Γυναικείες φωνές που θ’ ακούμε για καιρό



20 Απριλίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 6:55 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 7:26 μμ


Παύλος Σιδηρόπουλoς έφη: «Η μουσική είναι η μόνη γλώσσα που όλος ο κόσμος καταλαβαίνει. Ο μόνος τρόπος συνεννόησης. Είναι μια αδελφοσύνη. Να το θυμάσαι, φίλε μου, κάποτε δεν θα χρειάζεται να μιλάμε». Η Μάρω Μαρκέλλου, η Μυρτώ Βασιλείου, η Ελευθερία Πάτση, η Βιολέτα Ικαρη και η Βίκυ Καρατζόγλου μιλούν με -και για- τη μουσική τους στο «New Page».

Της Κατερίνας Γιοσμά/ [email protected]

Βίκυ Καρατζόγλου

Ταλέντο χωρίς σκληρή δουλειά σημαίνει πως υπάρχει σύντομη ημερομηνία λήξης. Σε όλα τα επαγγέλματα, όχι μόνο στου καλλιτέχνη, Φωτογραφία: Παναγιώτης Γιαννακόπουλος

«Ο τόπος που μεγάλωσα έχει έντονες εικόνες, μυρωδιές, ήχους. Η παιδική μου ηλικία ήταν γεμάτη μουσική και, φυσικά, από την παράδοση του τόπου μου, της Μακεδονίας. Αλλά ακόμη περισσότερο η πόλη μου, η Δράμα της δεκαετίας του ’80 και του ’90, ήταν μια μεγάλη παρέα που διασκέδαζε σε γλέντια συνεχώς. Η οικονομική άνεση μιας εποχής που η πόλη είχε εργοστάσια, βιοτεχνίες, στρατό και πολλά “μαγαζιά”. Οι άνθρωποι έβγαιναν έξω σε χώρους με ζωντανή μουσική δυο και τρεις φορές την εβδομάδα. Από μικρή, λοιπόν, άκουγα πολλή και καλή μουσική μεγάλων δημιουργών και ερμηνευτών της εποχής. Ολα αυτά τα κουβαλάω μέσα μου κι έχουν συμβάλει στην ανάπτυξη της μουσικής μου παιδείας και στον τρόπο που τραγουδάω.

Πριν από λίγα χρόνια μπήκα στον πειρασμό να το σκεφτώ και να επιστρέψω. Ηταν η περίοδος που θα γεννούσα την κόρη μου και μέσα μου είχα αμφιβολίες για το πόσο εύκολη θα ήταν η ζωή ενός παιδιού στην Αθήνα, αν θα έπρεπε να μείνω εδώ ή να επιστρέψω στη Δράμα. Κακά τα ψέματα, μεγαλώνοντας στην επαρχία είχα την ευκαιρία να παίξω στους δρόμους, στις γειτονιές, να μεγαλώσω χωρίς φόβο και άγχος. Τα πράγματα έχουν αλλάξει όμως από τότε και φοβάμαι πως πλέον δεν είναι θέμα επαρχίας ή πρωτεύουσας, είμαστε πιο υποψιασμένοι και γνωρίζουμε τους κινδύνους. Ετσι, τα ανέμελα εκείνα χρόνια έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Η Αθήνα, λοιπόν, πιστεύω πως δίνει ευκαιρίες που θα ήθελα να έχει το παιδί μου, έχει ξεχωριστή ομορφιά, δίνει ιδιωτικότητα και πολλές επιλογές σε όλους τους τομείς. Αυτό που με κουράζει στην Αθήνα είναι οι μεγάλες αποστάσεις και ο χρόνος που σπαταλάω στις μετακινήσεις…

Για να γεννηθεί ένα καλό τραγούδι όλα παίζουν ξεχωριστό ρόλο κι όλα είναι αναγκαία συστατικά: ο στίχος, η σύνθεση, η ενορχήστρωση, η ερμηνεία. Οταν όλα αυτά συνδέονται αρμονικά και συνθέτουν την εσωτερική αλήθεια καθενός από τους παραπάνω συντελεστές, τότε πιστεύω πως έχουμε ένα καλό τραγούδι που μπορεί να κάνει το κοινό να ταυτιστεί μαζί του.

Τον τελευταίο καιρό ακούω δύο τραγούδια στο repeat. Πρώτον, “Το μαξιλάρι”, σε στίχους Σάννυς Μπαλτζή και μουσική Λάκη Παπαδόπουλου, ένα τραγούδι που με συγκίνησε μόλις πήρα στα χέρια μου το τελευταίο cd της Αρλέτας. Το άλλο είναι ένα τραγούδι που από την πρώτη στιγμή που το άκουσα χτύπησε μια ευαίσθητη χορδή μου. Λέγεται “Μαμά, μπαμπά” και το ελπιδοφόρο είναι πως το έχουν γράψει δύο νέοι δημιουργοί, ο Γιάννης Βασιλόπουλος τους στίχους και ο Σπύρος Παρασκευάκος τη μουσική, ενώ το ερμηνεύει μια ξεχωριστή νέα τραγουδίστρια, η Δήμητρα Σελεμίδου. Αξίζει να τους ψάξετε και να τους ακούσετε.

Ακούω πάντα ραδιόφωνο όταν είμαι στο αυτοκίνητο ή στο σπίτι, είναι μόνιμη συντροφιά μου, μου δίνει την ευκαιρία να ανακαλύπτω κάθε φορά καινούρια τραγούδια ή μου ξαναθυμίζει τραγούδια που έχω ξεχάσει. Αν και ο αγαπημένος τρόπος να ακούω τραγούδια είναι να τα ακούω ζωντανά σε μουσικές σκηνές, βλέποντας τους συναδέλφους μου να τα ερμηνεύουν. Είναι άλλο πράγμα το ζωντανό.

Ταλέντο χωρίς σκληρή δουλειά σημαίνει πως υπάρχει σύντομη ημερομηνία λήξης. Σε όλα τα επαγγέλματα, όχι μόνο στου καλλιτέχνη. Ολα αυτά τα χρόνια που παρατηρώ τον χώρο της μουσικής, βλέπω πως τίποτα δεν είναι τυχαίο, άνθρωποι που έχουν πετύχει το κατάφεραν μόνο με σκληρή δουλειά, μέσα από την οποία καλλιέργησαν και εξέλιξαν το ταλέντο τους. Οι υπόλοιποι μπορεί να ξεκίνησαν με φόρα, ειδικά αν είχαν ένα πρωτογενές ταλέντο, αλλά χωρίς δουλειά δεν είχαν την επιτυχία και τη διάρκεια που τους αναλογούσε.

Η μουσική και η ποίηση ήταν που έδιναν πάντα τροφή για σκέψη στους ανθρώπους. Πολλά από τα τραγούδια ήταν και είναι “πολιτικά”, με την ευρεία έννοια της πολιτικής, ακόμη κι όταν δείχνουν να μιλούν απλώς για έρωτα, για όνειρα ή για ελπίδα. Αν πάψουν να υπάρχουν, λοιπόν, τραγούδια που γίνονται η αφορμή αλλά και η δύναμη για να αλλάξουμε τα πράγματα, τότε η τέχνη του τραγουδιού και της μουσικής θα χάσει έναν σημαντικό λόγο ύπαρξης».

Info

Η Βίκυ Καρατζόγλου επιστρέφει με το νέο single «Πριν από σένα», το πρώτο τραγούδι από τη συνεργασία της με την Ελεάνα Βραχάλη και τον Γιώργο Σαμπάνη. Τη Βίκυ τη γνωρίσαμε στη θρυλική μουσικοθεατρική παράσταση «Ηρωες» και αργότερα μέσα από τις συνεργασίες της με σημαντικούς καλλιτέχνες όπως η Γλυκερία, ο Χρήστος Νικολόπουλος, ο Χρήστος Θηβαίος, ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Δημήτρης Μπάσης, ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, η Σοφία Κουρτίδου και ο Μπάμπης Στόκας.

 

Βιολέτα Ικαρη

Στα δικά μου μάτια το καλό τραγούδι δίπλα στο κακό είναι σαν το άσπρο δίπλα στο μαύρο, κάνει ένα κοντράστ που με βοηθάει να συγκεντρώνομαι, Φωτογραφία: Ευαγγελία Θωμάκου, ©VaGGiNet

«Ενα τραγούδι μπορεί να λειτουργήσει σαν το πρώτο πλακίδιο σε μια σειρά ντόμινο, γιατί η ενέργειά του μπορεί να γίνει δράση και κάθε δράση φέρνει αντίδραση. Υπάρχουν τραγούδια που μας ευαισθητοποιούν και ψάχνουν συνομιλητές. Αυτά τα τραγούδια μάς φέρνουν πιο κοντά και μπορούν να γίνουν αφορμές για να αλλάξει αυτός ο κόσμος, αλλά πρέπει να υπάρχει και πρόσφορο έδαφος, πρέπει αυτός ο κόσμος να θέλει την αλλαγή.

Αυτό τον καιρό έχω κολλήσει μ’ ένα καινούριο τραγούδι της Ελένης Φωτάκη και του Γιώργου Καζαντζή, που έχει ερμηνεύσει ο Γιώργος Νταλάρας, με τίτλο “Σ’ αγαπώ και γι’ αυτό” και με το τραγούδι “Στο ρετιρέ” του Δημήτρη Καρρά, το οποίο έχει τραγουδήσει η αγαπημένη Φωτεινή Βελεσιώτου. Ακούω μουσική απ’ όλα τα μέσα, αλλά η μαγεία του live δεν συγκρίνεται.

Ο τόπος μου, η Ικαρία, μ’ έκανε να αγαπήσω το τραγούδι, με δίδαξε και στιγμάτισε τον τρόπο που τραγουδάω. Στα πανηγύρια του νησιού έμαθα το σμυρναίικο, το ρεμπέτικο, το λαϊκό και το παραδοσιακό τραγούδι. Μέχρι σήμερα αυτά τα είδη υπηρετώ και δεν μπορώ, αλλά ούτε θέλω, να αποχωριστώ αυτούς τους ήχους. Πώς να αποχωριστεί κανείς τις ρίζες του… Δεκαπενταύγουστος στο χωριό Μονοκάμπι, ένα πανηγύρι αξέχαστο. Αγαπώ όμως και τη νυχτερινή ζωή της Αθήνας και το ότι προσφέρει πολλές εναλλακτικές επιλογές ψυχαγωγίας και συλλογής εντυπώσεων και εικόνων. Θέλω να επιστρέψω στην Ικαρία, είναι όνειρο ζωής, αλλά θα το κάνω όταν ξέρω ότι θα μπορώ να έχω τη δυνατότητα να ταξιδεύω συχνά.

Ολα τα είδη τραγουδιού κι όλες οι εποχές γεννούν καλά και κακά τραγούδια. Υπάρχει μια κρίση αξιών, η οποία απασχολεί πολύ κόσμο και μέσα σε αυτόν υπάρχουν δημιουργοί-διαμάντια που με τα τραγούδια τους περνάνε ουσιαστικά μηνύματα για την αγάπη, τη ζωή, την πολιτική και την κοινωνία μας. Γράφουν τραγούδια αληθινά, όπως συνηθίζω να λέω. Αυτά τα τραγούδια ίσως είναι λιγότερα σε ποσότητα, αλλά, μοιραία, η διάρκειά τους είναι μεγαλύτερη. Στα δικά μου μάτια το καλό τραγούδι δίπλα στο κακό είναι σαν το άσπρο δίπλα στο μαύρο, κάνει ένα κοντράστ που με βοηθάει να συγκεντρώνομαι.

Πρώτα απ’ όλα, ο στίχος πρέπει να είναι “ψυχωμένος”, να μπορεί να με βάλει μέσα σε μια ιστορία και να τη ζήσω. Να με κάνει να νιώσω σύμπνοια με τον δημιουργό, να μου γεννήσει εικόνες και συναισθήματα. Κακή μουσική δεν υπάρχει, υπάρχει κακή μεταχείριση της μουσικής, κι αυτό μπορεί να το κάνει ο κακός στίχος που θα κουμπώσει πάνω η λάθος ενορχήστρωση.

Δεν πιστεύω στο ταλέντο. Πιστεύω πως η αγάπη για κάτι μπορεί να μας κάνει άξιους να το υπηρετήσουμε, και χωρίς μελέτη δεν αξιώνεται κανείς. Αλλωστε, η μελέτη ενός καλλιτέχνη αποδεικνύει και την αγάπη του στην τέχνη».

Info

H Βιολέτα Ικαρη έχει πάρει μαθήματα φωνητικής και ευρωπαϊκής μουσικής, σπουδάζει βυζαντινή μουσική, γράφει στίχους και μουσική, ενώ έχει εδώ και χρόνια παρουσία δίπλα σε αγαπημένους καλλιτέχνες όπως οι Γιάννης Κότσιρας, Διονύσης Σαββόπουλος, Διονύσης Τσακνής, Νίκος Ζιώγαλας, Γιάννης Μηλιώκας, Ψαραντώνης κ.ά. Τη γνωρίσαμε μέσα από το «Ελα και ράγισε τον κόσμο μου» και πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο της τραγούδι, «Το μαύρο».

 

Ελευθερία Πάτση

Θέλω να πιστεύω ότι όσο δεν μας ταιριάζει αυτός ο κόσμος τόσο θα γράφονται κομμάτια που θα μας φέρνουν πιο κοντά και θα γίνονται αφορμή να κινητοποιούμαστε για το καλύτερο

«Το ραδιόφωνο είναι μόνιμα ανοιχτό στο αυτοκίνητο και, μαζί με το διαδίκτυο, είναι από τα βασικότερα εργαλεία μέσα από τα οποία ενημερώνομαι και ακούω μουσική. Μ’ αρέσει να βλέπω μουσικές παραστάσεις, έχω τρέλα με τα live, όμως, όπως καταλαβαίνετε, αυτό δεν μπορεί να γίνεται σε καθημερινή βάση. Οπότε χρησιμοποιώ πολύ τον υπολογιστή, τα cd μου και τις playlist που φτιάχνω κατά καιρούς, κυρίως για όταν ταξιδεύω.

Χαρακτηριστικό μου είναι, όταν δω μια παράσταση και μ’ ενθουσιάσει, κάτι που συνέβη πρόσφατα με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, να “κολλήσω” και ν’ ακούω για μέρες τον ίδιο καλλιτέχνη. Ετσι, αυτό τον καιρό στο σπίτι παίζει όχι κάποιο συγκεκριμένο τραγούδι, αλλά γενικά Αλκίνοος Ιωαννίδης στο repeat!

Το βασικότερο όλων στα τραγούδια πιστεύω ότι είναι οι ωραίοι στίχοι, αυτοί που έχουν αλήθεια, περιγραφικότητα, σαν ένα καλό βιβλίο που τη στιγμή που το διαβάζεις μπορεί να σε μεταφέρει κάπου αλλού από εκεί που είσαι. Επίσης, η μουσική που θα τους “ντύσει” και πώς θα παντρευτούν αυτά τα δύο. Υπάρχει, βέβαια, και μια… κουμπάρα, για την οποία σπάνια μιλάμε, όμως είναι τόσο μα τόσο σημαντική: η ενορχήστρωση. Ποια όργανα θα συμμετάσχουν και τι ηχητικές σχέσεις θα έχουν μεταξύ τους. Μπορεί ένα τραγούδι να έχει ωραίο λόγο, ωραία μουσική, αλλά μια κακή ενορχήστρωση να τα καταστρέψει όλα, να είναι τόσο κουραστική που να μην θέλεις να το ξανακούσεις. Εχουν γραφτεί σπουδαία τραγούδια που έχουν τη δύναμη, μέχρι σήμερα που μιλάμε, να συσπειρώνουν τους ανθρώπους για κοινό σκοπό. Θέλω να πιστεύω ότι όσο δεν μας ταιριάζει αυτός ο κόσμος τόσο θα γράφονται κομμάτια που θα μας φέρνουν πιο κοντά και θα γίνονται αφορμή να κινητοποιούμαστε για το καλύτερο. Ούτως ή άλλως, γενικά η μουσική, πέρα από τις θεραπευτικές της ιδιότητες, καταφέρνει να μας ενώνει κι αυτό μόνο σε κάτι καλό μπορεί να οδηγήσει.

Κι εγώ η ίδια μεγάλωσα σε μια μουσική πόλη, τη Θεσσαλονίκη, που έχει μεγάλη παράδοση στους καλούς μουσικούς – τραγουδιστές και όχι μόνο. Σίγουρα επηρεασμένη από την έντονη παρουσία στην πόλη μας του Νίκου Παπάζογλου, τον οποίο παρακολουθούσαμε με τις μπυρίτσες μας έξω από τα συρματοπλέγματα καλοκαιρινών χώρων. Με μπαράκια και μουσικές σκηνές να κάνουν συχνά αφιερώματα στους Ρασούλη, Σαββόπουλο, Μάλαμα. Με ροκ επιρροές από συγκροτήματα όπως οι Τρύπες, τα Ξύλινα Σπαθιά, όπου γινόταν ο κακός χαμός στις συναυλίες τους και τρέχαμε ν’ ανέβουμε στις κερκίδες, μην μας παρασύρει το κύμα λυσσασμένων αγοριών! Ολα αυτά -και μαζί οι σπουδές μου στην κλασική κιθάρα, οι καλοί μουσικοί με τους οποίους έχω συνεργαστεί- μ’ επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό και πιστεύω ότι κουβαλάω στοιχεία τους τα οποία βγαίνουν στον τρόπο που τραγουδάω. Επίσης, σημαντικό ρόλο τον τελευταίο καιρό παίζει η δουλειά που έχουμε ρίξει με τη Μυρτώ Κοντοβά και τον Βαγγέλη Τούντα.

Ανήκω, ωστόσο, στο σπάνιο είδος τραγουδίστριας που δεν έχει μετακομίσει στην Αθήνα, ακόμη ζω μόνιμα στη Θεσσαλονίκη κι ανεβοκατεβαίνω στην πρωτεύουσα για τις επαγγελματικές μου υποχρεώσεις. Προς το παρόν, βολτάρω στις γειτονιές της με το αίσθημα του τουρίστα και αγαπώ τις άπειρες επιλογές που έχει σε όλους τους τομείς, κυρίως στις θεατρικές και τις μουσικές παραστάσεις. Το δύσκολο κομμάτι είναι οι αποστάσεις της, κάτι το οποίο, δυστυχώς, επηρεάζει τις σχέσεις των ανθρώπων. Αυτό το βίωσα το πρώτο μεγάλο διάστημα που έμεινα, όταν ήθελα να βρεθώ με φίλους μου και κατάλαβα ότι έπρεπε να το προγραμματίσουμε πολλές μέρες πριν. Δεν υπάρχει ο αυθορμητισμός του μικρού μέρους, “σου τηλεφωνώ να περάσω τώρα να τα πούμε”».

Info

Διονυσιασμός, ρεαλισμός και νοσταλγία μαζί στο «Αγριο πάθος» της Ελευθερίας Πάτση. Σ’ ένα τραγούδι που επιτίθεται στη μοναξιά της σύγχρονης πόλης, στη σιωπή των κατοίκων και στην «καταχρεωμένη από κούνια» πραγματικότητα, μέσα από τους στίχους της Μυρτώς Κοντοβά και τη μουσική του Βαγγέλη Τούντα

 

Μυρτώ Βασιλείου

Η ερμηνεία, ο στίχος, η μουσική και η ενορχήστρωση αλληλοσυμπληρώνονται και το τραγούδι ή θα σωθεί ή θα χαθεί στ’ αυτιά του ακροατή

«Είμαι της άποψης ότι δεν υπάρχει καλό και κακό τραγούδι. Στις τέχνες όλα είναι υποκειμενικά. Ο καθένας ταυτίζεται και συγκινείται με διαφορετικά πράγματα, κι αυτό είναι το ωραίο! Δεν μπορώ εύκολα ν’ ακούσω κάτι που να μην έχει “ψυχή” και να μην μου δίνει κάτι για να εμπνευστώ. Η ερμηνεία, ο στίχος, η μουσική και η ενορχήστρωση αλληλοσυμπληρώνονται και το τραγούδι ή θα σωθεί ή θα χαθεί στ’ αυτιά του ακροατή.

Είμαι απ’ αυτούς που “κολλάνε” με ένα τραγούδι -μπορεί και για μήνες ολόκληρους- και δεν φεύγει απ’ το μυαλό μου μέχρι να αντικατασταθεί απ’ το επόμενο. Με την ερμηνεία της Παυλίνας Βουλγαράκη στο “Θρυψαλάκι” του Γεράσιμου Ευαγγελάτου και του Θέμη Καραμουρατίδη έχω πάθει αυτό το πράγμα, με έχει αγγίξει βαθιά.

Ακούω μουσική παντού: στο σπίτι, στο αυτοκίνητο, βγαίνω σε μαγαζιά με ωραία μουσική, “κυνηγάω” καλλιτέχνες στις μουσικές σκηνές που εμφανίζονται. Θα έλεγα ότι είναι τρόπος ζωής κι όχι απλώς ένα χόμπι.

Το ταλέντο και η σκληρή δουλειά είναι ακριβώς τα συστατικά που ορίζουν τη σπουδαιότητα ενός καλλιτέχνη και είναι αλληλένδετα. Το ταλέντο είναι το κίνητρο. Η σκληρή δουλειά όμως είναι αυτό που τελικά θα καθορίσει το επίπεδο που θα φτάσει, τις δοκιμασίες που θα ξεπεράσει και την εξέλιξή του μέσα στον χρόνο. Είμαι σίγουρη ότι δεν υπάρχει καταξιωμένος καλλιτέχνης πάνω στη Γη που να μην έχει “τρέξει χιλιόμετρα” και να μην έχει “ιδρώσει” γι’ αυτό που αγαπά.

Κάθε τραγούδι επίσης μπορεί να δώσει αφορμές, είτε έχει κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο είτε ερωτικό είτε έχει χιούμορ είτε είναι απλώς ορχηστρικό. Εχει να κάνει με τον τρόπο που θα “μιλήσει” μέσα μας και, κυρίως, με την αντίληψή μας αλλά και την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε τη δεδομένη στιγμή. Υποστηρίζω φανατικά ότι η μουσική είναι από μόνη της το μέσο για να αλλάξει ο κόσμος. Είτε είσαι δημιουργός της είτε απλός ακροατής.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, το μοναδικό πράγμα που θα άλλαζα σ’ αυτή την πόλη είναι οι ρυθμοί της. Τις περισσότερες φορές με αγχώνει και με πανικοβάλλει. Από την άλλη, εδώ είναι οι άνθρωποί μου, οι συνήθειές μου, οι μυρωδιές μου, οι χώροι που με κάνουν να νιώθω οικεία. Η Αθήνα είναι όλα αυτά κι εγώ έχω εθιστεί».

Info

Η Μυρτώ Βασιλείου, μόλις 22 ετών, έκανε τα πρώτα της βήματα με το συγκρότημά της και είναι αυτοδίδακτη στην κιθάρα και το πιάνο. Αυτή την περίοδο συνεργάζεται με τον Κώστα Τσίρκα στο άλμπουμ «Μαζί τον χειμώνα», με πρώτο single το «Ατέλειωτες μέρες» σε στίχους του Γεράσιμου Ευαγγελάτου. Λεπτομέρεια: συνδετικός κρίκος για τη συνεργασία ανάμεσα στη Μυρτώ και τον Κώστα υπήρξε η Νατάσσα Μποφίλιου

 

Μάρω Μαρκέλλου

Χωρίς να έχω καμία πρόθεση  να μειώσω (άλλωστε δε θα μπορούσα) τη βαριά μουσική μας ιστορία, έχω την πεποίθηση πως συνεχίζουν να γράφονται εξίσου καλά ή και καλύτερα τραγούδια, πως υπάρχουν νέες φωνές, νέες παραγωγές, αλλά ως επί το πλείστον ως λαός, ως τριαντάρηδες, ως νέοι, ακόμα και ως δημιουργοί μεμψιμοιρούμε και βαριεστημένα επαναλαμβάνουμε την περπατημένη

«Αγαπώ την Αθήνα και μισώ την Αθήνα. Αγαπώ το κέντρο, μισώ το κλειστό κέντρο όταν θέλω να πάω στη δουλειά μου. Αγαπώ τον κόσμο στις πλατείες, στα πεζοδρόμια, μισώ την κίνηση στους δρόμους. Λατρεύω τις επιλογές, τα θέατρα, τις εκφάνσεις του πολιτισμού, τη μουσική ζωή, τη διασκέδαση, τις ευκαιρίες, επαγγελματικές ή καταναλωτικές, την ανωνυμία, την ιστορία, την Ακρόπολη στο φόντο της καθημερινότητας. Μισώ την καθημερινότητα. Όταν οι συνθήκες το απαιτήσουν (είτε με μία νέα έμπνευση είτε με κάποια μοιραία ευκαιρία), βρίσκω πως ανατρέχω αυτόματα στο πολιτισμικό background της πόλης, των παιδικών μου αναμνήσεων, των γιορτινών τραπεζιών και αυτή η παιδεία είναι μια τράπεζα απ’ την οποία κάνω συνέχεια αναλήψεις. Κατάγομαι από το Λουτράκι και ζω σε μία μόνιμης δυαδικής φύσης φάση το Λουτράκι-Αθήνα, το οποίο ως αντίθεση με εξυπηρετεί εκτός των άλλων και στο να μη τρελαθώ!

Υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν ανισότητες στη «μοιρασιά» της πίτας της προβολής και του promotion και αυτό, αν και από μόνο του άκακο ή και τυχαίο αποβαίνει μοιραίο καθώς τελικά οι εκπομπές τύπου «Στην υγειά μας» και ο τηλεοπτικός και ραδιοφωνικός  χρόνος καθορίζουν το “mainstream”, ήτοι τη μουσική που ακούει ο λαός, «τα λαϊκά» ή έντεχνα, ή σε όρους παγκοσμιοποίησης απλώς pop.  Εγώ προσωπικά θεωρώ πως ως λαός, ως σύνολο ανθρώπων με τα τωρινά μας βιώματα και την σύγχρονή μας παιδεία απέχουμε παρασάγγας απ’ το «λαό» που αποτελούσαμε πριν 20, 30, 40, 50 και 60 χρόνια και ως εκ τούτου πιστεύω πως το λαϊκό τραγούδι θα έπρεπε να είναι κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που υπήρχε τότε (που είναι και το ίδιο με αυτό που υπάρχει σήμερα). Χωρίς να έχω καμία πρόθεση  να μειώσω (άλλωστε δε θα μπορούσα) τη βαριά μουσική μας ιστορία, έχω την πεποίθηση πως συνεχίζουν να γράφονται εξίσου καλά ή και καλύτερα τραγούδια, πως υπάρχουν νέες φωνές, νέες παραγωγές, αλλά ως επί το πλείστον ως λαός, ως τριαντάρηδες, ως νέοι, ακόμα και ως δημιουργοί μεμψιμοιρούμε και βαριεστημένα επαναλαμβάνουμε την περπατημένη. Θεωρώ πως οι τωρινές συνθήκες ευνοούν τη δημιουργία καλής μουσικής, μουσικής που δεν πρόκειται ποτέ (αν όχι να γράψουμε) να ανακαλύψουμε.

Τα εξ’ων συνετέθη φυσικά, ο καλός στίχος, η μουσική, η μελωδίες, η ενορχήστρωση, η παραγωγή, η ερμηνεία, αλλά όχι ξέχωρα το ένα με το άλλο, κάνουν ένα τραγούδι καλό. Η μουσική παρόλο που υπάρχει η αντίληψη πως είναι μαθηματικά, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται  πάντα ως επιστήμη. Για μένα το καλύτερο τραγούδι μπορεί να είναι στην ουσία μέτριο, αλλά να με έχει κερδίσει η αυθεντικότητά του, να βλέπω από πίσω του τον λόγο και τον πόνο με τον οποίο έχει φτιαχτεί.

Το ταλέντο, παρόλο που είναι το εκ των «ουκ άνευ», βοηθά και είναι απείρως σημαντικό στην αρχή μιας πορείας. Για να συνεχιστεί η πορεία αυτή και να μη φθίνει έρχεται η σκληρή δουλειά».