Μύθοι και αλήθειες για τον θεσμό του ασύλου



4 Ιανουαρίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 12:00 πμ · Τελευταία τροποποίηση: 11:45 μμ

Της Μαρίας Σταυροπούλου*

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι έχουν γίνει πολύ μεγάλα βήματα προόδου για τους αιτούντες άσυλο και τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, και συγκεκριμένα από τότε που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην απόφασή MSS κατά Βελγίου και Ελλάδας, το 2011, διαπίστωσε στη χώρα μας συστημικές ανεπάρκειες στο σύστημα ασύλου και παραβίαση των δικαιωμάτων των αιτούντων διεθνή προστασία.

Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχε πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, ότι αυτή ήταν εκ προοιμίου άδικη (το ποσοστό αναγνώρισης ήταν επί δεκαετίες κάτω του 1% σε πρώτο βαθμό), ότι δεν υπήρχε πληροφόρηση για τη διαδικασία και τα δικαιώματά των αιτούντων, ότι οι αρμόδιες Αρχές δεν είχαν καμία εκπαίδευση στον καθορισμό του καθεστώτος του πρόσφυγα, ενώ δεν υπήρχε νομική συνδρομή. Το Δικαστήριο είχε επίσης καταδικάσει τις συνθήκες κράτησης των αιτούντων, καθώς και τις ανύπαρκτες συνθήκες υποδοχής. Κατά συνέπεια, δικαίωσε τον αιτούντα, ο οποίος προσέφυγε σε αυτό προκειμένου να μην επιστραφεί στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον Κανονισμό «Δουβλίνο».

Σήμερα η εικόνα έχει αναστραφεί ριζικά. Η πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, χωρίς να είναι απρόσκοπτη, είναι αποτελεσματική για έξι φορές περισσότερους αιτούντες απ’ ό,τι το 2010. Η διαδικασία αναγνωρίζεται ως υψηλής ποιότητας, κάτι που οφείλεται στην εκπαίδευση των στελεχών της Υπηρεσίας Ασύλου, και θεωρείται δίκαιη, καθώς το ποσοστό αναγνώρισης είναι υψηλό, ανάλογο με την κατάσταση στις χώρες καταγωγής των αιτούντων που φτάνουν στην Ελλάδα και αντίστοιχο με το ποσοστό αναγνώρισης άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Υπάρχει ενδελεχής πληροφόρηση για τους αιτούντες και παρέχεται νομική συνδρομή σύμφωνα με τον νόμο.

Για το 2018 οι κύριες προκλήσεις για την Υπηρεσία Ασύλου, που ξεκίνησε τη λειτουργία της πριν από μόλις τεσσεράμισι χρόνια και γνώρισε την ταχύτερη ανάπτυξη ελληνικής δημόσιας υπηρεσίας παρά την οικονομική κρίση και τη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, είναι οι εξής:

1. Ο αυξανόμενος αριθμός των αιτήσεων ασύλου από χώρες που έχουν περιέλθει σε χρόνια αστάθεια, καθώς και από την Τουρκία.

2. Η χρήση της διαδικασίας ασύλου από υπηκόους τρίτων χωρών που πρόδηλα δεν έχουν τις σχετικές προϋποθέσεις, αλλά καταθέτουν αίτηση προκειμένου έστω και για μερικούς μήνες να προστατευτούν από την απέλαση. Παρότι αυτό αποτελεί δικαίωμά τους, έτσι δημιουργείται πρόσθετος φόρτος που συχνά οδηγεί σε «συμφόρηση».

3. Η αδήριτη ανάγκη διατήρησης της ποιότητας της διαδικασίας ασύλου σε πρώτο βαθμό, που δεν επιτρέπει καμία επιπλέον επιβάρυνση των χειριστών των αιτήσεων ασύλου και που, εάν δεν διατηρηθεί, θα καταλήξει σε μακροχρόνιες διαδικασίες προσφυγών (διοικητικών και δικαστικών).

4. Η περαιτέρω ανάπτυξη της Υπηρεσίας Ασύλου, που απαιτεί πλαισίωση και στήριξή της από άλλες υπηρεσίες που οφείλουν να διασφαλίζουν τους οικονομικούς πόρους και την εύτακτη διαχείριση των οικονομικών και διοικητικών ζητημάτων της και να λειτουργούν επιβοηθητικά. Εάν η Υπηρεσία δεν συνεχίσει να αναπτύσσεται, η πρωτοβάθμια διαδικασία θα επιμηκυνθεί πέρα από τα σημερινά ικανοποιητικά επίπεδα.

5. Η κατανόηση ότι η διαδικασία ασύλου είναι ιδιαίτερα περίπλοκη και απαιτητική, διότι αφορά στον πυρήνα των δικαιωμάτων του ανθρώπου (π.χ., δικαίωμα στη ζωή και προστασία από βασανιστήρια) και άρα η όποια προσπάθεια αυστηροποίησης ή επιτάχυνσής της, είτε σε ευρωπαϊκό είτε σε εθνικό επίπεδο, ενέχει πάντα τον κίνδυνο να καταλήξει σε ευθεία παραβίαση των διεθνών κανόνων ή και, αντίθετα, στην επιμήκυνσή της.

6. Να καταστεί ορατός ο κίνδυνος ότι εάν οι χώρες στα σύνορα της Ευρώπης δεν μοιράζονται με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη τις ευθύνες για την προστασία των αιτούντων άσυλο, ο θεσμός του ασύλου στην Ευρώπη αλλά και το σύστημα Σένγκεν θα καταρρεύσουν.

Υπό το βάρος ενός ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού ανθρώπων διωκόμενων, για τους οποίους πρέπει να διασφαλίζεται μια δίκαιη αλλά και ταχεία διαδικασία ασύλου, αλλά και ενόψει της πραγματικής αδυναμίας μιας αέναης ανάπτυξης των υπηρεσιών των χωρών του Νότου, είναι μονόδρομος ο διαμοιρασμός των αιτούντων στα κράτη-μέλη της ΕΕ με βάση κάποιο σύστημα ποσόστωσης. Πλέον αυτό δεν είναι θέμα αλληλεγγύης μόνο: είναι ζήτημα επιβίωσης της Ευρώπης που γνωρίζουμε και θέλουμε, μιας Ευρώπης που θα πρέπει να διατηρεί ως κόρη οφθαλμού την προσήλωση στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

 

 

* Διευθύντρια στην Υπηρεσία Ασύλου

 

 

 

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 30/12/2017