Διακοπές βγαλμένες από την κόλαση

8

Σαν να μην χωράει τίποτα στο καλοκαίρι πέρα από το φως και το μπλε. Η κακή στιγμή το καλοκαίρι είναι εκκωφαντική. Σαν να καταρρέει ουρανοξύστης. Είμαστε απροετοίμαστοι. Πάντα θα είμαστε. Δεν θα επιτρέψουμε ποτέ σε μια τόσο δυναμική κυριολεξία ν’ αλλάξει. Είναι καλο-καίρι. Δεν υπάρχει σθένος για ρωγμές.

Γράφει η  Χρύσα Φωτοπούλου / [email protected]

Το «New Page» συνάντησε τον Μάνο, τον Γιώργο, τον Δημήτρη, τη Λουκία και την Αμαλία. «Θέλετε να μιλήσουμε για αντι-καλοκαίρια;». Κρατήσαμε σημειώσεις πάνω σε κάτι μπλε χαρτιά με δρομολόγια πλοίων. Στο βάθος, ένα παιδί έπαιζε με ένα πιανάκι. Ηχοι νερού και σφυρίγματα πλοίων. Πού και πού σταματούσαμε για ν’ ακούμε. «Θέλετε να μιλήσουμε για καλοκαίρια;»…

 


Μάνος Καρατζογιάννης
Ο μπαμπάς έγινε… αέρας

Κάπως έτσι έκλεινε το δεύτερο Χορικό της «Αντιγόνης», σε σκηνοθεσία του Θέμη Μουμουλίδη, με την οποία περιοδεύσαμε τα δύο τελευταία καλοκαίρια. Το πρώτο από αυτά, ίσως επηρεασμένος από το έργο, το έσκασα από τις πρόβες στο «Βεάκη» για να βρω τον πατέρα μου στο γραφείο του. «Πολύ δουλεύεις, θα πάθεις τίποτα και θα τρέχουμε». Λίγο πριν εκπνεύσει το καλοκαίρι, αυτό το «τίποτα» είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του. Εννιά μήνες πάλεψε με το «τίποτα» ο μπαμπάς. Κάπου μετά το Πάσχα είχε γίνει καλά. Τόσο που ανησυχούσε να μην τελειώσει το σπίτι του στο χωριό, για να μην έχει την τύχη της μητέρας του: «έφυγε» μόλις είχε χτίσει το σπίτι τους.

Η αναμφίβολη βελτίωσή του μου επέτρεψε να συνεχίσω στην επανάληψη της «Αντιγόνης». Ξαφνικά στις 12 Ιουλίου, κι ενώ παίζαμε στη Θεσσαλονίκη, ένας πυρετός που δεν ήταν ανησυχητικός έκρινε την εισαγωγή του στο νοσοκομείο αναγκαία. Τρεις μέρες μετά, στα Γιάννενα πια, κάπως περίεργα μου τα έλεγαν στο τηλέφωνο, πήρα την απόφαση να ταξιδέψω με το ΚΤΕΛ και να επιστρέψω στην Αρτα, όπου παίζαμε την επομένη, για να δω τι συμβαίνει. Ο μπαμπάς δεν με γνώρισε. «Τι έχεις;» με ρώτησε μόνο. Μια εξέταση που του έκαναν έδειξε ότι το «τίποτα» απλωνόταν παντού. Τώρα πια ακόμη και οι γιατροί άρχισαν να μιλάνε για την Αγία Παρασκευή και τον Αγιο Παντελεήμονα.

Αποκαρδιωμένος, επέστρεψα στον θίασο. «Αν και πολλές φορές τον έχει ξεγελάσει, γιατρεύοντας αγιάτρευτες αρρώστιες», συνέχιζε το Χορικό. Μαζί και οι παραστάσεις: Κέρκυρα, Μεσολόγγι. Nαι, θα έπαιζα πρώτη φορά και στο χωριό του. Πώς δεν το ήθελε το θέατρο ο μπαμπάς. Εμεινα, μάλιστα, πρώτη φορά και στο καινούριο του σπίτι. Είχε μείνει κι ο ίδιος μια φορά.

Ξημερώματα προς Κυριακή, χτύπησε ξαφνικά το θυροτηλέφωνο. Μια γειτόνισσα, σαν από αυτές τις χαροκαμένες του Λόρκα, μου είπε να ετοιμαστώ, πως θα έρθει ο αδελφός του πατέρα μου να πάμε εσπευσμένα στην Αθήνα. Εν τω μεταξύ, ο Νικήτας Τσακίρογλου (Κρέων) είχε αδιαθετήσει και η παράσταση στους Δελφούς θα ματαιωνόταν. Ξαναπαίζαμε Τρίτη στην Αθήνα. Και μετά, για καλή μου τύχη, πάλι το Σάββατο, αλλά στην Κύπρο.

Μόλις έφτασα στο νοσοκομείο, είδα την αδελφή μου. «Πιο πιθανό είναι να δεις τον Ελβις Πρίσλεϊ στον Χολαργό, παρά να γίνει ο μπαμπάς καλά». Εκείνη την εβδομάδα τη θυμάμαι σαν τώρα. Μίλαγα στον μπαμπά το μισάωρο της Εντατικής, παρότι οι γιατροί έλεγαν πως δεν άκουγε. Αλλά εγώ είμαι σίγουρος πως με άκουγε, γιατί όταν του είπα το ίδιο πράγμα δυο φορές, αντέδρασε με τον ίδιο τρόπο. Αυτό ήταν και το μοναδικό θαύμα που πίστεψα μπροστά σε αυτά που περιμένουμε οι συγγενείς των ασθενών εκείνες τις ώρες.

Με την αγωνία πόσα είναι τα λευκά ταξίδεψα στην Κύπρο. Την άλλη μέρα είδα στον ύπνο μου έναν φίλο μου: «Βιάσου». Πήρα ένα ταξί κι από την Κύπρο βρέθηκα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Συμβαίνουν αυτοί οι διακτινισμοί στα όνειρα. Ο μπαμπάς δεν ήταν γύρω στα 65, αλλά ήταν ο Γιώργος των 30 χρόνων. Κάπου εκεί. Οσο κι εγώ. Πάνω στη σκηνή. Ο κόσμος τον χειροκροτούσε και, παρότι το επάγγελμα του ήταν ποινικολόγος, του έδινε συγχαρητήρια. «Είναι μεγάλος ηθοποιός ο μπαμπάς σου». Το βράδυ γύρισα. Τον είδα. Το επόμενο πρωί ξύπνησα σαν κάτι να είχε αποκολληθεί από μέσα μου. Σαν υπαρξιακό hangover. «Σήμερα είναι», είπα στη μάνα μου. Και τότε ήταν: 1 Αυγούστου.

 


Γιώργος Νανούρης
Οταν χάθηκε η Λόλα

Την προηγούμενη μέρα εκείνου του Ιούνη είχα πάρει τη Λόλα μαζί μου στο ραντεβού, αλλά επειδή υπήρχε ένα μεγάλο άγριο σκυλί που τη γαύγιζε, αναγκάστηκα να την αφήσω να με περιμένει πολλή ώρα μόνη στην αυλή μεσημεριάτικα, μέσα στον ήλιο και τη ζέστη. Αποφάσισα να μην την πάρω μαζί μου για να μην ταλαιπωρηθεί πάλι, αν και ποτέ δεν την άφηνα μόνη. Την είχα μαζί μου όπου πήγαινα. Ανέβαινε στη μηχανή, είχε μάθει να κάθεται φρόνιμη στις πρόβες, στις δουλειές, παντού. Εκείνο τον Ιούνη, φιλοξενούσα τη φίλη μου τη Ν. που είχε έρθει απ’ το Λονδίνο, όπου ζει μόνιμα.

Εφυγα πρωί, δεν την ξύπνησα να της πω ότι η Λόλα δεν βγαίνει απ’ το σπίτι χωρίς εμένα ή ότι αν την πάρει μαζί της δεν την αφήνουμε ποτέ χωρίς λουράκι. Μια φίλη της Ν. ήρθε να την πάρει να πάνε βόλτα και η Ν. σκέφτηκε να πάρει και τη Λόλα μαζί. Στο Πεδίο του Αρεως την έλυσε να τρέξει. Δεν αφήνουμε ποτέ ένα φοξ τεριέ χωρίς φύλαξη. Δεν το ήξερε, δεν της το είχα πει, δεν είχα σκοπό να την αφήσω μόνη. Η Λόλα άρχισε να τρέχει μόνη.

Γύρισα σπίτι, δεν ήταν κανείς. Πήρα στο κινητό. Ακουσα τη Ν. λαχανιασμένη. Η Λόλα χάθηκε. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά, σαν τρελή, το στομάχι μου σφίχτηκε. Για κάποιο λόγο, ήμουν σίγουρος ότι είχε γίνει το κακό. Ηθελα να τη βρω. Ο,τι και να είχε γίνει, ήθελα να τη βρω, να το ξέρω. Δεν θα άντεχα να ζω με την αμφιβολία. Αρχισα μες στο μεσημέρι εκείνου του καυτού Ιούνη να τρέχω φωνάζοντας το όνομά της. Εκλαιγα και ούρλιαζα. Πέρασαν δυο ώρες, τίποτα. Πήγα σε όλα τα πιθανά μέρη, στο παλιό μας σπίτι, τίποτα. Η φωνή μου άρχισε να κλείνει, τα υγρά μου μάτια θολωμένα, δεν έβλεπαν καλά. Βγήκαμε στην Πατησίων, ρωτούσα ένα ένα τα μαγαζιά. Σε ένα από αυτά τα είχαν δει όλα. Η Λόλα πήγε να περάσει απέναντι την Πατησίων, ένα ταξί πέρασε γρήγορα με πορτοκαλί και την πέταξε δυνατά στον αέρα. Ο δήμος πέρασε, τη μάζεψε, την έβαλε σε μια πορτοκαλί σακούλα και την άφησε στο πεζοδρόμιο που μου υπέδειξαν. Ούτε σκέφτηκαν να ειδοποιήσουν στο τηλέφωνο που είχε στο λουρί της. Απλώς την άφησαν μέσα στην πορτοκαλί σακούλα, σε μια γωνιά της Πατησίων, λίγα μόλις μέτρα από το σπίτι. Ερχόταν σπίτι! Ανοιξα τη σακούλα, ήταν μέσα, γεμάτη αίματα. Ηταν αυτή, αλλά δεν ήταν και αυτή, δεν υπήρχε η ψυχή της. Ηταν η Λόλα μας, αλλά δεν ήταν. Για πρώτη φορά, την είδα απλώς ως ένα σκυλί. Τώρα ήταν μόνο ένα άψυχο ζώο. Την πήρα αγκαλιά με λυγμούς και δάκρυα στα μάτια και χαθήκαμε στην Πατησίων.

 


Δημήτρης Κυρατσούδης
Το καλοκαίρι που ψήλωσα απότομα

Οταν ήμουν παιδί ακόμη, δεν μου άρεσε το καλοκαίρι. Δεν μου αρέσει γενικά όταν χαλάει ο ρυθμός της καθημερινότητας. Οχι αυτό που λέμε ρουτίνα και το μυαλό πάει σε κάτι βαρετό και επαναλαμβανόμενο, αλλά ο ρυθμός της ζωής. Τα Χριστούγεννα μπορεί να σπάσει για δυο τρεις μέρες, το Πάσχα για τέσσερις ή πέντε. Το καλοκαίρι όμως, αν δεν σου αρέσει και δεν έχεις μάθει να το διαχειρίζεσαι, δεν περνάει με τίποτα. Σαν παιδί, δεν υπήρχε καλοκαίρι που να μην κάνω διακοπές με τους γονείς μου. Δεν μπορώ να πω όμως ότι ήταν κάτι το οποίο περίμενα με λαχτάρα.

Ενιωθα περισσότερο το συναίσθημα της μοναξιάς, καθώς όλοι οι φίλοι μου από το σχολείο έφευγαν, ο καθένας τους σε διαφορετικό μέρος. Οι περισσότεροι παρέμεναν στα χωριά τους ή στα εξοχικά τους για όλο το καλοκαίρι. Αυτός ήταν και ο λόγος που πάντα περίμενα με ανυπομονησία να αρχίσει το σχολείο. Ισως σε όλα αυτά να έπαιξε μεγάλο ρόλο ότι δεν είχαμε ένα καλοκαιρινό εξοχικό-χωριό, ώστε να μπορώ να μένω εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και να δεθώ με το μέρος και τους ανθρώπους εκεί. Το χωριό του πατέρα μου είναι στη Χαλκιδική, αλλά στο ορεινό κομμάτι της. Δεν μπορείς να μείνεις ένα καλοκαίρι ολόκληρο στο βουνό.

Οι χειρότερες διακοπές μου είναι ουσιαστικά δύο. Στα δώδεκά μου, αν θυμάμαι καλά, το καλοκαίρι το πέρασα κυριολεκτικά χέρι χέρι με τον πυρετό. Επί δύο μήνες είχα δέκατα και λίγο παραπάνω και κανείς δεν μπορούσε να βρει τι συμβαίνει. Ηταν εφιάλτης. Πυρετός μες στο κατακαλόκαιρο. Εκανα πολλές εξετάσεις. Κανείς δεν μπορούσε με ακρίβεια να μου πει τι έχω. Ωσπου μια μέρα άρχισα να έχω έναν πολύ έντονο πόνο στους προσαγωγούς. Ο παιδίατρος κατάλαβε. Θυμάμαι, μου είχε πει χαρακτηριστικά «για έλα, ρε θηρίο, να μετρήσω το ύψος σου, γιατί με έχεις τρελάνει». Αυτό ήταν. Είχα πάρει 10 πόντους μέσα σε ενάμιση μήνα και ο οργανισμός μου αντιδρούσε στην απότομη αλλαγή. Ηταν μεγάλη ανακούφιση για όλους.

Επίσης, πολύ άσχημες ήταν οι διακοπές το καλοκαίρι του 2004 στη Σίβηρη Χαλκιδικής. Είχα αρχίσει, θυμάμαι, να έχω κάτι πόνους στα αριστερά της κοιλιακής χώρας, οι οποίοι εξελίσσονταν όλο και περισσότερο. Ο γιατρός έκανε διάγνωση κοίλης, η οποία έπρεπε άμεσα να αφαιρεθεί. Ετσι και έγινε. Τρεις μέρες μετά, έκανα χειρουργείο, το οποίο με δυσκόλεψε να επανέλθω σε φυσιολογικούς ρυθμούς για πάνω από έναν μήνα. Κατά συνέπεια, οι διακοπές, οι οποίες ήταν ήδη κλεισμένες, έγιναν με μεγάλη δυσκολία. Σκέψου τι είναι να είσαι διακοπές στη Χαλκιδική στα δεκατέσσερά σου και να περπατάς με ταχύτητα σκαντζόχοιρου επί έναν μήνα. Δράμα.

 


Λουκία Μιχαλοπούλου
Μέσα στη «γυάλα του Τάκη»

Καλοκαίρι του 2016 κι εγώ αποφασίζω να μην δουλέψω. Εχω μόλις τελειώσει τις παραστάσεις στον «Θεό της σφαγής», μια μαύρη κωμωδία της Γιασμίνα Ρεζά, και μια τετράωρη παράσταση στο Ιδρυμα Ωνάση, το «Προς Δαμασκόν» του Αύγουστου Στρίντμπεργκ. Για μήνες, λοιπόν, σέρβιρα κλαφούτι σε ένα σαλόνι κι αμέσως μετά βρέθηκα παγιδευμένη στο μυαλό-λαβύρινθο του Στρίντμπεργκ, ερμηνεύοντας την Κυρία, τις Κυρίες μάλλον που πέρασαν απ’ τη ζωή του ίδιου του συγγραφέα.

Κι έρχεται Ιούνιος και δεν έχω κανονίσει πού θα πάω. Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θα δουλέψω. Θα ξεκουραστώ, θα διαβάσω, θα κάνω μπάνιο, θα κοιτάω το ταβάνι (αγαπημένη ασχολία) χωρίς ενοχές. Κι έρχεται η μέρα. Είμαι ελεύθερη. Ξυπνάω, φτιάχνω καφέ, πρωινό-υπερπαραγωγή, καθαρίζω το σπίτι, φτιάχνω το μπαλκόνι, αγοράζω λουλούδια, αγοράζω μαγιό. Περνάνε οι εβδομάδες. Δεύτερη ή τρίτη, και είμαι Αθήνα ακόμα. Δεν έχω κανονίσει κάτι. Φίλοι μού κάνουν προτάσεις. Ενδιαφέρουσες. Σε όλες απαντάω ενθουσιασμένα ότι θα πάω. Σκέφτομαι πού θα πρωτοπάω. Τρεις μήνες δεν φτάνουν! «Να κάτσω να τα οργανώσω», έλεγα, αλλά όχι. Χωρίς πρόγραμμα, καλύτερα χωρίς, ό,τι μου βγει, ναι, ναι, καλύτερα έτσι.

Κυριακή πρωί, λοιπόν, πάω μια μεγάλη βόλτα με τα πόδια. Μέσα στην ντάλα, φτάνω Παγκράτι. Θα συναντούσα κάποιους φίλους. Ενώ προχωράω ακούγοντας το soundtrack της «Amelie», ανέμελη, με τη χαζοχαρούμενη διάθεση που φέρνει το καλοκαίρι, βλέπω τον Τάκη. Τόσο, μα τόσο όμορφος. Μικρός, αλλά τρομερά γοητευτικός. Τον κοιτούσα απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο. Απροκάλυπτα τον κοιτούσα. Ηθελα να πάω κοντά του. «Αυτόν τον θέλω σπίτι μου», δεν ντρέπομαι να το γράψω. Οντως το σκέφτηκα. Αποφάσισα, λοιπόν, να τον πλησιάσω, να παίξω λίγο μαζί του, αν μου καθόταν. Κάτι έτρωγε. Δεν μπορούσα να διακρίνω καθαρά τι. Το γυαλί ήταν λίγο βρώμικο, οπότε έχανα κάποιες λεπτομέρειες. Χτύπησα το γυαλί. Με είδε. Τρόμαξε. Δεν το έβαλα κάτω. Αρχισα να κάνω διάφορους ήχους.

Σε μια περίεργη τονικότητα που έπιασα, αντέδρασε και ήρθε προς το δάχτυλό μου, που συνέχισε να χτυπάει μαλακά το γυαλί. Με κοίταξε. Ε, αυτό ήταν! Ζήτησα απ’ τη σερβιτόρα να μου δώσει κάτι να τον ταΐσω. Μου είπε ότι είχε φάει πολύ, «δεν κάνει άλλο». Ο Τάκης -έμαθα μετά τ’ όνομά του- είναι η μασκότ του μαγαζιού. Ο Τάκης. Το χρυσόψαρο, που, παρά τα παρακάλια μου, δεν κατάφερα να πάρω μαζί μου. Αλλά εκείνα τα λεπτά μαζί του εκεί ήταν σαν να μπήκα κι εγώ μαζί του στη γυάλα. Σαν να κολυμπήσαμε μαζί. Ακούγεται λίγο μελό, αλλά αυτό ένιωσα.

Ξεχάστηκα, ναι, δεν κολύμπησα άλλη φορά εκείνο το καλοκαίρι. Μπορεί και να κολύμπησα, αλλά το έχω ξεχάσει. Δεν πήγα πουθενά, σε κανένα εξωτικό μέρος. Δεν πήγα. Τίποτα δεν θυμάμαι. Ισως και να λέω πως δεν θυμάμαι. Γιατί ίσως να μην θέλω να θυμάμαι. Τον Τάκη όμως, αυτόν, ναι, τον θυμάμαι. Ξεχάστηκα εκεί μαζί του, στη γυάλα. Τις καλοκαιρινές διακοπές του 2016, που ένα μεγάλο μέρος από αυτά που έγραψα δεν έγιναν, αλλά τα σκαρφίστηκα τώρα για να μιλήσω για τον Τάκη, που όντως γνώρισα τυχαία στο Παγκράτι και που μου έκανε τη χάρη να φωτογραφηθούμε μαζί και τον ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό, αυτές, λοιπόν, τις διακοπές του 2016 είναι που δεν θέλω να θυμάμαι.

 


Αμαλία Αρσένη
Οταν η θάλασσα γεννάει εφιάλτες

Οι χειρότερες διακοπές της ζωής μου ήταν το καλοκαίρι που τελείωσα την Δ΄ Δημοτικού. Δεν ήταν τόσο κακές στο σύνολό τους, αλλά πέρασα μια εφιαλτική μέρα, της οποίας οι συνέπειες με βάρυναν για όλο το καλοκαίρι. Είχα πάει οικογενειακά στο εξοχικό μου, στην Τζια. Με τον αδελφό μου είχαμε δει τους γείτονές μου, που είχαν νοικιάσει ένα φουσκωτό, και είχαμε χιλιοπαρακαλέσει τους γονείς μας να το ζητήσουμε από τους καλούς μας γείτονες για μια ημερήσια εκδρομή στην Καρθαία. Οι γείτονές μας προσφέρθηκαν με χαρά και μας τόνισαν ότι η ολοκαίνουρια βάρκα τους ήταν η αδυναμία τους, οικογενειακώς, αλλά από εκτίμηση θα μας την εμπιστεύονταν.

Αρχίσαμε την εκδρομή μας χαρωπά, ο ήλιος μόλις είχε ανατείλει και με τραγούδια και καλή διάθεση ξεκινήσαμε το ταξίδι μας! Επνεε ένα ελαφρύ αεράκι, που κάπου κάπου το αισθανόσουν και λίγο σαν κουνηματάκι, αλλά αυτό δεν ήταν ανησυχητικό. Κάθε άλλο, ήταν ευχάριστο. Φτάσαμε στην Καρθαία, είδαμε το αρχαίο θέατρο, κάναμε μπάνιο, όλα ήταν καλά. Οι τέσσερίς μας σε μια ευτυχισμένη οικογενειακή εκδρομή!

Ο αδελφός μου όμως -κι εδώ αρχίζουν οι αναποδιές- έχασε το αγαπημένο του ρολόι στη θάλασσα και έπρεπε πάση θυσία να βουτήξει κάποιος στον βυθό (η θάλασσα ήταν πολύ βαθιά στο σημείο εκείνο) να το ανασύρει. Τι να του λέμε πως θα σκοτεινιάσει και δεν είναι εφικτό να κάτσουμε όλο το βράδυ να κρατάμε τις αναπνοές μας εναλλάξ για να το φτάσει κάποιος, εκείνος τίποτα. Είχε αρχίσει να δύει ο ήλιος κι εμείς ακόμα προσπαθούσαμε να πιάσουμε το ρολόι, το οποίο, εντέλει, κάποια στιγμή, σε μια ύστατη προσπάθεια μητρικής αγάπης και απόγνωσης, η μητέρα μας έπιασε και έδωσε στον ανήσυχο αδελφό μου.

Φυσικά, είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Και το χειρότερο; Ο άνεμος και τα αγαπημένα μποφόρ ήταν πια αισθητά. Κυκλάδες, τι να λέμε. Εγώ, σε κάποια στιγμή, θυμάμαι να κλαίω και να φωνάζω στον αδελφό μου, που αισθανόταν κάποιες ενοχές, αλλά ήταν τρισευτυχισμένος αγκαλιά με το ρολόι του. Ξαφνικά, κι ενώ πια ήταν σκοτάδι και ομολογουμένως πηγαίναμε στα τυφλά, η βάρκα μας, για κάποιο λόγο που ακόμα και τώρα δεν μπορούμε να σκεφτούμε, άρχισε να ξεφουσκώνει. Και κάπως έτσι, μέσα στη μαύρη νύχτα, μια τετραμελής οικογένεια βρέθηκε βουτηγμένη στο κύμα. Ο μπαμπάς να κρατάει τη μηχανή ψηλά για να τη σώσει, ο αδελφός μου να πιάνει το ρολόι του μην το ξαναχάσει και η μητέρα, σαν γνήσια ηρωίδα, να κρατάει εμένα για να μην λιποθυμήσω από τον φόβο. Για καλή μας τύχη, έπειτα από κάποια ώρα πέρασε ένα σκάφος και άκουσε τους τέσσερις ναυαγούς που φώναζαν βοήθεια. Σωθήκαμε ευτυχώς. Πάντως, εγώ για ένα ολόκληρο καλοκαίρι θάλασσα δεν ξαναμπήκα. Και οι γείτονες μετακόμισαν λίγο μετά – αλλά αυτό ας το θεωρήσουμε τυχαίο συμβάν…

 

 

 

Κάπου εκεί στα μέσα Αυγούστου, αποκοιμήθηκα στο μπαλκόνι. Ονειρεύτηκα το βουνό και την ανατολή στη Ράχη. Το πέτρινο σπίτι μας και το ζυμωτό ψωμί. Βίωμα που κατακερματίζει κάθε αντι-καλοκαίρι. Σαν προστασία. Α, στη Ράχη οι χιονόστρουθοι ξεκουράζονται στους ώμους σου. Κάθονται, σφυρίζουν και μετά χάνονται στο βάθος των γκρεμών.

credits

1. Η Λουκία Μιχαλοπούλου φωτογραφήθηκε στο all day bar-bistro «Mint»,
Αρχέλαου 30, Αθήνα, τηλ.: 6937 155277

2. Η Αμαλία Αρσένη φωτογραφήθηκε στο «Small 8»,
Αρχέλαου 8, Αθήνα, τηλ.: 215 5308846

3. Ο Γιώργος Νανούρης φωτογραφήθηκε στο «MatchPoint»,
Αινιάνος 1, Πλ. Βικτωρίας, τηλ.: 210 8250898