Το νέο εγχείρημα του ευρωπαϊκού εθνολαϊκισμού



27 Δεκεμβρίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 6:30 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 6:30 μμ


Από το 2011, με τις πλατείες των Αγανακτισμένων, μέχρι και σήμερα, με την ανάδυση των Κίτρινων Γιλέκων, οι κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη σφραγίστηκαν από την επέλαση ενός δεξιού και αριστερού εθνολαϊκισμού. Δεν πρόκειται απλώς για μια άσκηση πολεμικού ύφους ή για εκδήλωση επαναστατικής γυμναστικής. Εχει να κάνει με μια ιδεολογία που βλέπει την κοινωνία διαιρεμένη σε δύο ομοιογενείς και ανταγωνιστικές μεταξύ τους ομάδες: τον «αγνό» λαό από τη μια και τη «διεφθαρμένη» ελίτ από την άλλη. Μια ελίτ που δεν υπηρετεί και δεν είναι πια έκφραση της «γενικής βούλησης» του λαού.

Του Γιάννη Κεφαλογιάννη*

Στη Γαλλία τα Κίτρινα Γιλέκα επίσημα επιθυμούν λιγότερους φόρους. Ομως στη λίστα των αιτημάτων τους έχουν ενταχθεί απαιτήσεις για αύξηση μισθών και συντάξεων, σειρά επιδομάτων, τέλος στην πολιτική λιτότητας, αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, φραγμό στα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα και πολλά άλλα. Πρόκειται για ένα συνονθύλευμα αιτημάτων που εκφράζεται πολιτικά από τις δυνάμεις της Λεπέν, των Ανυπότακτων του Μελανσόν, της Δεξιάς και των μικρότερων πατριωτικών κομμάτων.

Αν υπάρχει ένα δίδαγμα που πρέπει να αντλήσουμε από την ελληνική εμπειρία, αυτό είναι ότι ο εθνικισμός δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο του δεξιού λαϊκισμού, αλλά μπορεί να ενσωματωθεί κάλλιστα και στον αριστερό. Ισχύει, βέβαια, και το αντίστροφο: ούτε οι οικονομικές διεκδικήσεις αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο του αριστερού λαϊκισμού. Ο έντονος οικονομικός προστατευτισμός που διακηρύσσουν από κοινού με την «αντιπλουτοκρατική» φυσιογνωμία που προωθούν τα ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη το επιβεβαιώνουν.

Από το 2011 και μετά η Ελλάδα κληροδότησε στην Ευρώπη μια συμβολική απεικόνιση ενός αδιαίρετου λαού που παραμερίζει τις όποιες ιδεολογικές, ταξικές ή κοινωνικές διαφορές του για να καταγγείλει και να διαμαρτυρηθεί. Η ελληνική εμπειρία αποκρυστάλλωσε νέες διαιρετικές τομές στο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα, που ξεπερνούν την παραδοσιακή βάση της Δεξιάς με την Αριστερά, γεννώντας ετερόκλητες πολιτικές συμμαχίες, οι οποίες βρήκαν κοινό βηματισμό σε κυβερνητικούς συνασπισμούς (Ελλάδα, Ιταλία) και σε μείζονα πολιτικά διακυβεύματα (Brexit). Τέλος, πρόσφερε στον ευρωπαϊκό λαϊκισμό έναν εθνικιστικό προσανατολισμό αυτής της διαμαρτυρίας. Δεν επικαιροποίησε απλώς ένα αίτημα για κοινωνική απελευθέρωση, αλλά επανέφερε στο προσκήνιο μια βαθιά ριζωμένη πολιτική κληρονομιά για εθνική απελευθέρωση – αυτή τη φορά από το διεθνές κεφάλαιο, το ΔΝΤ, τους τραπεζίτες και την ΕΕ.

Λάβετε υπόψη ότι όλα αυτά συμβαίνουν στην Ευρώπη, σε μια ήπειρο που έχει -με μεγάλη διαφορά- το πιο γενναιόδωρο κοινωνικό κράτος, τη λιγότερο άνιση κατανομή εισοδημάτων στον πλανήτη, την υψηλότερη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την πιο υπεύθυνη περιβαλλοντικά πολιτική και την πιο υγιή δημοκρατία. Ή μήπως γι’ αυτό ακριβώς όλα αυτά συμβαίνουν στην Ευρώπη; Η ήπειρος έχει εισέλθει σε μια μακρά περίοδο κοινωνικών αλλαγών, που δεν οδηγούν ούτε στην κατάρρευση ούτε και σε μια νέα κοινωνική ισορροπία. Αυτές οι κοινωνικές αλλαγές συμβαίνουν λόγω των προκλήσεων που δημιουργούν οι ίδιες οι επιτυχίες της: η επιμήκυνση του προσδόκιμου ζωής, η παγκοσμιοποίηση, η ραγδαία τεχνολογική πρόοδος, η κλιματική αλλαγή. Σε αυτό το περιβάλλον ανθούν τα λαϊκιστικά κινήματα και αυτό που ψυχικά εκφράζουν είναι η δυσφορία για ένα μυθοποιημένα ωραίο παρελθόν και ένα ανεκπλήρωτο μέλλον που μοιάζει να διαρκεί πολύ.

Οπως συμβαίνει πάντα, τα λαϊκιστικά κινήματα θέτουν τις σωστές ερωτήσεις, αλλά δίνουν τις λάθος απαντήσεις. Οι μάχες οπισθοφυλακής και οι πόλεμοι χαρακωμάτων δεν δίνουν απαντήσεις στα απαιτητικά ερωτήματα των καιρών μας. Το μήνυμα, ωστόσο, είναι σαφές και για τις φιλοευρωπαϊκές – μεταρρυθμιστικές δυνάμεις. Ο κίνδυνος η οποιαδήποτε αναπτυξιακή, φιλελεύθερη και φιλοεπενδυτική μεταρρύθμιση, που επιβαρύνει βραχυπρόθεσμα μεγάλο μέρος της κοινωνίας χωρίς κάποιο χειροπιαστό αντίβαρο, να μετατραπεί σε εκλυτικό γεγονός για τη γένεση βίαιων αντισυστημικών κινημάτων είναι πια πολύ μεγάλος. Εστω και αργά, ο Εμανουέλ Μακρόν αντιλήφθηκε ότι οι φιλελεύθερες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες έχουν ελπίδα να ευδοκιμήσουν μόνο αν πηγαίνουν χέρι χέρι με μια μοντέρνα κοινωνική πολιτική, η οποία θα συνδυάζεται με μια προσπάθεια εξημέρωσης των εθνικιστικών ενστίκτων. Το μάθημα ισχύει και για εμάς.

* Βουλευτής Ρεθύμνου, Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της ΝΔ

Δημοσιεύθηκε στα ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ στο φύλλο 81 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2018