Τα επιτεύγματα της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας



4 Δεκεμβρίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 6:29 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 6:29 μμ


Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία αποτελεί αναπτυξιακό πυλώνα με προστιθέμενη αξία στην εθνική οικονομία, στην υγεία και στην κοινωνία, απασχολώντας 11.000 εργαζόμενους και 800 επιστήμονες υψηλής εξειδίκευσης, ενώ επηρεάζει συνολικά 53.000 άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας. Tο ελληνικό φάρμακο παράγεται σε 37 υπερσύγχρονες παραγωγικές μονάδες με τη χρήση τεχνολογίας αιχμής και εξελιγμένων συστημάτων ποιοτικού ελέγχου, αποτελεί δε ένα διεθνές brand που εξάγεται με επιτυχία σε πάνω από 85 χώρες.

Tου Θεόδωρου Τρύφων

Οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες ειδικεύονται στην ανάπτυξη και παραγωγή γενοσήμων και προϊόντων φαρμακοτεχνικής καινοτομίας με υψηλή προστιθέμενη αξία. Κατά την περίοδο 2004-2013 πραγματοποίησαν επενδύσεις ύψους 800 εκατ. ευρώ σε πάγια και έρευνα, ενώ εξακολουθούν να επενδύουν κάθε χρόνο σε Ερευνα και Ανάπτυξη περίπου 30 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε 80 ερευνητικά προγράμματα που υλοποιούνται σε συνεργασία με πανεπιστήμια και άλλους ερευνητικούς φορείς.

Η ελληνική παραγωγή φαρμάκου τονώνει την εθνική οικονομία, συμβάλλοντας στο ΑΕΠ κατά 2,8 δισ. ευρώ, μέσω της ενίσχυσης της απασχόλησης, της αξιοποίησης του επιστημονικού δυναμικού της χώρας, της επένδυσης σε δραστηριότητες έρευνας, της ανάπτυξης και κατοχύρωσης τεχνογνωσίας, των εξαγωγών, των φορολογικών και ασφαλιστικών εισφορών αλλά και γενικότερα της παραγωγής προστιθέμενης αξίας, που μένει στη χώρα και επανεπενδύεται.

Είναι χαρακτηριστικό ότι για κάθε ένα 1 ευρώ που δαπανάται σε ελληνικά φάρμακα, το ΑΕΠ της χώρας ενισχύεται κατά 3,42 ευρώ. Ο πολλαπλασιαστής αυτός είναι υψηλότερος από τους αντίστοιχους άλλων κλάδων που παραδοσιακά θεωρούνται ατμομηχανές της οικονομίας, όπως η ναυτιλία και ο τουρισμός. Το ελληνικά ποιοτικά φάρμακα είναι από τα πιο εξωστρεφή και διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα της ελληνικής οικονομίας. Οχι, λοιπόν, τυχαία, το φάρμακο τα τελευταία χρόνια αποτελεί τον δεύτερο πιο εξαγώγιμο κλάδο της ελληνικής οικονομίας μετά τα πετρελαιοειδή.

Παρά το αντίξοο περιβάλλον στο οποίο περιήλθε η ελληνική οικονομία μέσα και από τις μονοδιάστατες πολιτικές των μνημονίων, η ελληνική φαρμακοβιομηχανία επέδειξε αξιοσημείωτη αντοχή και προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα. Ωστόσο, η βίαιη περιστολή της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, η έλλειψη ρευστότητας και κινήτρων για επενδύσεις και κυρίως τα σκληρά οριζόντια μέτρα φαρμακευτικής πολιτικής -με τις συνεχείς μειώσεις τιμών και την επιβολή υπερβολικών υποχρεωτικών εκπτώσεων και επιστροφών (rebate, clawback)- επηρέασαν δυσμενώς κυρίως τα ελληνικά φάρμακα, ενώ ψαλιδίζουν την αναπτυξιακή δυναμική του κλάδου. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να σημειωθεί ότι οι ελληνικές φαρμακευτικές επιχειρήσεις διατήρησαν στο ακέραιο τις θέσεις εργασίας, ενώ παράλληλα έδωσαν έμφαση στην εξωστρέφεια του κλάδου.

Η εγχώρια παραγωγή φαρμάκων διασφαλίζει την πρόσβαση των ασθενών σε ποιοτικά και οικονομικά προσιτά φάρμακα με πολύ χαμηλή ή μηδενική συμμετοχή. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, με δεδομένες τις τεράστιες εισοδηματικές πιέσεις που έχουν δεχτεί οι ασθενείς των οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων και των ευπαθών κοινωνικών ομάδων. Ταυτόχρονα, η δυνατότητα των ελληνικών φαρμάκων να παράγουν εξοικονομήσεις, υποκαθιστώντας ακριβότερα φάρμακα με θεραπευτικά ισοδύναμο τρόπο, εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας και φαρμακευτικής περίθαλψης, ενώ η σημαντική αναπτυξιακή δραστηριότητα των ελληνικών φαρμακοβιομηχανιών, παρά το γενικότερο περιβάλλον αποεπένδυσης και επενδυτικής καχεξίας, δημιουργεί πλούτο για τη χώρα. Οι επιδόσεις αυτές καθιστούν την ελληνική φαρμακοβιομηχανία στρατηγικό κλάδο προτεραιότητας στην προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας.

Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι η ανάπτυξη του κλάδου απαιτεί τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής και ολοκληρωμένης πολιτικής φαρμάκου, που, εκτός από την προστασία της δημόσιας υγείας με ποιοτικά και οικονομικά προσιτά φάρμακα και τη βιώσιμη συγκράτηση του κόστους, θα ενσωματώνει το στοιχείο της ανάπτυξης. Το νέο αυτό πλαίσιο θα πρέπει να συνδυάζει μια σειρά διαρθρωτικών αλλαγών στους κρίσιμους τομείς της φαρμακευτικής πολιτικής με ένα νέο επενδυτικό και φορολογικό πλαίσιο κινήτρων, ικανό να θέσει σε νέα αναπτυξιακή τροχιά τον κλάδο και να μεγιστοποιήσει το όφελος για την οικονομία και την κοινωνία.

Η Πανελλήνια Ενωση Φαρμακοβιομηχανίας σταθερά τα τελευταία χρόνια καταθέτει τεκμηριωμένες προτάσεις στο πλαίσιο του δημόσιου διαλόγου αναφορικά με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που πρέπει να προχωρήσουν. Ο έλεγχος της συνταγογράφησης, η φαρμακοοικονομική αξιολόγηση των νέων θεραπειών, η εφαρμογή δεσμευτικών θεραπευτικών πρωτοκόλλων συνταγογράφησης, η διασφάλιση της πρόσβασης σε προσιτές και αποτελεσματικές φαρμακοθεραπείες, ο εξορθολογισμός της μεθοδολογίας τιμολόγησης και κυρίως ο δικαιότερος επιμερισμός των υποχρεωτικών επιστροφών μεταξύ των φαρμακευτικών εταιρειών αποτελούν τους βασικούς άξονες των προτάσεών μας.

Παράλληλα, είναι απαραίτητη η υλοποίηση μιας δέσμης αναπτυξιακών πολιτικών με τελικό στόχο την αξιοποίηση της δυναμικής των ελληνικών φαρμακοβιομηχανιών και τη μεγιστοποίηση της θετικής τους συμβολής στην οικονομία και την κοινωνία. Οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες είναι σε θέση σήμερα να καλύψουν τουλάχιστον το 60% των φαρμακευτικών αναγκών της χώρας, κι αυτό αποτελεί γεγονός στρατηγικής σημασίας. Κατά συνέπεια, το να εξακολουθούμε να εισάγουμε φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία παράγονται εγχωρίως σε οικονομικά προσιτές τιμές αποτελεί οικονομική αυτοχειρία. Ταυτόχρονα, είναι προφανές ότι, με δεδομένους τους κλειστούς – προκαθορισμένους προϋπολογισμούς φαρμακευτικής δαπάνης, η πολιτεία οφείλει να μεγιστοποιήσει τη συνολική προστιθέμενη αξία, όχι μόνο για το σύστημα υγείας και τους ασθενείς, αλλά και για την εθνική οικονομία. Η συνθήκη αυτή έχει κομβική σημασία προκειμένου η χώρα να εξέλθει οριστικά από τον φαύλο κύκλο της κρίσης.

* Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ)

Δημοσιεύθηκε στα ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ στο φύλλο 78 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018