Πολεμικές επανορθώσεις: Το γερμανικό χρέος απέναντι στην Ελλάδα



6 Νοεμβρίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 3:57 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 3:57 μμ


Καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης και των γερμανικής έμπνευσης σκληρών προγραμμάτων λιτότητας που μας επιβλήθηκαν, το ζήτημα των αποζημιώσεων που οφείλει η Γερμανία στη χώρα μας από την περίοδο της Κατοχής (1941-1944) επανήλθε με ένταση στη δημόσια συζήτηση. Οι οπαδοί τής χωρίς συναίσθημα «πολιτικής ορθότητας» χαρακτήρισαν όσους τάσσονταν υπέρ των ελληνικών διεκδικήσεων «λαϊκιστές». Αλλοι, πάλι, ακούραστοι ήρωες εδώ και 80 χρόνια, όπως ο Μανώλης Γλέζος, δεν σταμάτησαν να μάχονται για τη δικαίωση των θυμάτων και της χώρας, που επλήγη βαρύτατα από τη ναζιστική κατάκτηση. Υπερβολές μπορεί να ακούστηκαν, το δίκιο, ωστόσο, είναι με το μέρος της Ελλάδας.

Του Δημήτρη Στεμπίλη

Στην πρόσφατη επίσκεψη του Προέδρου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ, στη χώρα μας ανακινήθηκε με ηχηρό τρόπο το ζήτημα των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων. Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, αναφέρθηκε σε «νομικώς ενεργές και δικαστικώς επιδιώξιμες» απαιτήσεις της Ελλάδας, ενώ ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, στην κατ’ ιδίαν συνάντησή του με τον Γερμανό Πρόεδρο επεσήμανε ότι οι διαφορές που έρχονται από το παρελθόν «πρέπει να λυθούν με βάση το διεθνές δίκαιο, το οποίο όλοι σεβόμαστε».

Παρά την ένταση των ημερών, η αλήθεια είναι ότι το θέμα αυτό δεν τίθεται για πρώτη φορά την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Η πρώτη σημαντική κίνηση, που ουσιαστικά «ξέθαψε» το κεφαλαιώδες αυτό ζήτημα, είχε γίνει το 1995 από τον τότε πρωθυπουργό, Ανδρέα Παπανδρέου, και τον τότε υπουργό Εξωτερικών και μετέπειτα Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κάρολο Παπούλια. Από εκείνο τον Νοέμβριο του 1995 και τη ρηματική διακοίνωση που επιδόθηκε από τον Ελληνα πρεσβευτή στο Βερολίνο, το θέμα των αποζημιώσεων αποτελεί ανοιχτή πτυχή στις διμερείς ελληνογερμανικές σχέσεις. Με τη γερμανική πλευρά, βέβαια, να υπεκφεύγει μέσω ιδιοτελούς ανάγνωσης των διεθνών συνθηκών, όπως αυτής της επανένωσης της Γερμανίας «2+4» ή τις συμφωνίες των ετών 1950-1960, και να αρνείται μια ηθική και υλική της υποχρέωση.

Ο πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, Νίκος Βούτσης, έχει επανειλημμένα τονίσει ότι μέχρι το τέλος του χρόνου θα έρθει προς ψήφιση στην Ολομέλεια της Βουλής το αναλυτικό και επίσημο πόρισμα που συντάχθηκε με τη βοήθεια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και αφορά στο σύνολο των απαιτήσεων από την πλευρά της Ελλάδας. Σύμφωνα με τα μέλη της αρμόδιας επιτροπής που εργάστηκε για το θέμα, για πρώτη φορά θα υπάρχει πλήρης καταγραφή της συνολικής ζημιάς που προκλήθηκε μέσα από εκατοντάδες χιλιάδες σελίδων και αρχείων. Ανθρώπινα θύματα, οικονομική εκμετάλλευση και υλικές καταστροφές, που υπενθυμίζουν την ιστορική ευθύνη που δεν έχει αναλάβει στο σύνολό της προς τη χώρα μας η Γερμανία.

Δεν ξέρουμε ποιο θα είναι το τελικό ποσό που θα διεκδικηθεί ή ποιες επανορθώσεις θα συμπεριληφθούν στις απαιτήσεις, μαζί το πανθομολογούμενα δίκαιο αίτημα για επιστροφή του κατοχικού δανείου. Αυτό που φαίνεται, πάντως, είναι ότι η ελληνική πλευρά, με τη βοήθεια όλων όσοι ενδιαφέρονται πραγματικά και όχι ωφελιμιστικά για το κεφαλαιώδες αυτό ζήτημα, κινείται με τρόπο που θα τεκμηριώνει νομικά και ηθικά τα ελληνικά δίκαια. Κι αυτό γίνεται, όχι σε πνεύμα ρεβανσισμού -είμαστε εταίροι και σύμμαχοι με τη Γερμανία-, αλλά για να αποκατασταθεί η αδικία μιας μεγάλης εθνικής τραγωδίας που μετρά εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινα θύματα και από κοινού με άλλους παράγοντες υπονόμευσε το μέλλον της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Δημοσιεύθηκε στο φύλλο 74 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018