Καλογήρου: Η Δικαιοσύνη δεν είναι μοχλός πολιτικών παιχνιδιών

«Ξεκάθαρη πρόθεσή μας είναι η ελευθερία του Τύπου και όχι η απελευθέρωση της ασυδοσίας»



25 Φεβρουαρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 12:35 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 12:35 μμ


Για προσπάθεια της αντιπολίτευσης και των φιλικών της μέσων ενημέρωσης να διαμορφώσουν μια κατάσταση ηθικού πανικού, μια δήθεν «θυματοποίηση» της ομαλής πολιτικής ζωής με «θύματα» εκείνους που ελέγχονται από τη Δικαιοσύνη, κάνει λόγο στη συνέντευξή του στη «Νέα Σελίδα» ο υπουργός Δικαιοσύνης. Ο Μιχάλης Καλογήρου καλεί επίσης το Κίνημα Αλλαγής να δώσει πειστικές απαντήσεις για τη δραστηριότητα των στελεχών του που εμπλέκονται σε υποθέσεις διαφθοράς και προαναγγέλλει μεγάλες τομές στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, όπως και αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα.

Της Κατερίνας Ακριβοπούλου
[email protected]

Πρόσφατα εξαρθρώθηκε η λεγόμενη «μαφία των φυλακών» με ανατριχιαστικές αποκαλύψεις για τον τρόπο δράσης της. Είναι Λερναία Υδρα αυτό το κύκλωμα;

Παραπέμπονται, πράγματι, στη Δικαιοσύνη τα φερόμενα ως μέλη μιας εγκληματικής οργάνωσης που δρούσε εντός και εκτός φυλακών, και με τον τρόπο αυτό απετράπησαν νέα εγκλήματα, των οποίων η τέλεση φαίνεται να είχε ήδη δρομολογηθεί από τους δράστες. Εργαζόμαστε εντατικά προκειμένου όλα τα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας να εγγυώνται την ασφάλεια κρατουμένων και εργαζομένων και να εκπληρώνουν τον σκοπό τους και μόνο, δηλαδή την έκτιση της ποινής με ασφάλεια και αξιοπρέπεια, τον σωφρονισμό και, τελικά, την ομαλή επανένταξη των κρατουμένων. Άλλωστε, οι σχετικές καταγγελίες εκπροσώπων σωφρονιστικών υπαλλήλων προκάλεσαν και την παρέμβαση της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, ώστε να διερευνηθούν δικαστικά και να μην διακινούνται μόνο στη σφαίρα των εντυπώσεων των τηλεοπτικών εκπομπών.

Αξίζει να ξαναδούμε συνοπτικά και τα σημαντικά βήματα προόδου, ακόμη κι αν έχουμε να διανύσουμε απόσταση πριν καταταγεί το σωφρονιστικό μας σύστημα στα πρότυπα συστήματα: η Ελλάδα ανέβηκε πρώτη στην κατάταξη των δεικτών βελτίωσης των συνθηκών κράτησης μεταξύ των χωρών του Συμβουλίου της Ευρώπης λόγω του σημαντικού έργου που έχει γίνει μέχρι σήμερα και της αδιάκοπης προσπάθειας αυτές οι δομές να αποκτήσουν τον χαρακτήρα που αρμόζει στον σκοπό τους. Σήμερα για πρώτη φορά διαθέτουμε ένα τριετές στρατηγικό σχέδιο (2018-2020) για το σωφρονιστικό μας σύστημα.

Πάμε τώρα στα μείζονα θέματα της Δικαιοσύνης, η οποία βάλλεται πανταχόθεν και πολλαπλώς. Από τη μια, δέχεστε ως κυβέρνηση κατηγορίες ότι παρεμβαίνετε στη λειτουργία της. Από την άλλη, διατυπώνονται υπαινιγμοί για σκόπιμες καθυστερήσεις προκειμένου να συγκαλυφθούν υποθέσεις μεγάλων σκανδάλων, όπως η Novartis, για παράδειγμα.

Πρόκειται, δυστυχώς, για την κύρια πολιτική και επικοινωνιακή στρατηγική που έχουν επιλέξει Νέα Δημοκρατία και Κίνημα Αλλαγής, η οποία και οδηγεί σε λογικά αδιέξοδα και αντιφάσεις. Η αναφορά στο πλαίσιο του δημόσιου διάλογου σε μια υπόθεση διεθνών διαστάσεων και υπερεθνικού ενδιαφέροντος που αποκαλύφθηκε και πρέπει να διερευνηθεί, δεν συνιστά παρέμβαση στη Δικαιοσύνη.

Σε ό,τι αφορά στις καθυστερήσεις, την περίοδο αυτής της διακυβέρνησης παίρνουν τον δρόμο της Δικαιοσύνης υποθέσεις που αφορούν σε πολιτικά πρόσωπα και λίμναζαν για χρόνια και οι δικογραφίες διαβιβάζονται αμελλητί στις αρμόδιες Αρχές για να πράξουν όπως ακριβώς ορίζει ο νόμος. Φυσικά, παραμένει η υποχρέωση οι δικονομικές ενέργειες να πραγματοποιούνται ενώ τηρούνται οι διαδικαστικές εγγυήσεις και παρέχεται ουσιαστική δυνατότητα άσκησης δικαιωμάτων στους εμπλεκομένους. Σε κάθε περίπτωση όμως η ίδια η τήρηση των δικονομικών κανόνων δεν μπορεί να προσκρούει στον στόχο τής κατά προτεραιότητα εξέτασης όσων υποθέσεων άπτονται του δημοσίου συμφέροντος και έτσι θα μπορούσε να αποφεύγεται η δημιουργία τόσο εντυπώσεων ασυλίας όσο και εντυπώσεων καθεστώτος ομηρίας εκείνων που ελέγχονται από τη Δικαιοσύνη.

Ας το πω σχηματικά: τώρα στη δημόσια σφαίρα, μέσω της δημιουργίας μιας κατάστασης ηθικού πανικού, με την αξιοποίηση των φιλικών στην αντιπολίτευση μέσων ενημέρωσης, υπάρχει μια συνεχής αναφορά σε μια δήθεν «θυματοποίηση» της ομαλής πολιτικής ζωής με «θύματα» εκείνους που έτυχε να ελέγχονται από τη Δικαιοσύνη. Παρ’ όλα αυτά, η Δικαιοσύνη η ίδια δεν θα επέτρεπε να μετατραπεί σε μοχλό πολιτικών παιχνιδιών. Ο ελληνικός λαός έχει την αναγκαία παιδεία και εμπειρία για να βγάλει τα αναγκαία συμπεράσματα σε σχέση με την πραγματική στάση της σημερινής κυβέρνησης.

Ο κόσμος αναρωτιέται, πάντως, για την παρατεταμένη αδράνεια. Δεν είναι μόνο η υπόθεση Novartis που καθυστερεί. Είναι και η υπόθεση με τη χρηματοδότηση των κομμάτων, που ξαναήρθε στο προσκήνιο μετά την ομολογία Τσουκάτου.

Η δικονομική οδός έχει τις δικές της διαδικασίες, οι οποίες τηρούνται όπως ακριβώς προβλέπεται. Η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ είναι εκείνη που ανέδειξε το ζήτημα της παράνομης χρηματοδότησης πολιτικών κομμάτων και ήταν δική της πρωτοβουλία η σύσταση Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, το πόρισμα της οποίας είναι δημόσιο. Για όλα τα περαιτέρω επιλαμβάνεται η Δικαιοσύνη. Σε πολιτικό επίπεδο, το Κίνημα Αλλαγής είναι που θα πρέπει να δώσει πειστικές απαντήσεις για τη δραστηριότητα των στελεχών του που εμπλέκονται σε υποθέσεις διαφθοράς, μετά και την κυνική ομολογία του πρώην κορυφαίου στελέχους του ΠΑΣΟΚ κ. Τσουκάτου.

Δανείζομαι το επόμενο ερώτημα από την πρόσφατη παρέμβασή σας στη Βουλή την περασμένη Τρίτη, ημέρα κατά την οποία η υπόθεση Πολάκη είχε μονοπωλήσει την επικαιρότητα: Συνιστά τελικά το πολιτικό σχόλιο σε θέματα που αφορούν στη Δικαιοσύνη ή σε δικαστικές αποφάσεις παρέμβαση στο έργο της;

Θεωρώ, καταρχάς, ότι όσοι έχουμε εκ των πραγμάτων δυνατότητα άμεσης και ευρείας πρόσβασης σε δημόσιο βήμα, λόγω του αξιώματος, της θέσης ή της ιδιότητάς μας, οφείλουμε σε κάθε περίπτωση να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί στις τοποθετήσεις μας, σε ό,τι κι αν αυτές αφορούν. Και τούτο γιατί το προνόμιο της ενεργού συμβολής στον δημόσιο διάλογο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αντίστοιχη υποχρέωση ευθυγράμμισης με την ουσιαστική δεοντολογία, δηλαδή με τη νηφαλιότητα, τη σοβαρότητα και την ειλικρίνεια, μεταξύ άλλων.

Ωστόσο, θα μου επιτρέψετε στο σημείο αυτό να επισημάνω ένα ολίσθημα στο οποίο κατεξοχήν υποπίπτουν οι θιασώτες της λογοκρισίας του πολιτικού λόγου ως προς τα ζητήματα της Δικαιοσύνης: ακριβώς επειδή αδυνατούν να επιχειρηματολογήσουν πειστικά σε σχέση με τους όρους περιορισμού του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση όπως εκείνοι τους φαντάζονται· ακριβώς επειδή αντιλαμβάνονται ότι τέτοιες πρακτικές δεν ταιριάζουν στην αντίληψη της ελληνικής κοινωνίας για τη σχέση του δημόσιου λόγου με τη δημοκρατία· και ακριβώς επειδή συνειδητοποιούν πολύ καλά ότι θα εκτεθούν ανεπανόρθωτα, επιλέγουν να βαφτίζουν «παρέμβαση» συλλήβδην κάθε σχετική πολιτική τοποθέτηση. Χρειάζεται, πάντως, υψηλός βαθμός αφέλειας, ανευθυνότητας ή και σκοπιμότητας για να προωθεί κανείς τέτοιες θέσεις.

Σαφώς, επομένως, και δεν αποτελεί παρέμβαση στη Δικαιοσύνη κάθε σχετικό με εκείνη πολιτικό σχόλιο, αφού κανένα πρόσωπο και κανένας θεσμός δεν βρίσκεται και δεν πρέπει να βρίσκεται στο απυρόβλητο της κριτικής. Όπως, λοιπόν, και σε όλα τα υπόλοιπα ζητήματα, έτσι και σε αυτό θα έπρεπε να μας ανησυχούν μόνο όσα θα μπορούσαν να διαδραματίζονται κεκλεισμένων των θυρών και με σκοπό πονηρό. Στην αδιαφάνεια και στο σκοτάδι βρίσκει η αθέμιτη επιρροή πρόσφορο έδαφος και κλίμα για να ανθήσει, όχι στον δημόσιο λόγο.

Σε ένα άλλο πεδίο τώρα… Πολλοί αναρωτιούνται εάν ήταν τώρα, σε μια περίοδο προεκλογική και μάλιστα με όρους οξύτατης πόλωσης, η κατάλληλη πολιτική συγκυρία για τη συνταγματική αναθεώρηση που προωθεί η κυβέρνηση.

Εκείνοι που αναρωτιούνται μάλλον έχουν ασθενική μνήμη. Οι απαραίτητες ζυμώσεις και διεργασίες για τη συνταγματική αναθεώρηση ξεκίνησαν ήδη από το καλοκαίρι του 2016. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τη συνταγματική αναθεώρηση αφουγκράστηκε τις κοινωνικές ανάγκες και αποτύπωσε τη σύγκλιση των προοδευτικών δυνάμεων της χώρας. Αυτό που -παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες και τους φθηνούς αντιπερισπασμούς- δεν κατάφερε να αποκρύψει η Νέα Δημοκρατία σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ήταν το πραγματικό, υπερσυντηρητικό και αντιλαϊκό της πρόσωπο.

Εκείνο ακριβώς που υπαγόρευσε την πλήρη απροθυμία της να στηρίξει, μεταξύ άλλων, την κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας, του αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για όλους, των δικαιωμάτων στην υγεία και την κοινωνική ασφάλιση, του δημόσιου ελέγχου των κοινωνικών αγαθών, της ισότητας στον εργασιακό χώρο και των συλλογικών διαπραγματεύσεων, του αναλογικού εκλογικού συστήματος, της αποεπαγγελματοποίησης της πολιτικής.

Τελικώς τι προωθείτε αναφορικά με τα αδικήματα Τύπου; Δεν σας κρύβω ότι έχω μπερδευτεί λίγο για το αν θα καταργηθεί ή όχι η αυτόφωρη σύλληψη για συκοφαντική δυσφήμηση.

Διαβάζοντας και ακούγοντας διάφορες τοποθετήσεις για το συγκεκριμένο ζήτημα, αντιλαμβάνομαι ότι έχει προκύψει μια μάλλον απρόσμενη σύγχυση, που κατά βάση προκαλούν οι λανθασμένες απόψεις περί τάχα προβληματικής «συνύπαρξης» των διατάξεων των άρθρων 242 και 417 ΚΠΔ. Δεν θέλω να κουράσω με εξειδικευμένες και πιθανώς δυσνόητες για τους μη νομικούς αναλύσεις, σας διαβεβαιώνω εντούτοις ότι με την προσθήκη στο άρθρο 417 ΚΠΔ εξαιρούνται από την τήρηση της αυτόφωρης διαδικασίας τα πλημμελήματα της εξύβρισης, της δυσφήμησης και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Παρέχεται όμως στον εισαγγελέα -που είναι ο μόνος δικαστικός λειτουργός στο στάδιο της προδικασίας που θα μπορούσε να κρίνει σχετικά- η δυνατότητα να κρίνει διαφορετικά όταν υπάρχουν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι.

Επιπλέον, η εξαίρεση αυτή, παρόλο που υπήρξε διαχρονικό αίτημα της ΕΣΗΕΑ, δεν τάσσεται μόνο υπέρ του δημοσιογραφικού κόσμου, αλλά τέθηκε με τρόπο τέτοιο ώστε να ισχύει για όλους, ώστε να μην απολαύει διακριτής ποινικής μεταχείρισης μία μόνο μερίδα της κοινωνίας. Αν προωθούσαμε ειδική ρύθμιση για όλα τα διά του Τύπου τελούμενα εγκλήματα, θα εξαιρούνταν από την αυτόφωρη διαδικασία πολλές και σοβαρές αξιόποινες πράξεις που συχνά τελούνται διά του Τύπου ή πράξεις που τελούνται διά του Τύπου, αλλά όχι από δημοσιογράφους.

Δεν είναι δυνατό, για παράδειγμα, να καταργείται η αυτόφωρη διαδικασία για σοβαρά αδικήματα που συχνά τελούνται διά του Τύπου, όπως η διασπορά ψευδών ειδήσεων, η πρόκληση και προσφορά για τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος, η διέγερση σε ρατσιστικά εγκλήματα, η επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Ούτε θα μπορούσε να καταργείται η πρόβλεψη της αυτόφωρης διαδικασίας γενικώς όταν τελούνται διά του Τύπου και όχι όταν τελούνται, π.χ., μέσω facebook ή twitter. Ξεκάθαρη πρόθεσή μας, συνεπώς, είναι η ελευθερία του Τύπου και όχι η απελευθέρωση της ασυδοσίας.

Τι αλλαγές επίκεινται στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας;

Οι νομοπαρασκευαστικές επιτροπές του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που ανέλαβαν το μεγάλο έργο της αναμόρφωσης των δύο αυτών σημαντικών νομοθετημάτων, ανασυστάθηκαν και παρέδωσαν τα σχέδιά τους προσφάτως. Πρόκειται για την πιο εκτενή και ολοκληρωμένη στα χρονικά προσπάθεια αναμόρφωσης του συστήματος απονομής ποινικής δικαιοσύνης της χώρας, μια συνολική μεταρρύθμιση με τη δημιουργία ενός νέου πλαισίου ποινικής αντιμετώπισης σε όλες τις υποθέσεις.

Το αμέσως επόμενο διάστημα -εντός, δηλαδή, του Μαρτίου- οι προτάσεις θα τεθούν σε δημόσια διαβούλευση, στο πλαίσιο της οποίας προσδοκούμε έναν γόνιμο και δημιουργικό διάλογο με τον νομικό κόσμο εν γένει, τους δικηγορικούς συλλόγους, τις ενώσεις δικαστών και εισαγγελέων, όλους τους εμπλεκόμενους φορείς αλλά, βεβαίως, και με τους πολίτες. Προσδοκούμε επίσης τόσο από τα πολιτικά κόμματα όσο και από τα αρμόδια κοινοβουλευτικά όργανα να επιδείξουν την αντίστοιχη σοβαρότητα κατά τη συζήτηση και επεξεργασία των σχεδίων. Η εργαλειοποίηση ενός τόσο θεμελιώδους δικαιικού ζητήματος, με σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων και την εξυπηρέτηση του πολιτικού παιχνιδιού των διαστρεβλώσεων, δεν συνάδει με τον νομικό μας πολιτισμό και δεν τιμά τη δημοκρατία μας.

«Διασφαλίζουμε την ταχύτητα στην απονομή της Δικαιοσύνης»

Οταν αναλάβατε καθήκοντα, είχατε θέσει προτεραιότητα τη βελτίωση της καθημερινότητας των εργαζομένων στη Δικαιοσύνη και των πολιτών. Ποιες δράσεις του υπουργείου θεωρείτε ότι συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση;

Το Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, που πρόσφατα τέθηκε σε λειτουργία, αποτελεί ένα εμβληματικό έργο για τη Δικαιοσύνη. Πρόκειται για ένα κεντρικό πληροφοριακό σύστημα, καθοριστικό για τη διευκόλυνση της επιχειρησιακής λειτουργίας της Δικαιοσύνης αλλά και για τη βελτίωση της καθημερινότητας των δικηγόρων και των πολιτών. Κάνουμε πραγματικότητα την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων, την ηλεκτρονική ανταλλαγή και αναζήτηση εγγράφων στο αρχείο, τη διασύνδεση με άλλα πληροφοριακά συστήματα τρίτων φορέων, όπως η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και η Ελληνική Αστυνομία. Διασφαλίζουμε έτσι ταχύτητα στις διαδικασίες απονομής δικαιοσύνης και ασφάλεια των δεδομένων, των πληροφοριών και των εγγράφων. Επίσης, η μείωση του κόστους υποδομών και λειτουργίας του δικαστικού συστήματος θα μας επιτρέψει την εξοικονόμηση πόρων, που μπορούν να διοχετευτούν για την κάλυψη άλλων αναγκών που έχουμε προτάξει, όπως η ενεργειακή αναβάθμιση, η μόνωση και θέρμανση των δικαστικών κτιρίων της χώρας, ο σχεδιασμός και η υλοποίηση προγραμμάτων επιμόρφωσης δικαστικών λειτουργών, καθώς και η επιδότηση της πρακτικής άσκησης 2.400 ασκούμενων δικηγόρων για 18 μήνες σε δικαστήρια και δικηγορικά γραφεία – δράση που θα δώσει και βιοποριστική διέξοδο σε χιλιάδες νέους συναδέλφους.

Το συγκεκριμένο έργο, άλλωστε, θα αποτελέσει ανάσα και για την καθημερινότητα των δικαστικών υπαλλήλων, καθώς θα τους απαλλάξει από μεγάλο φόρτο εργασίας. Επιπλέον, έπειτα από χρόνια καταβάλλεται αυξημένη αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση, ως αντιστάθμισμα για τις περιόδους έλλειψης προσωπικού και αυξημένων αναγκών. Τέλος, ολοκληρώνονται σταδιακά, βάσει και της πορείας των δικαστικών εξελίξεων και των ρυθμών ολοκλήρωσης των εργασιών του ΑΣΕΠ, οι διορισμοί νέων δικαστικών υπαλλήλων μέσω των προκηρύξεων του ΑΣΕΠ 1Κ, 2Κ και 8Κ του 2017. Το ίδιο, άλλωστε, αφορά και στις προσλήψεις περίπου 150 δικαστικών υπαλλήλων μέσω ΟΑΕΔ. Έτσι, στην καθημερινότητα των δικαστών, των δικηγόρων, των δικαστικών υπαλλήλων και, βέβαια, των πολιτών αποτυπώνονται πλέον δράσεις που σηματοδοτούν τη μετάβαση στη μεταμνημονιακή εποχή.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο φύλλο 90 στη “Νέα Σελίδα” την Κυριακή 24 Φεβρουαρίου.

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»: Αραχωβίτης: Ισχυρότερη από ποτέ η κυβερνητική πλειοψηφία