Πώς θα ζωντανέψουμε τα χωριά μας



11 Φεβρουαρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 4:52 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 4:52 μμ


Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι η ελληνική ύπαιθρος συνεχίζει να ερημώνει και να μαραζώνει δημογραφικά, κοινωνικά και πρωτίστως οικονομικά. Οι εικόνες των κλειστών σχολείων, καφενείων, σπιτιών, των ακαλλιέργητων εκτάσεων αλλά και τα κουφάρια των ελάχιστων επενδυτικών μονάδων κατά μήκος της ελληνικής μεθορίου είναι βροντερά παραδείγματα της απερήμωσής της.

Οι ακρίτες -αγρότες και κτηνοτρόφοι στην πλειονότητά τους- εγκατέλειψαν τις δραστηριότητές τους, γιατί η σκληρή δουλειά δεν είχε την ανταποδοτικότητα που απαιτεί η αξιοπρεπής διαβίωσης. Το επάγγελμα του αγρότη κοινωνικά απαξιώθηκε και οι διάδοχοί τους έστρεψαν το ενδιαφέρον τους σε άλλα επαγγέλματα, μακριά από το χωριό, το οποίο δεν διέθετε πια τις αναγκαίες υποδομές παιδείας, υγείας και διεύρυνσης επαγγελματικών επιλογών.

Toυ Μιχάλη Τζελέπη*

Η οικονομική κρίση στη χώρα μας και τα σκληρά μέτρα αντιμετώπισής της έφτασαν μέχρι το τελευταίο χωριό της ελληνικής επικράτειας. Η φορολογία έγινε δυσβάσταχτη, οι ασφαλιστικές εισφορές στον ΟΓΑ αυξήθηκαν υπερβολικά, ο ΕΝΦΙΑ, καθώς και τα πάσης φύσεως τέλη, λογαριασμοί, πρόστιμα οδήγησαν τους παραγωγούς σε μια μόνιμη αβεβαιότητα για το πώς θα καλύψουν το ιδιαίτερα υψηλό κόστος παραγωγής της επόμενης χρονιάς.

Σε όλη αυτή τη δυσβάσταχτη οικονομική κατάσταση έρχεται να προστεθεί κι ακόμα ένα εξίσου σημαντικό και ανυπέρβλητο εμπόδιο για πολλές ακριτικές περιοχές: η γειτνίαση τους με χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης με χαμηλό φορολογικό συντελεστή. Συγκεκριμένα, θα ήθελα να αναφερθώ στον δικό μου νομό, τον νομό Σερρών, ο οποίος συνορεύει με τη Βουλγαρία, μια χώρα κράτος-μέλος της ΕΕ με χαμηλό φορολογικό συντελεστή. Η γειτνίαση αυτή, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες ειδικές συνθήκες, έχει καταστήσει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις του νομού Σερρών «αδύναμες» να αντεπεξέλθουν στον ανισοβαρή οικονομικό ανταγωνισμό που προκύπτει, καθώς η Βουλγαρία σε πρώτο επίπεδο αποτελεί μια φθηνή και οικονομική λύση για τους κατοίκους των Σερρών στη σημερινή δεινή οικονομική συγκυρία.

Δευτερευόντως, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις για να επιβιώσουν αναγκάζονται είτε να μετεγκατασταθούν, να μετακινήσουν την έδρα της επιχείρησής τους στη γειτονική χώρα (που είναι και μέλος της ΕΕ) είτε να βάλουν «λουκέτο» λόγω του αθέμιτου αυτού ανταγωνισμού που προκύπτει από τον χαμηλό συντελεστή φορολόγησης. Συνεπώς, αποτελεί επιτακτική και επιβεβλημένη πια ανάγκη η πολιτεία να μεριμνήσει για τη θέσπιση χαμηλού συντελεστή φορολόγησης σε ακριτικές περιοχές, όπως ο νομός Σερρών, που συνορεύουν με χώρες της ΕΕ.

Η Ελλάδα, μια μη βιομηχανική χώρα, αντί να περιμένει τις επενδύσεις από το εξωτερικό για να ξεφύγει από τα οικονομικά της αδιέξοδα, καλό είναι να συνειδητοποιήσει έγκαιρα ότι η ελληνική ύπαιθρος διαθέτει ιδιαίτερο φυσικό πλούτο (δάση, υγρότοποι, λίμνες, ποτάμια κ.λπ.), ανθρώπινο δυναμικό με μακρά παράδοση στη γεωργία, γόνιμα εδάφη και κλίμα που, όχι μόνο μπορούν να παράγουν ανταγωνιστικά αγροτικά προϊόντα υψηλής ποιότητας, αλλά, επιπρόσθετα, μπορούν να συνδέσουν την αγροτική παραγωγή με τον τουρισμό, την επιχειρηματικότητα (παραδοσιακές τοπικές βιοτεχνικές – βιομηχανικές δραστηριότητες), τις εξαγωγές και την κάλυψη των αναγκών των κατοίκων των παρακείμενων πόλεων σε τροφοδοσία και ψυχαγωγία.

Η ανάπτυξη πολλών παράλληλων δραστηριοτήτων στη μεθόριο δημιουργεί νέα δεδομένα για την απασχόληση των κατοίκων της, νέα επαγγέλματα, νέα μεσαία στρώματα, που συντηρούν την ανάπτυξη παρά τη μείωση της παραδοσιακής αγροτικής δραστηριότητας. Και η βάση μιας τέτοιας ανάπτυξης είναι αδιαμφισβήτητα η γεωργία. Απαιτείται ένα εθνικό σχέδιο, μια νέα πολιτική που, με σεβασμό στις κοινοτικές προβλέψεις και πρακτικές, θα εξορθολογήσει τις υφιστάμενες ρυθμίσεις, θα απλοποιήσει τις γραφειοκρατικές διαδικασίες και θα εξασφαλίσει χρηματοδοτικά εργαλεία για την παραγωγή και ανάπτυξη υποδομών καλλιέργειας και κατάρτισης πάνω στα νέα δεδομένα και τις νέες τεχνολογίες.

Ενα τέτοιο σχέδιο προϋποθέτει:

1. Πολιτική γης, για να περάσει η γη στα χέρια εκείνων που θα την καλλιεργήσουν.

2. Μείωση του κόστους παραγωγής. Να υπάρξει μέριμνα για να μπορέσει ο αγρότης να επιβιώσει από το εισόδημά του. Τα εφόδια είναι όλα εισαγόμενα, το ίδιο και τα ανταλλακτικά. Μπορούν πολλά, αν όχι όλα, να παραχθούν στην Ελλάδα. Τα καύσιμα είναι πανάκριβα και μειώνουν την ανταγωνιστικότητα του προϊόντος. Η οικογενειακή απασχόληση δεν αμείβεται ούτε συνυπολογίζεται στις φοροαπαλλαγές.

3. Αλλαγή του δυσβάσταχτου φορολογικού. Να θεσπιστεί εδώ και τώρα φορολογικός συντελεστής στο 13%.

4. Για το ασφαλιστικό: οι ασφαλιστικές εισφορές αποσυνδέονται από το φορολογητέο εισόδημα, σε οκτώ ασφαλιστικές κατηγορίες από 82 ευρώ έως 405 ευρώ, και καθιερώνεται, ως πλαφόν, ετήσιο εισόδημα μέχρι 37.000 ευρώ. Επανεξέταση όλων των κρατήσεων υπέρ τρίτων. Οι επενδύσεις του αγρότη σε ακίνητα ή μηχανήματα πρέπει να λαμβάνονται διαχρονικά υπόψη εκ μέρους της φορολογικής Αρχής. Το σύστημα φορολόγησης των ομάδων παραγωγών ως ομάδας και κατά άτομο αποστερεί τη δυναμική ανάπτυξης συνεταιριστικής δράσης, η οποία θεωρείται ιδιαίτερα επιτυχημένο παράδειγμα στο εξωτερικό.

5. Εξασφάλιση συμβουλευτικών υπηρεσιών για την καλλιέργεια, την πιστοποίηση και την εμπορία των αγροτικών προϊόντων.

Με λίγα λόγια, ο πρωτογενής τομέας για να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες χρειάζεται μια συνεκτική πολιτική, που θα καλύπτει την παραγωγή, τη μεταποίηση, το σύστημα των αγρο-συνεργειών, την ποιότητα του προϊόντος, τις εξαγωγές, την κοινωνική ασφάλιση, τις επενδύσεις, τις επιδοτήσεις, τον ΟΓΑ, τον ΕΛΓΑ, τις συντάξεις κ.ο.κ. Το ζητούμενο είναι η νέα αυτή πολιτική να λειτουργεί με τρόπο δίκαιο, ανταγωνιστικό και αποτελεσματικό για να μπορέσει ο πρωτογενής τομέας να βάλει το τρένο της πολυπόθητης ανάπτυξης στις ράγες. Αν αυτή η ανάπτυξη συνδεθεί και με την τόνωση της οικοτεχνίας, της μεταποίησης εκ μέρους του παραγωγού αλλά και του γαστρονομικού και πολιτιστικού τουρισμού, η ακριτική Ελλάδα θα δώσει ηχηρή απάντηση στην κρίση.

* Βουλευτής Σερρών της Δημοκρατικής Συμπαράταξης

Δημοσιεύτηκε στα «Ιδεογράμματα» της Νέας Σελίδας την Kυριακή 10/02/2019