Το δικό τους LA (Λεκανοπέδιο Αττικής)

10

  «Μια πόλη γίνεται ολόκληρος ο κόσμος όταν κάποιος αγαπάει έναν από τους κατοίκους της». Θα πρόσθετα κι όταν κάποιος έχει νιώσει στην ανωνυμία των δρόμων της μια εγγενή φιλοξενία. Δεν ξέρω τι ακριβώς κάνει την Αθήνα εύκολη στην αγάπη και την αποδοχή. Τι είναι αυτό που σου προσδίδει σιωπή πληρότητας όταν περπατάς σε δρόμους και δρομάκια κοντά στον Βράχο. Σίγουρα το φως σε κάθε εκδοχή του. Το παρελθόν και τα αποτυπώματα των ανθρώπων που κατάλαβαν και συνέδεσαν τη ζωή τους με την Αθήνα. Οπως και να ’χει, αυτή η πόλη, η κοκαλωμένη από το τσιμέντο και την όξινη βροχή, είναι η επιλεκτική πατρίδα πολλών, που ακόμη και εν ψυχρώ θα ήθελαν να τη δουν να ανθίζει. Το «New Page» συνάντησε τέσσερις φίλους της πρωτεύουσας, που την αγαπούν γιατί δεν άφησε ποτέ κανέναν έξω από το πλάνο. Κι έτσι θα συνεχίσει. Της Χρύσας Φωτοπούλου / [email protected] | Φωτογραφίες: Πέλα Σκινιώτη   ΛΙΛΑ ΜΠΑΚΛΕΣΗ Η βιωματική περιγραφή της ηθοποιού Λίλας Μπακλέση, στην καρδιά του Θησείου, διαβάζεται σαν σκίτσο. «Χίλια πρόσωπα αλλάζει αυτή η πόλη». «Οδός Επταχάλκου. Οδός Θεσσαλονίκης. Θησείο. Νωρίς το πρωί, στις 7.30, όταν ξεκινώ για τη δουλειά, ή στη δύση του ήλιου, ναι, σίγουρα τότε απολαμβάνω περισσότερο αυτούς τους δύο δρόμους.     Τα χρώματα είναι ευδιάκριτα, κοντά υπάρχει ένα πάρκο. Φαίνεται ήσυχος δρόμος, την ίδια στιγμή που ο ήλιος χάνεται σε μια πόλη που δεν ησυχάζει ποτέ. Είναι παράξενο: ησυχία μέσα σε έναν παράλληλο αστικό θόρυβο. Ανεβαίνοντας ψηλά στη γέφυρα, αυτή την πόλη τη θαυμάζεις ολόκληρη. Εχω πολλά αγαπημένα σημεία εδώ. Το βιβλιοπωλείο “Λεμόνι”, ας πούμε, όπου πηγαίνω συνέχεια. Μου αρέσει πολύ που αυτοί οι φοβεροί τύποι που το έχουν είναι πάντα σε θέση να σου προτείνουν κάτι. Τα γραφικά μαγαζάκια, τα κατάλληλα για “τσίμπημα”. Οταν πρωτοανακάλυψα αυτή τη γωνιά της Αθήνας, θυμάμαι ότι γυρνούσα από το θέατρο, ήμουν μόνη, είχε ησυχία, μια ησυχία χωρίς άγχος. Ηταν τρεις το πρωί, δεν φοβόμουν, καθώς από ένα μικρό μαγαζάκι ακούγονταν σιγανές συζητήσεις και απαλή μουσική. Ενιωσα ασφάλεια.     Σίγουρα την άνοιξη και το φθινόπωρο η ομορφιά εδώ εντείνεται. Εντάξει, είμαι και άνθρωπος που δεν υποφέρει τη ζέστη – έχω μεγαλώσει στην Πάτρα, δίπλα στη θάλασσα, οπότε, καταλαβαίνετε. Την αίσθηση της γειτονιάς που ψάχνω πάντα τη βρήκα εδώ. Φούρνοι, μανάβικα, σχολεία – τα καλύτερα σχολεία. Συναντώ ανθρώπους που πήγαν σε αυτά τα σχολεία του Θησείου και τώρα στα ίδια σχολεία πάνε και τα εγγόνια τους. Είναι όμορφα πολύ. Μα το πιο όμορφο απ’ όλα είναι η αρμονική σχέση που συνδέει τους πάντες, όσο διαφορετικοί και να μοιάζουν μεταξύ τους. Είναι η βάση αυτού του ετερόκλητου ανάγλυφου που θυμίζει ζωή».   ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΑΪΔΙΝΗ Και μετά Πετράλωνα. Κάθε άφιξη σε αυτό το σημείο της πόλης ρίχνει άγκυρα σε στιχάκια σαν αυτό που έγραψε το πενάκι του Νίκου Γκάτσου «Αθήνα, Αθήνα, χαρά της γης και της αυγής». Η ηθοποιός Αλεξάνδρα Αϊδίνη, η οποία λατρεύει τον τόπο της, μας έβαλε -και με το παραπάνω- στο κλίμα.     «Η διαδρομή μου ξεκινάει από τη Δεξαμενή των Πετραλώνων. Εδώ υπάρχει ένα σημείο κάπως παράξενο. Σαν να τελειώνει ένας βράχος. Από κάτω, ορμητική η Χαμοστέρνας. Οταν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή, βλέπεις μέχρι Πειραιά. Πρόκειται για μια πολύ ενεργή γειτονιά με πολλή γαλήνη. Υπάρχει και μια παιδική χαρά, παντού παιδιά που παίζουν κρυφτό: πέντε, δέκα, δεκαπέντε. Γνώριμη μελωδία. Σχεδόν μόνιμη. Τα Ανω Πετράλωνα δεν στερήθηκαν ποτέ την αρχοντιά της παλιάς γειτονιάς με την οποία πρωτοϋπήρξαν. Οταν αποφάσισα να ζήσω εδώ, ήταν πιο διαφορετικά τα πράγματα. Δεν είχε τόσα μαγαζιά. Αυτό όμως που υπήρχε τότε και συνεχίζει να υπάρχει, σαν έντονο χαρακτηριστικό της περιοχής, είναι ότι οι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους.     Οι καινούριοι συναντούν τους παλιούς, δημιουργώντας πολύ φυσικά μια σχέση εντελώς αρμονική. Πλατεία Μερκούρη. Με τις παλιές ψησταριές και τα εναλλακτικά μπαράκια. Υπάρχει εδώ πάντα μια δράση. Τα παλιά Προσφυγικά στην Καλλισθένους. Σαν χωριό μέσα στην πόλη. Σπιτάκια με κήπους. Κάποτε εδώ έζησαν πολύ παιδεμένοι άνθρωποι. Η μεγάλη προσφυγική πολυκατοικία απέναντι από τον λόφο του Φιλοπάππου σε σχέδιο του αρχιτέκτονα Αρη Κωνσταντινίδη. Εδώ είναι και όλες οι είσοδοι για τον λόφο. Κάνω τη διαδρομή μέχρι το Αστεροσκοπείο και την Πνύκα, μέσα από δρομάκια που ανακάλυψα με τον καιρό. Ναι, αθέατα δρομάκια. Θέλω να συνεχίσω να ζω εδώ. Μια ανάσα από το κέντρο της πόλης. Και να δω τα Πετράλωνα να διατηρούν αυτό το ιδιαίτερο χρώμα που κρατούν ανόθευτο από το μακρινό παρελθόν».   ΕΛΕΝΗ ΣΙΣΤΗ Πάμε με τα πόδια μέχρι το Σύνταγμα. Παίρνουμε το «αιώνιο» τρόλεϊ με τον αριθμό 11 και σταματάμε στον Αγιο Σπυρίδωνα για να συναντήσουμε την (επίσης) ηθοποιό Ελένη Σίστη, παντοτινή Θεσσαλονικιά και νυν Παγκρατιώτισσα. Το μάτι μας πέφτει σε μια υπέροχη πόρτα. Βαθύ κίτρινο; Μπορεί. Θα την αγαπούσε και η φαντασία του Φρανσουά Τριφό αυτή την πόρτα. Εκεί ακούμπησε την πλάτη της η Ελένη και η φωτογράφος Πέλα Σκινιώτη απαθανάτισε τη στιγμή. Οδός Ηρώνδα. Σκέτη παλιά Αθήνα. Αλλά και σκέτο Παγκράτι. Ατελείωτο. «Μένω στο όμορφο Παγκράτι στην οδό Αστυδάμαντος.     Ο δρόμος αυτός μου αρέσει πολύ και λόγω του ονόματός του: Αστυδάμαντος. Μου βγάζει κάτι το δυναμικό, καθώς γεμίζει το στόμα σου μόνο που το προφέρεις. Μένω, λοιπόν, στην Αστυδάμαντος, στην πλατεία Μεσολογγίου με τα ωραία μαγαζάκια. Είναι μια ήρεμη γειτονιά, που όμως δεν της λείπει η ζωή. Εκεί ακριβώς, στην πλατεία, εναλλάσσονται οι παιδικές φωνές που την πλημμυρίζουν με τις νεανικές που πίνουν τα τσίπουρα και τα κρασιά τους, στο “Γιουκάλι”, την αγαπημένη κολεκτίβα της γειτονιάς -και όχι μόνο- με τη φανταστική κοτόπιτα. Λίγο πιο δίπλα είναι το περίπτερο της γειτονιάς, όπου συναντάς τα πρωινά μια παρέα παππούδων να κάθεται στη σκιά των δέντρων και να συζητά διαβάζοντας εφημερίδα. Είναι πολύ πιθανό να τους βρεις εκεί και το βράδυ, να συνεχίζουν την κουβέντα. Αυτό όμως που κάνει τη διαφορά σε αυτή την πλατεία είναι η “Εκλεκτούλα” με τα φοβερά γλυκά, το φανταστικό παγωτό και το αξεπέραστο ρυζόγαλο φούρνου. Σε αυτή την πλατεία θα βρεις τα πάντα, μα πάνω απ’ όλα ζεστασιά και οικειότητα.     Ενα άλλο αγαπημένο μέρος είναι ο χώρος όπου βρίσκεται το Ωδείο Αθηνών. Τα απογεύματα, όταν βγάζω βόλτα τον σκύλο μου, είναι δεδομένο ότι θα κατευθυνθούμε προς τα εκεί. Αστυδάμαντος, Σπύρου Μερκούρη, Βασιλέως Κωνσταντίνου, Βασιλέως Γεωργίου. Καθώς πλησιάζεις, ακούς φωνές, μουσική και τον κρότο που κάνουν τα σκέιτμπορντ όταν χτυπούν στο μάρμαρο. Μια παρέα νεαρών κάνει σκέιτμπορντ και μια άλλη χορεύει breakdance σαν να μην υπάρχει αύριο. Θέλεις δεν θέλεις, θα σταθείς και θα χαζέψεις τα κόλπα και τις κινήσεις τους. Ο χώρος είναι γεμάτος δέντρα, πευκοβελόνες και παγκάκια, όπου μπορείς να καθίσεις και να ξεχαστείς. Εχει μια πολύ ωραία ενέργεια που δεν σε αφήνει ασυγκίνητο. Ισως φταίει το Λύκειο του Αριστοτέλη που βρίσκεται ακριβώς από πίσω ή ακόμη και το ίδιο το κτίριο του Ωδείου με τα πολλά παράθυρα, απ’ όπου ακούγεται είτε ένα πιάνο που παίζει είτε μια φωνή που τραγουδάει. Τα κτίρια που υπάρχουν εκεί γύρω και η μυρωδιά αυτής της γειτονιάς, ακόμη και το μοβ χρώμα που έχει η Ρηγίλλης την άνοιξη, φέρουν κάτι από παλιά Αθήνα. Παρόλο που είναι κοντά σε κεντρικό δρόμο, όταν μπαίνεις στον χώρο του Ωδείου, ο ήχος από τα αυτοκίνητα εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Η πιο ωραία ώρα για να βρίσκεσαι εκεί είναι όταν ο ήλιος αρχίζει να δύει δειλά δειλά».   ΚΡΙΤΩΝΑΣ-ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΠΙΠΕΡΑΣ Επειτα από αυτή τη βόλτα σε περιοχή που, ναι, είναι αθηναϊκή γειτονιά, με φωτογραφική αρτιότητα, δεν πήγαμε μακριά, αλλά μέχρι την εμβληματική Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Για έναν ξεναγό και δη για τον πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου Διπλωματούχων Ξεναγών, Κρίτωνα-Ισίδωρο Πιπέρα, η ιδανική βόλτα στην Αθήνα δεν μπορεί παρά να είναι ο πεζόδρομος της Διονυσίου Αρεοπαγίτου και η συνέχειά του, η Αποστόλου Παύλου, στο Θησείο.     Με 36 χρόνια εμπειρίας, ο ίδιος επέλεξε χώρους χωρίς εισιτήριο, δίνοντάς μας την ευκαιρία να γνωρίσουμε τα καλύτερα σημεία που προσπερνάμε καθημερινά. Μια σειρά από νεοκλασικά κτίρια, η θέα στην Ακρόπολη, μοντέρνα οικήματα που δεν προσβάλλουν τον χώρο, όπως αυτό στο νούμερο 27. Μας θυμίζει ότι «περιμετρικά της Ακρόπολης υπάρχουν πολλές σπηλιές, οι οποίες είχαν χρησιμοποιηθεί κατά τα χριστιανικά χρόνια ως εκκλησίες, όπως η εκκλησία της Παναγιάς της Σπηλιώτισσας, ως μια προσπάθεια επιβολής της νέας θρησκείας στην παλιά. Και ο Παρθενώνας, άλλωστε, είχε γίνει εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγιά από τον 4 μ.Χ. αιώνα, καθολική επί Ενετών, τζαμί στην Τουρκοκρατία κ.ο.κ. Είχε, μάλιστα, καταστραφεί από τους Πέρσες και αυτός που βλέπουμε σήμερα είναι ο τρίτος». Στο νούμερο 35 βρίσκεται το αγαπημένο του κτίσμα, το οποίο κοσμεί μια φράση από την «Πολιτεία» του Πλάτωνα «γαρ αι τε κύνες κατά την παροιμίαν». Στο 37 συναντάμε μια λεπτομέρεια από ροζ μάρμαρο Επιδαύρου.     Ο κ. Πιπέρας αναφέρεται στο πόσο μεγάλη εντύπωση κάνει στους ξένους η αφθονία μαρμάρου, καθώς για εκείνους θεωρείται είδος πολυτελείας. Λίγο πιο κάτω πατάμε στο επιδαπέδιο περίγραμμα ενός σπιτιού, καλυμμένο για λόγους πρακτικούς και ασφαλείας, αυτό του φιλοσόφου Πρόκλου, που ήταν από τους τελευταίους διευθυντές της Φιλοσοφικής Σχολής της Αθήνας. Διακρίνω και τη σχετικά… φθαρμένη και κρυμμένη πινακίδα απέναντι από το Μερόπειο Ιδρυμα. Σε μικρή απόσταση στη δεξιά πλευρά ανακαλύπτει κανείς μια ρωμαϊκή δεξαμενή νερού του 2 μ.Χ. αιώνα. Πιο κάτω θαυμάζουμε την παρέμβαση στο τέλος της δεκαετίας ’80 από τον Δημήτρη Πικιώνη, στην είσοδο για τον Λόφο του Φιλοπάππου. Κατηφορίζοντας προς το Θησείο και λίγο πριν από την ταμπέλα που οδηγεί στο Αστεροσκοπείο και στο τέλος της διαδρομής μας, βρίσκεται πίσω από κάγκελα το Ιερό του Πανός, του θεού των δασών, που δημιουργούσε πανικό με την εμφάνισή του. Ιστορίες αναφέρουν ότι οι Αθηναίοι τον είχαν δει να πολεμάει στο πλευρό τους στη μάχη του Μαραθώνα, γι’ αυτό και τον αστικοποίησαν λατρευτικά.

Της Κ.Γιοσμά

  Αθέατη, θεατή, η πόλη ελκύει και απωθεί ταυτόχρονα. Οταν διάβασα κάπου ότι η μεγαλύτερη έλξη είναι αυτή που δημιουργεί η απώθηση, εξήγησα και την επιλογή τόσων ανθρώπων να στήνουν μια οριστική βάση εδώ, στην Αθήνα. Το καλοκαίρι που πέρασε μας διέλυσε ένας καύσωνας φρικτός. Ακουγες παντού «απάνθρωπες οι συνθήκες σ’ αυτή την πόλη, Ιούλιο μήνα». Αλλά κατά βάθος ξέραμε ότι «Θεέ! Ο καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξει τέτοιο φως». Μόνο εδώ τέτοιο φως, φίλοι μου.