμάτευσης πολύπλοκων και δυσεπίλυτων ζητημάτων, τόσο μεταξύ των μελών όσο και μεταξύ των μελών και των οργάνων της ΕΕ (όταν πρόκειται για εκχώρηση εθνικών αρμοδιοτήτων προς τα όργανα αυτά). Δεδομένου ότι τα μέλη των οργάνων της ΕΕ απηχούν τις απόψεις των κυβερνήσεών τους (π.χ., Συμβούλιο Υπουργών), που πάντοτε σχεδόν είναι διαφορετικών πολιτικών αποχρώσεων, η ανάγκη μη πολιτικά χρωματισμένων συμβιβαστικών λύσεων οδηγεί στην ανάπτυξη μιας -φαινομενικά τουλάχιστον- άχρωμης τεχνοκρατίας που πνίγει τις πολιτικές αντιπαραθέσεις και τον δημοκρατικό πολιτικό διάλογο.

Αυτή η «τεχνοκρατία των Βρυξελλών», που είναι αναγκαία για την επίτευξη λύσεων στις συνεχείς διαπραγματεύσεις οικονομικών συμφερόντων, εκ των πραγμάτων ενστερνίζεται τις απόψεις των πλουσίων-δανειστών κρατών-μελών, καθώς αυτά έχουν την ηγεμονία στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Ετσι, οι πολιτικές ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και ο γόνιμος πολιτικός διάλογος περνούν στο περιθώριο με μάλλον ατελέσφορες πολιτικές συζητήσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μεταξύ των ευρωπαϊκών πολιτικών ομάδων, πριν καταλήξουν και πάλι σε έναν τεχνοκρατικό συμβιβασμό. Το έλλειμμα δημοκρατίας είναι εδώ φανερό.

Η ισχύς αυτής της πολιτικά «άχρωμης» τεχνοκρατίας που κυριαρχεί στα όργανα της ΕΕ είναι τόσο ριζωμένη, που η πρόσφατη εκλογή του νέου προέδρου του Eurogroup, ο οποίος προέρχεται από μια φτωχή-δανειζόμενη χώρα (Πορτογαλία) και είναι, μάλιστα, σοσιαλιστικών απόψεων, δεν άλλαξε ουσιαστικά ούτε πρόκειται να αλλάξει άμεσα τις επικρατούσες απόψεις στο όργανο αυτό. Υποτίθεται, μάλιστα, ότι το Eurogroup θα ήταν το «πολιτικό αντίβαρο» στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία θεσμικά αποτελεί το μη πολιτικά επηρεαζόμενο – ελεγχόμενο όργανο της ΕΕ για τη διαχείριση της Ευρωζώνης.

Προφανώς, και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενώ δεν είναι ελεγχόμενη πολιτικά, δεν σημαίνει ότι δεν είναι, ούτε θα μπορούσε να είναι, ιδεολογικά ουδέτερη, καθώς εμφορείται από τις αρχές της νομισματικής ορθοδοξίας – και μάλιστα γερμανικού τύπου. Δεν ασχολείται, δηλαδή, με την πλήρη απασχόληση, αλλά μόνο με τη σταθερότητα των τιμών και, συνεπώς, δεν δανείζει κυβερνήσεις για να ασκήσουν δημοσιονομική πολιτική ακόμη κι όταν αυτό είναι αναγκαίο (δεν αγοράζει ποτέ κυβερνητικά ομόλογα).

Η ονομαζόμενη «νομισματική χαλάρωση» των τελευταίων ετών, που ασκεί με επιμονή ο πρόεδρος Ντράγκι και έχει συμβάλει στην ανάκαμψη, δικαιολογείται επισήμως απέναντι στη γερμανική κριτική μόνο προκειμένου να αυξηθεί ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη στο 2% από το πολύ χαμηλό σημείο που βρίσκεται. (Λόγω κυρίως της δημοσιονομικής λιτότητας που έχει επιβληθεί στην Ευρωζώνη από τις πλούσιες-δανείστριες χώρες-μέλη με επικεφαλής τη Γερμανία.)

Μια τρίτη βασική αδυναμία της ορχήστρας-ΕΕ είναι το φαινόμενο της «ασύγχρονης» πολιτικής συγκυρίας, που περιοδικά εκδηλώνεται ανάλογα με τον εσωτερικό εκλογικό κύκλο στα διάφορα μέλη της. Ετσι, παρατηρούμε το φαινόμενο μερικές χώρες-μέλη, λόγω της εσωτερικής τους πολιτικής συγκυρίας, να επιθυμούν να προχωρήσουν σε κρίσιμες αλλαγές και μερικές άλλες να διστάζουν ή να απορρίπτουν απολύτως τις αλλαγές αυτές. Αυτό είναι αναπόφευκτο, καθώς κάθε μέλος διατηρεί την οντότητά του (την κρατική του υπόσταση) και αποφασίζει με βάση τα δικά του συμφέροντα, όπως τα ερμηνεύει κάθε φορά η πολιτική παράταξη που βρίσκεται στην εξουσία.

Μόνο μερικές φορές στην ιστορία της ΕΕ υπήρξε συγχρονισμένη διάθεση από τις χώρες-μέλη να προχωρήσουν μαζί για να ολοκληρώσουν τη συνεργασία τους. Αυτό συνέβη κατά τη δημιουργία της ΕΟΚ στο τέλος της δεκαετίας του ’50 και την περίοδο 1985-2005 (αύξηση των πόρων, ενιαία αγορά, καθιέρωση κοινού νομίσματος, Συνταγματική Συνθήκη).

Η σημερινή συγκυρία, δυστυχώς, είναι διαφορετική. Η άλλοτε διστακτική Γαλλία, με τον νέο Πρόεδρο, είναι διατεθειμένη να προχωρήσει σε μεγάλες αλλαγές. Αλλά μόνο ελπίδες υπάρχουν από την πλευρά της Γερμανίας. Μόνο αν καταλήξει σε αίσιο αποτέλεσμα ο σχηματισμός κυβέρνησης μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών μπορεί να αλλάξει η στάση της Γερμανίας, της πρώτης πλούσιας-δανείστριας χώρας-μέλους, η οποία μαζί με τη Γαλλία θα μπορούσε να προχωρήσει στις προτεινόμενες αλλαγές στην ΕΕ.

Κατόπιν όλων αυτών, ποια θα μπορούσε να είναι η λύση στα προβλήματα αυτά που περιορίζουν τη δημοκρατία και την αλληλεγγύη στην ΕΕ, διευρύνουν το χάσμα μεταξύ των κοινωνικών ομάδων στο εσωτερικό των πλουσίων και των φτωχών χωρών-μελών, καταστρέφουν την ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης στα μάτια των πολιτών τους και τους ωθούν σε εθνικιστικές και αντιευρωπαϊκές επιλογές στις εκλογές;

Αυτή τη στιγμή ως λύση προβάλλει η βαθιά μεταρρυθμιστική τομή που προτείνει η Γαλλία μαζί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μόνο έτσι μπορεί η ΕΕ να έχει μέλλον και να ανταποκριθεί στις επιθυμίες της πλειοψηφίας των πολιτών της. Φαίνεται ότι ο νέος Πρόεδρος της Γαλλίας αντελήφθη πλήρως ότι, αν συνεχιστεί η σημερινή πορεία, η ΕΕ θα συρρικνωθεί και ίσως διαλυθεί η ορχήστρα. Εναπόκειται στη Γερμανία να αποφασίσει.

 

 

 
* Καθηγητής και Αντιπρύτανης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

 

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 6/01/2018