Θεσμική ανασυγκρότηση σε Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ενωση



16 Ιουλίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 6:01 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 6:01 μμ


Τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη παρατηρείται ένα παράδοξο φαινόμενο: ενώ ο σύγχρονος Ευρωπαίος ψηφίζει ίσως περισσότερες φορές από ποτέ άλλοτε (στις βουλευτικές, αυτοδιοικητικές και ευρωπαϊκές εκλογές), παρ’ όλα ταύτα αισθάνεται αποκομμένος από τους αντιπροσώπους του και την άσκηση της εξουσίας. Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί; Σε ποια από τις τρεις εξουσίες -τη νομοθετική, την εκτελεστική ή τη δικαστική- εντοπίζεται το πρόβλημα;

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ*

Η απάντηση θα πρέπει μάλλον να προσανατολιστεί στην πλευρά της νομοθετικής εξουσίας. Τα σύγχρονα κοινοβούλια από όργανα αντιπροσώπευσης του λαού τείνουν να μετατραπούν σε μηχανισμούς «επικύρωσης» αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί από την εκτελεστική εξουσία και ιδίως από τον πρωθυπουργό. Οι βουλευτές ακολουθούν σχεδόν πάντα την κομματική γραμμή ακόμη και σε ήσσονος σημασίας θέματα. Τα νομοσχέδια προετοιμάζονται από τα υπουργεία, ψηφίζονται με πολύ γρήγορες έως συνοπτικές διαδικασίες και οι παρεμβάσεις των βουλευτών σε αυτά συχνά εξυπηρετούν πελατειακά και τοπικά συμφέροντα.

Η σημασία του κοινοβουλευτικού ελέγχου αμβλύνεται διαρκώς (στην Ελλάδα πολλές ερωτήσεις και επερωτήσεις δεν απαντώνται καν από τους αρμόδιους υπουργούς) και οι αναφορές των πολιτών προς τη Βουλή έχουν περιπέσει σε πλήρη αχρησία. Με τον τρόπο αυτό, η λαϊκή αντιπροσωπεία χάνει σταδιακά την αυτονομία της και τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την παραδοσιακή εικόνα ενός Κοινοβουλίου. Θα πρέπει επομένως να αναζητηθούν μέσα ενίσχυσης των εθνικών Κοινοβουλίων έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, αντίστοιχα όπως έχει αναβαθμιστεί ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και έχουν αυξηθεί οι αρμοδιότητές του έναντι των εκτελεστικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Λόγω ακριβώς της άμβλυνσης του ρόλου του Κοινοβουλίου, αυξάνονται η ισχύς και η σημασία της δικαστικής εξουσίας. Σήμερα πλέον η κλασική διάκριση των εξουσιών τείνει να γίνει από τριμερής (νομοθετική – εκτελεστική – δικαστική) διμερής (πλειοψηφία σε Βουλή και κυβέρνηση από τη μια, Δικαιοσύνη από την άλλη). Η ενίσχυση της δικαστικής εξουσίας αποτελεί μια καταρχήν θετική εξέλιξη, κυρίως λόγω της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας με την οποία είναι εξοπλισμένοι οι δικαστές.

Ωστόσο, η ίδια εξέλιξη συνοδεύεται και από κάποιους κινδύνους. Καταρχάς, η αύξηση της σημασίας της δικαστικής εξουσίας ενισχύει τον πειρασμό ελέγχου της από την εκτελεστική εξουσία, όπως επιβεβαιώνεται και από τα παραδείγματα της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Περαιτέρω, και επειδή ο δικαστής είναι ο τελευταίος κριτής, διαθέτοντας το πανίσχυρο όπλο του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, υφίσταται ο κίνδυνος «αυτονόμησης» του δικαστή και μετατροπής της νομικής κρίσης σε πολιτική αξιολόγηση. Βέβαια, η ελληνική νομολογία δέχεται παγίως ότι ο δικαστής δεν εξετάζει ζητήματα που αφορούν στη σκοπιμότητα θέσπισης των νόμων και ότι ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων δεν θίγει το περιθώριο εκτίμησης που πρέπει να έχει ο δημοκρατικά νομιμοποιημένος νομοθέτης. Είναι αμφίβολο, ωστόσο, εάν αυτή η γενική παραδοχή τηρείται πάντοτε στη δικαστηριακή πράξη.

Το αίσθημα αποξένωσης του πολίτη από την άσκηση εξουσίας, παρά τη συχνή συμμετοχή του σε εκλογικές διαδικασίες, έχει σίγουρα πολλές αιτίες. Ισως ευθύνεται το εκλογικό σύστημα με τις μεγάλες εκλογικές περιφέρειες, ίσως όμως αποτελεί και εγγενή αδυναμία του συστήματος της ελεύθερης εντολής του βουλευτή. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι με ποια μέσα θα αντιμετωπιστεί το φαινόμενο αυτό. Τα δημοψηφίσματα προβάλλονται ως ο κατεξοχήν θεσμός της άμεσης δημοκρατίας. Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, γιατί ο λαός καλείται να αποφασίσει με ένα «ναι» ή με ένα «όχι» – και, μάλιστα, σε ένα ερώτημα που έχει επιλέξει η εκάστοτε κυβέρνηση.

Επίσης, το αίσθημα αποξένωσης του πολίτη μπορεί να ενταθεί στην περίπτωση που η πολιτική εξουσία δεν ακολουθήσει τη λαϊκή βούληση που εκφράστηκε σε ένα συμβουλευτικό δημοψήφισμα. Τα δημοψηφίσματα προσφέρονται περισσότερο για την επίλυση τοπικών ζητημάτων (όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ), ενώ σε εθνικό επίπεδο προσφορότερη θα ήταν ίσως η ενεργοποίηση του θεσμού της λαϊκής πρωτοβουλίας, μέσω της οποίας ένας σημαντικός αριθμός πολιτών μπορεί να εξαναγκάσει τη Βουλή να συζητήσει μια συγκεκριμένη πρόταση νόμου.

Ενα, πάντως, είναι σίγουρο: η εμπιστοσύνη του πολίτη προϋποθέτει διαφάνεια στη λήψη των αποφάσεων. Από την άποψη αυτή, η πρόσφατη διαδικασία επιλογής των επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών, ύστερα από παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις και ερήμην των Ευρωπαίων πολιτών, αποτελεί μια πολύ σημαντική αρνητική εξέλιξη.

* Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Δημοσιεύτηκε στα «Ιδεογράμματα» της Νέας Σελίδας τo Σάββατο 13/07/2019