Γιατί αργεί η νέα γερμανική κυβέρνηση – Οι προκλήσεις, η οικονομία και η χαρά… των υπουργών

3

Με το μικρό συνέδριο του κόμματος των Πρασίνων στο Βερολίνο ξεκινούν, κατά κάποιο τρόπο, οι διαδικασίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης με τους συντηρητικούς και τους φιλελευθέρους. Οι Πράσινοι όρισαν αντιπροσωπεία δεκατεσσάρων μελών που θα συμμετέχουν στις διερευνητικές συνομιλίες, οι οποίες θα ξεκινήσουν μετά παό πρωτοβουλία της καγκελαρίου Μέρκελ. Μόνο που οι διαπραγματεύσεις αυτές θα αργήσουν να ξεκινήσουν. Οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι οι πρώτες συναντήσεις της κ. Μέρκελ με τους εν δυνάμει κυβερνητικούς εταίρους θα πραγματοποιηθούν μετά τις εκλογές στο κρατίδιο της Κάτω Σαξωνίας στις 15 Οκτωβρίου. Αυτή η καθυστέρηση οφείλεται στην ανησυχία πως δημόσιες κοινές εμφανίσεις στο Βερολίνο θα κοστίσουν ψήφους στην Κάτω Σαξωνία. Πάντως, σε πρόσφατη δημοσκόπηση οι Σοσιαλδημοκράτες στην Κάτω Σαξονία κατάφεραν να κλείσουν την ψαλίδα από τους Χριστιανοδημοκράτες – το SPD αυξάνει το ποσοστό του στο 34% ενώ το CDU πέφτει στο 35%. Γύρω στις 18 Οκτωβρίου θα μπορούσαν τελικά να ξεκινήσουν στο Βερολίνο διερευνητικές συνομιλίες που όπως πιθανολογείται θα διαρκέσουν 2 με 3 εβδομάδες. Στη βάση των αποτελεσμάτων αυτών των συνομιλιών τα κόμματα θα αποφασίσουν κατά τη διάρκεια του Νοέμβριου για την έναρξη επίσημων διαπραγματεύσεων με σκοπό το σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού. Εκτός αυτού, στα μέσα Νοεμβρίου το αδελφό κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών στη Βαυαρία, η Χριστιανοκοινωνική Ένωση (CSU) πραγματοποιεί συνέδριο που πιθανώς να μην κυλήσει ομαλά. Μετά από απώλειες της τάξεως του 10,5% στις ομοσπονδιακές εκλογές η επανεκλογή του πρόεδρου του κόμματος και πρωθυπουργού της Βαυαρίας Χορστ Ζέεχοφερ δεν είναι καθόλου σίγουρη. Τουναντίον, το σίγουρο είναι πως το συνέδριο του CSU θα συμφωνήσει σε μια δεξιά στροφή του κόμματος. Με αυτό τον τρόπο οι Χριστιανοκοινωνιστές ελπίζουν να αντιμετωπίσουν τους κερδισμένους των εκλογών, που είναι η λαϊκίστικη Εναλλακτική για τη Γερμανία. Νέα κυβέρνηση το 2018; Με αυτά τα δεδομένα αλλά και συνυπολογίζοντας τη διάσταση απόψεων σε βασικά θέματα ανάμεσα στα κόμματα δεν αποκλείεται, εφόσον υπάρξει συμφωνία, η νέα γερμανική κυβέρνηση να ορκιστεί μόλις αρχές του 2018. Το σενάριο αυτό επιβεβαίωσε έμμεσα ο υπουργός Καγκελαρίας Πέτερ Αλτμαϊερ. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του περιοδικού Focus τόνισε ότι το «το ζητούμενο είναι το περιεχόμενο, όχι η ημερομηνία.» DW: Οι προκλήσεις της νέας κυβέρνησης Η επόμενη γερμανική κυβέρνηση -όποτε κι αν αυτή συγκροτηθεί- θα παραλάβει γεμάτα δημόσια ταμεία και άκρως ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Παρά ταύτα όμως δεν θα πρέπει να εφησυχάζει. Καταρχήν στα καλά νέα: οι ικανοποιητικοί ρυθμοί ανάπτυξης που καταγράφονται εδώ και καιρό στη Γερμανία αναμένεται να κρατήσουν τουλάχιστον μέχρι το 2019. Στις φθινοπωρινές τους προβλέψεις, τα πέντε κορυφαία οικονομικά ινστιτούτα της χώρας εκτιμούν ότι η ισχυρότερη οικονομίας της Ευρωζώνης θα τρέξει φέτος με ρυθμούς της τάξης του 1,9% ενώ το 2018 με 2%. Για το 2019 προβλέπουν οριακή υποχώρηση των ρυθμών στο 1,8%. Με δεδομένη την συγκριτικά υψηλή αυτή ανάπτυξη και τα φορολογικά έσοδα θα συνεχίσουν να αυξάνονται γοργά, γεμίζοντας ακόμη περισσότερο τα ήδη γεμάτα ταμεία. Στην έκθεσή τους οι επιστήμονες αναφέρουν μάλιστα και συγκεκριμένους αριθμούς: το πλεόνασμα της ομοσπονδίας, των κρατιδίων και των δήμων και κοινοτήτων θα εκτοξευτεί την τρέχουσα χρονιά στα 28 δις ευρώ. Το 2018 θα φτάσει τα 37 δις ενώ μέχρι το 2019 τα 44δις ευρώ. Μεγάλα περιθώρια για δαπάνες Χαράς Ευαγγέλια λοιπόν για όποιον διαδεχθεί τον αρχιτέκτονα των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών Σόιμπλε και αναλάβει το υπουργείο Οικονομικών. Μαζί του μπορούν να τρίβουν τα χέρια τους και τα υπόλοιπα μέλη του νέου υπουργικού συμβουλίου. Τα αυξημένα φορολογικά έσοδα αυξάνουν φυσικά τις προσδοκίες καθώς προσφέρουν τεράστια περιθώρια για δαπάνες. Οι επιστήμονες όμως προειδοποιούν για τις συνέπειες αυτού του αυτοματισμού. Αντιθέτως προτρέπουν τη νέα κυβέρνηση να δρομολογήσει τη μείωση των εσόδων της, απαλλάσσοντας, για παράδειγμα, τα χαμηλότερα εισοδήματα από μέρος των εισφορών. Δεδομένου ότι τα χαμηλά εισοδήματα πληρώνουν χαμηλούς φόρους, οι εμπειρογνώμονες των κορυφαίων οικονομικών ινστιτούτων προτείνουν να μειωθούν αντ΄ αυτού για τις συγκεκριμένες μισθολογικές ομάδες οι κοινωνικές εισφορές. Καλύτερο παράδειγμα οι ασφαλιστικές εισφορές προς το ταμείο ανεργίας. Στη Γερμανία η ανεργία μειώνεται σταθερά εδώ και χρόνια και το προσεχές διάστημα δεν αναμένεται να υπάρξουν αξιοσημείωτες μεταβολές. Η ανεργία κυμαίνεται φέτος στο 5,7% ενώ μέχρι το 2019 αναμένεται να υποχωρήσει στο ιστορικό χαμηλό του 5,2%. Μέχρι τις αρχές του ερχόμενου έτους ο αριθμός των ανέργων αναμένεται να πέσει κάτω από τα 2,5 εκατομμύρια. Μείωση ασφαλιστικών εισφορών; Παρόλα αυτά οι εργαζόμενοι στη Γερμανία συνεχίζουν να καταβάλλουν υψηλότατες ασφαλιστικές εισφορές. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Στέφαν Κόοτς από το Ινστιτούτο για την Παγκόσμια Οικονομία του Κιέλου τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων θα εκτιναχθούν την επόμενη χρονιά στα 20 δις ευρώ. Ο ίδιος προτείνει να μειωθούν οι ασφαλιστικές εισφορές κατά 0,3%. Ακόμη κι έτσι τα ταμεία θα παρέμεναν απολύτως λειτουργικά, όπως εκτιμά. Αναπροσαρμογές απαιτούνται όμως και στο συνταξιοδοτικό. Μολονότι η καγκελάριος Μέρκελ προανήγγειλε ότι δεν πρόκειται να υπάρξουν μεγάλες αλλαγές τα επόμενα τέσσερα χρόνια, πολλοί ειδικοί εκτιμούν ότι η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να δρομολογήσει ήδη ορισμένες βασικές μεταρρυθμίσεις προκειμένου να αποφευχθεί η κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος μετά το 2030. Οι περισσότεροι θεωρούν αναπόφευκτη την νέα αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης. «Δεν είμαστε εδώ για να υπαγορεύσουμε στους πολίτες πότε να βγαίνουν στη σύνταξη», λέει ο Στέφαν Κόοτς. Όλοι όμως θα πρέπει να γνωρίζουν τις συνέπειες. Τι σημαίνει αυτό; Ότι εάν κάποιος δεν θέλει να εργαστεί περισσότερα χρόνια, θα πρέπει είτε να καταβάλει μεγαλύτερες εισφορές στα συνταξιοδοτικά ταμεία είτε να συμβιβαστεί με μικρότερη σύνταξη. «Εμείς είμαστε υπέρ του να αποφασίζει ο καθένας ξεχωριστά ποια λύση προκρίνει για τον εαυτό του», υπογραμμίζει ο επιστήμονας. Η αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης θα ήταν αναμφίβολα μια θετική εξέλιξη για πολλούς κλάδους που αντιμετωπίζουν μεγάλη έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και ως εκ τούτου αναγκάζονται να μειώσουν την παραγωγή τους. Πέρα από τη σύνταξη στα (καταρχήν) 70 οι ειδικοί προτείνουν παράλληλα να απλοποιηθούν οι διαδικασίες που αφορούν στη μετανάστευση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.