Ο ψηφοφόρος βλέπει το εισόδημά του



10 Ιουνίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 6:06 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 6:06 μμ


Η οικονομική κατάσταση της χώρας -και των πολιτών κατά συνέπεια- ήταν πάντα ένα από τα πλέον βασικά κριτήρια διαμόρφωσης και επηρεασμού της συμπεριφοράς του εκλογικού σώματος.
Η γενικότερη οικονομική κατάσταση επηρεάζει έτσι κι αλλιώς τα εισοδήματα και το βιοτικό επίπεδο των νοικοκυριών αλλά και διαμορφώνει κλίμα αισιοδοξίας ή απαισιοδοξίας για το άμεσο και κοντινό μέλλον. Επειδή όμως πολλές φορές «οι αριθμοί ευημερούν», χωρίς αυτό να γίνεται άμεσα αντιληπτό από τους πολίτες και χωρίς να καλυτερεύει η καθημερινότητά τους, τελικά το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα είναι εκείνο που επηρεάζει την εκλογική τους συμπεριφορά.

Του Γιάννη Κουτσούκου*

Ανεξάρτητα, λοιπόν, από τους λόγους για τους οποίους οι πολίτες «ζορίζονται» οικονομικά, θα το ανταποδώσουν με την ψήφο τους σε αυτούς που θεωρούν υπεύθυνους για την κατάστασή τους, χωρίς αυτό να σημαίνει πάντα και το αντίστροφο, ότι, δηλαδή, θα είναι θετική η συμπεριφορά τους όταν βρίσκονται σε συνθήκες οικονομικής άνεσης.

Η αντίφαση αυτή έχει την εξήγησή της, καθώς σε συνθήκες ευημερίας εισέρχονται και άλλα κύρια στοιχεία, όπως η αλλαγή των καταναλωτικών προτύπων, η καλλιέργεια και μη εκπλήρωση ευρύτερων προσδοκιών, αλλά πολλές φορές και η σύγκριση με άλλους που έτυχαν καλύτερης οικονομικής και κοινωνικής ανέλιξης.

Οταν όμως τα πράγματα δυσκολεύουν σε προσωπικό επίπεδο, τότε, ανεξάρτητα από τα γενικότερα δημοσιονομικά ή μακροοικονομικά δεδομένα και τις αιτίες που προκαλούν τις δυσκολίες, ένα είναι βέβαιο: ότι η ψήφος θα έχει τιμωρητικό χαρακτήρα.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τόσο η συμπεριφορά του εκλογικού σώματος απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, που κυριαρχούσε τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, όταν πράγματι οι πολίτες ένιωσαν τη βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου και το χρήμα κυκλοφορούσε «ζεστό» στην τσέπη τους, όσο και το πώς συμπεριφέρθηκαν όταν θεώρησαν το ΠΑΣΟΚ υπεύθυνο για την απώλεια των εισοδημάτων τους, παρά το γεγονός ότι άλλοι είχαν την ευθύνη της οικονομικής κρίσης που ξέσπασε από το 2008 και μετά.

Είναι, επομένως, απόλυτα εξηγήσιμη η ψήφος των πολιτών στις ευρωεκλογές, όπως ακριβώς θα συμβεί και στις επερχόμενες εθνικές εκλογές. Οι πολίτες ένιωσαν στην τσέπη τους τις επιπτώσεις της υπερφορολόγησης τόσο με την αύξηση όλων των φόρων κατανάλωσης, που έπληξε τα πλέον φτωχά νοικοκυριά, όσο και με την αύξηση των συντελεστών στη φορολογία εισοδήματος, ενώ οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες υπήρξαν επιπλέον θύματα ενός παράλληλου φορολογικού μηχανισμού με τον νόμο Κατρούγκαλου, που συνέδεσε τα εισοδήματα με τις ασφαλιστικές εισφορές.

Η πολιτική αυτή, όπως δείχνει και η επεξεργασία των φορολογικών δηλώσεων από την ΑΑΔΕ, είχε αποτέλεσμα τη μείωση των εισοδημάτων των βασικών κοινωνικών ομάδων (ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες, μισθωτοί, συνταξιούχοι). Είναι φανερό, λοιπόν, ότι επηρέασε την ψήφο τους, πολύ περισσότερο δε που θεώρησαν τους εαυτούς τους θύματα των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων της περιόδου των αυταπατών και αντικείμενο προεκλογικής εκμετάλλευσης με παροχές της τελευταίας στιγμής.

Κατά συνέπεια, η ευθύνη των πολιτικών κομμάτων βρίσκεται στο να διαμορφώνουν προγραμματικές προτάσεις που θα συνδέουν τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας και την οικονομική ανάπτυξη, με συνθήκες δίκαιης κατανομής του παραγόμενου πλούτου και ευημερίας των πολιτών ως ένα ολοκληρωμένο και αδιάσπαστο σχέδιο με απτά αποτελέσματα. Η αποτελεσματικότητα των κυβερνήσεων και η επίτευξη μετρήσιμων στόχων που αντιλαμβάνεται ο πολίτης στην τσέπη του θα πρέπει να είναι ο κεντρικός πολιτικός στόχος των κομμάτων που ανήκουν στο ρεύμα της Σοσιαλδημοκρατίας όπως το Κίνημα Αλλαγής, οι προτάσεις του οποίου στην κατεύθυνση αυτή εμπεριέχονται στο «Σχέδιο Ελλάδα», στο οποίο η Φώφη Γεννηματά επανειλημμένως έχει αναφερθεί, προκειμένου να μην επαναληφθούν τα ίδια αδιέξοδα και να οδηγήσουμε τη χώρα στην πραγματική έξοδο από τα μνημόνια και την κρίση.

* Βουλευτής του Κινήματος Αλλαγής

Δημοσιεύτηκε στα «Ιδεογράμματα» της Νέας Σελίδας την Κυριακή 9/06/2019