Τι σηματοδοτεί η παρέμβαση Μακρόν

12

Του Δημήτρη Ν. Χρυσοχόου*

 

Πώς φιλοτεχνείται η «μεγάλη εικόνα» της ενοποίησης ή, έστω, μια εύλογη εκδοχή της; Το διερώτημα επανέρχεται στη συζήτηση επειδή έστω και μια ελλειπτική θέαση του όλου μάς βοηθά να στοχαστούμε πάνω στα κοινά ευρωπαϊκά μελήματα και να αναζητήσουμε τους όρους μιας συναντίληψης ως γνώμονες συλλογικής συμβίωσης. Επίσης, έχει να κάνει και με το κατά πόσον η σημερινή Ευρώπη μπορεί να υποδεχτεί εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, αλλά και, δεδομένης της διαπιστούμενης όσο και εντεινόμενης ετερογένειάς της, κατά πόσον είναι εφικτή μια κοινή πολιτική σχεδίαση, που θα την οδηγήσει δυναμικά στη νέα δεκαετία.

Eως τώρα, παρά τις επιμέρους διακυμάνσεις, ενίοτε παλινδρομήσεις, η κοινή πορεία διδάσκει ότι το «σημείο ισορροπίας» ανάμεσα σε μέρη και όλον -αλλά και ανάμεσα στα ίδια τα μέρη- συναρτάται ολοένα και περισσότερο προς τις αξιακές, και όχι απλώς λειτουργικές ή εργαλειακές, όψεις της ενοποίησης, τις οποίες εγγράφει σε μια μεταβλητή δέσμη συστημικών διλημμάτων: εμπέδωσης ή μετασχηματισμού, προσαρμογής ή ανατροπής, αυτονομίας ή συνδιάθεσης, συμπόρευσης ή διαφοροποίησης – με τον πλουραλισμό των απαντήσεων ως προς τους βέλτιστους όρους συμβίωσης των Ευρωπαίων να παραμένει ανοιχτός σε στοχαστικές διαθέσεις.

Υπάρχει, όμως, και η «μεγάλη εικόνα» που για πολλούς σήμερα τείνει να αμφισβητήσει το «κεκτημένο» των αξιώσεων της ΕΕ να σηματοδοτήσει το -σε κάθε περίπτωση, ιστορικής εμβέλειας- πέρασμα

σε μια «πολιτεία» νομιμοποιημένης συνδιάθεσης πόρων, ικανοτήτων και εξουσιών, που θα επιδρά μετασχηματιστικά και όχι απλώς διαχειριστικά στις συστατικές τάξεις, άρα στη φύση των δεσμών που τις συνέχουν. Μια άλλη θέαση, ωστόσο, υπό το πρίσμα των κοινών επιτευγμάτων και των συλλογικών δομών που διαθέτει πλέον η ΕΕ για τη διαχείριση κρίσιμων τομέων πολιτικής, συνηγορεί στο ότι, παρά τις όποιες παθογένειες, η ΕΕ εξακολουθεί να προσφέρει τη βάση για συλλογικές προσδοκίες ή ακόμη και προορισμούς, λιγότερο ή περισσότερο ομοσπονδιακής έμπνευσης.

Η πρόσφατη ομιλία του Γάλλου Προέδρου, Εμανουέλ Μακρόν, στη Σορβόννη είναι κι αυτή υπόμνηση μιας τέτοιας δυνατότητας «αναβίωσης» μιας συντεταγμένης συμπόρευσης, που θα συναρμόσει την πολιτική ενότητα μέσα από μια νέα αρχιτεκτονική κοινών μελημάτων. Πώς διαγράφονται οι αξιολογικές προκείμενες της πρότασης Μακρόν – η οποία περιλαμβάνει, εν συνόψει, κοινό προϋπολογισμό για κοινή άμυνα, ευρωπαϊκή Εισαγγελία και Αρχή Ασύλου, μέριμνα για κοινωνική ένταξη μεταναστών και προσφύγων, εμβάθυνση της συνεργασίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, εμβάθυνση της οικονομικής διακυβέρνησης (νομισματικό ταμείο, κοινός προϋπολογισμός και υπουργός Οικονομικών), δημοκρατική λογοδοσία της Ευρωζώνης, καινοτομίες στις πολιτικές ενέργειας και τεχνολογίας κ.ά.; Ποιον -με ομοσπονδιακό, πάντως, πρόσημο- πολιτικό προσανατολισμό εισηγείται;

Τι κομίζει στη δημόσια συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, δεδομένης της μετεκλογικής αμηχανίας που επικρατεί στη Γερμανία λόγω αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης και κοινοβουλευτικής εισόδου των ακροδεξιών, της ενίσχυσης ακραίων, δυσανεκτικών και εξόχως αντιευρωπαϊκών μορφωμάτων, του ηχηρού από κάποιους αιτήματος για διαφοροποίηση, των αποκλινουσών στάσεων σε ζητήματα αλληλεγγύης για τη διαχείριση του Προσφυγικού/Μεταναστευτικού, καθώς και των προκλήσεων που γεννά η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου; Η εν λόγω δέσμη επισημάνσεων θα μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλα, εσωτερικά μέτωπα, όπως, ενδεικτικά, σε ζητήματα απόσχισης (Καταλονία) και κράτους δικαίου (Πολωνία, Ουγγαρία).

Κατ’ ουσίαν, η σχεδίαση Μακρόν υπονοεί μια «έμμετρη», ήτοι σταθμισμένη όσο και στοχευμένη, μετατόπιση της ΕΕ προς ένα νέο «σημείο ισορροπίας», ακόμη και μέσω της αναθεώρησης των Συνθηκών, όπου τα μέρη θα παραμείνουν ως διακριτά ζωντανά κύτταρα της ενοποίησης, εντός, όμως, μιας συνεκτικής, άρα

απαιτητικής, διάρθρωσης. Στην εν λόγω σχεδίαση, η οικοδόμηση ευρύτερης «πολιτείας» είναι συμβατή τόσο προς τις δομικές προσαρμογές υπέρ της συστημικής βιωσιμότητας όσο και προς τα μελήματα των κρατών – ενταγμένα, πάντως, σε τροχιά εμβάθυνσης. Θα μπορούσε να ανιχνευθεί και η αξίωση πως η όποια έξοδος από τις πολλαπλές (επι)κρίσεις που βιώνει η ΕΕ -για τη διασφάλιση της κοινής αλληλεγγύης και όχι υποκατάστατων μορφών, όπως η «ευέλικτη αλληλεγγύη» που εισηγείται η «ομάδα Βίζεγκραντ», την πολιτική εμβάθυνση στους τομείς της ασφάλειας και της άμυνας και τον εκδημοκρατισμό της Ευρωζώνης-, απαιτεί ομοσπονδιακής έμπνευσης παρεμβάσεις.

Στην κρίσιμη αυτή καμπή, ωστόσο, αναφύεται -και ευλόγως- ένας γενικότερος προβληματισμός, που αφορά στο ζήτημα της διαφοροποίησης. Με την ΕΕ να αναζητά εκ νέου το δικό της «σημείο ισορροπίας», η γενικευμένη χρήση της ευελιξίας θα μπορούσε να διαταράξει περαιτέρω μια ήδη εύθραυστη συστημική συνοχή, καθιστώντας την ΕΕ ευάλωτη ως προς την ικανότητά της να διευθετεί, έστω να διαχειρίζεται, την ετερογένειά της. Περισσότερη διαφοροποίηση σημαίνει απομείωση συστημικής ενότητας, ενώ σε αξιακά ή καταστατικά ζητήματα, όπως εγγράφονται στις προκείμενες της κοινής τάξης, σημαίνει απομάκρυνση από κοινούς γνώμονες συλλογικής συμβίωσης.

Ετσι και ο στοχασμός πάνω στο μέλλον της ενοποίησης θα πρέπει να στοχεύει στην αναβίωση μιας δυναμικής, ικανής να φέρει την ΕΕ εγγύτερα προς τη μορφή «πολιτεία» -ήτοι προς μια αρχιτεκτονική κοινών μελημάτων-, παρά στο πώς θα επινοηθούν ή/και θα εντατικοποιηθούν πρακτικές, συμπεριφορές και μηχανισμοί παρέκκλισης από κοινά αξιακά και θεσμικά κεκτημένα, τα οποία εύκολα ενδεχομένως παρακάμπτονται ή ακόμη και ανατρέπονται, αλλά δύσκολα ανακτώνται.

Εάν «ένωση» σημαίνει έλλογη ένταξη επιμέρους βουλήσεων σε ένα πλέγμα κοινών επιδιώξεων, σημαίνει, επίσης, θεσμοθετημένη, άρα εγγυημένη, εμπλοκή των μερών στην κοινή διακυβέρνηση, εντός της οποίας και με την οποία συνεξελίσσονται. Κάτι τέτοιο δεν ακυρώνει τις ιδιαίτερες ταυτότητες των μερών -ό,τι τα ανάγει σε διακριτούς δήμους-, αλλά τα θέτει σε τροχιά συναρμογής, με τις κοινές αξίες να μην εγγράφονται μόνο στις συστατικές τάξεις, αλλά και στην ίδια τη συντεταγμένη φύση της πολλαπλότητας. Η δημόσια παρέμβαση του Μακρόν, παρέμβαση, εντέλει, ευρωπαϊκή, εμπεριέχει την υπόσχεση μιας τέτοιας ένωσης.

 

 

 

* Καθηγητής Θεωρίας και Θεσμών της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 6/01/2018