Τα σπίτια των πνευματικών ανθρώπων στην Αθήνα

17

Εκεί όπου ο Κάρολος Κουν χώρεσε τους μεγάλους πρωτοπόρους της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας και ο Βάρναλης υποδεχόταν ένα δεκαπεντάχρονο παιδί με μια κιθάρα στο χέρι. Της Χρύσας Φωτοπούλου[email protected]Φωτογραφίες: Πέλα Σκινιώτη Σε μια Αθήνα πολυσχηματική και ετερόκλητη, ένα ετοιμόρροπο σπίτι του 1920, μια ανάσα από την κίνηση, τα μπαρ και τα βιβλιοπωλεία, είναι ένα αρμονικό σημείο στο κάδρο. Το «New Page», ξαναπερπατώντας στο ανεξάντλητο αθηναϊκό κέντρο, ανακάλυψε σπίτια που έκλεισαν μέσα τους θηρία της ποίησης και του θεάτρου. Θηρία ενός κόσμου που το συντρίμμι το έκανε ζωή. Το Παγκράτι των Σεφέρη και Βάρναλη, τα Εξάρχεια του Κουν και του Λαπαθιώτη. Το Κολωνάκι της Έλλης Λαμπέτη. «Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια, θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους καμιά φορά, σα σταματήσω». Πάμε, λοιπόν…  

Οικία Ελλης Λαμπέτη

Δελφών 2

    Στον πεζόδρομο της οδού Δελφών -λίγο Εξάρχεια, λίγο Κολωνάκι- έμενε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970 η ηθοποιός Ελλη Λαμπέτη, σε ένα σπίτι που σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Κρίστιαν Χάνσεν. Μεγάλο σπίτι, μεγάλα παράθυρα. Το φαντάζεσαι σε πλήρη τάξη. Το πικάπ να παίζει αδιάλειπτα κλασική μουσική. Η φωνή της Λαμπέτη να γίνεται η φωνή της Μπλανς Ντυμπουά. Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιάννης Καλατζόπουλος είχε περάσει πολλές φορές τη μεγάλη πόρτα του σπιτιού της Δελφών. Και μοιράζεται με το «New Page» μια ιστορία σαν να συνέβη χθες.     «Στο σπίτι της οδού Δελφών πρωτομπήκα ένα απόγευμα το φθινόπωρο του 1970. Εμενα ακόμα με τους γονείς μου στου Γκύζη, τριτοετής στην Πάντειο, και την προηγούμενη μέρα είχε χτυπήσει το τηλέφωνο και μου λέει η μάνα μου: “Μια γυναίκα σε ζητάει, γνωστή φωνή μού φάνηκε”. Πάω και ήταν η Λαμπέτη. Μου έκανε φοβερή εντύπωση που μου μίλησε στον πληθυντικό: – Ο κύριος Γιάννης Καλατζόπουλος; – Ο ίδιος. – Είμαι η Ελλη Λαμπέτη, τι κάνετε; Εμεινα άφωνος. Το κατάλαβε και συνέχισε: – Θα ήθελα να σας δω για να παίξετε τον γιο μου τον χειμώνα. Μήπως έχετε κλείσει ήδη αλλού; – Οχι, όχι… Σας ευχαριστώ πολύ, κυρία Λαμπέτη, μεγάλη μου τιμή, αλλά… – Αλλά; – Οχι, τίποτα… Απλώς δεν… δεν περίμενα ένα τέτοιο τηλεφώνημα και… – Σας είδα πέρσι στου Μυράτ και μου αρέσατε. Και νομίζω ότι ο ρόλος που θέλω να κάνετε σας πάει πολύ. Θέλετε; Την ευχαρίστησα με τρεμάμενη φωνή, η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Μου έδωσε τη διεύθυνση του σπιτιού της και κανονίσαμε να πάω την άλλη μέρα στις έξι. Πήγα με τα πόδια. Ηταν η αγαπημένη μου διαδρομή για το Θέατρο Αθηνών, όπου έπαιζα την προηγούμενη χρονιά στον θίασο Μυράτ-Ζουμπουλάκη: να βγαίνω στην Αλεξάνδρας, να παίρνω τη Χαριλάου Τρικούπη και μετά να στρίβω αριστερά Τσιμισκή, δεξιά Ασκληπιού, να διασχίζω τον αυλόγυρο του Αγίου Νικολάου, Διδότου, Σίνα και να καταλήγω Πανεπιστημίου.     Εκείνη τη φορά σταμάτησα στη Διδότου και μπήκα στο στενάκι, τη Δελφών. Χτύπησα το κουδούνι, η πόρτα άνοιξε μόνη της, ανέβηκα τα λίγα σκαλιά και βρέθηκα… αντιμέτωπος με την “κυρία Έλλη”, όπως καθιερώθηκε να την προσφωνώ τα επόμενα χρόνια. Καθίσαμε στο ευρύχωρο, ψηλοτάβανο δωμάτιο -εκείνη στον καναπέ κι εγώ σε μια πολυθρονίτσα απέναντί της- και μου μίλησε για το “Τσιν-Τσιν” που θα ανέβαζε τον χειμώνα στο “Ρεξ” μαζί μ’ έναν φαινομενικά αταίριαστο συνθιασάρχη, τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, και σε σκηνοθεσία του Ντίνου Δημόπουλου. Μου μίλησε πολύ και ήταν κάτι το μαγικό.     Αρχίσαμε πρόβες την άλλη κιόλας μέρα στο “Ρεξ”. Ημασταν μόνο εμείς οι τέσσερις, η Λαμπέτη, ο Κωνσταντάρας, εγώ και ο σκηνοθέτης Ντίνος Δημόπουλος -αργότερα ήρθε και ο Ηλίας Καπετανίδης που έκανε έναν μικρότερο ρόλο- και η πρόβα ήταν σκέτη απόλαυση, γιατί την περισσότερη ώρα θυμόντουσαν παλιές ιστορίες και περιστατικά, θεατρικά ανέκδοτα, ιστορικά σαρδάμ, φάρσες, ειδύλλια… Πού και πού κάναμε και λίγη πρόβα! Μετά την τρίτη μέρα η Λαμπέτη με παρακάλεσε να πηγαίνω δυο τρεις ώρες εκτός πρόβας στο σπίτι της, να τη βοηθάω στην εκμάθηση του κειμένου, “γιατί μ’ αυτούς τους πολυλογάδες που μπλέξαμε, Γιαννάκη, δεν μας βλέπω να κάνουμε ποτέ πρεμιέρα”! Ετσι, κάθε πρωί, αντί να πηγαίνω στην Πάντειο, πήγαινα στην οδό Δελφών. Ακόμα κι αφού άρχισαν οι παραστάσεις, η κυρία Ελλη μου ζητούσε να την επισκέπτομαι και να μιλάμε. Καταλάβαινα ότι είχε την ανάγκη ενός καλού, διακριτικού ακροατή»… Εχουν περάσει πολλά χρόνια. Το σπίτι υπάρχει ακόμη. Από κάτω, νεραντζιές, ένα κομμωτήριο. Στην είσοδο, η ορειχάλκινη προτομή της ηθοποιού. Αερικό και στην πλήρη, αιώνια ακινησία της.

Οικία Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Κουντουριώτου & Οικονόμου

  Εξάρχεια. Τα πρώτα χρόνια μετά το 1900 ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης εγκαθίσταται εκεί. Μεγαλοπρεπές ακόμη και στη σήψη του αυτό το σπίτι. Ο ίδιος ο ποιητής έγραφε «απ’ τα κεντρικά μας σπίτια να βρεθούμε σε μια ερημιά (σ.σ.: το μέρος ήταν όντως ερημιά για τη μικρή πρωτεύουσα της εποχής εκείνης) μας στοίχισε παρά πολύ! Μια πρώτη μας επίσκεψη σ’ αυτό μου έδωσε την εντύπωση μεγάλης καταδίκης». Ο ποιητής Γιώργος Ιωάννου περιγράφει με λεπτομέρειες το σπίτι του Λαπαθιώτη (περιοδικό «H Λέξη», τεύχος 33, Μάρτιος – Απρίλιος 1984) ως εξής: «Είναι σπίτι δίπατο, με ισόγειο από τη μεριά της οδού Οικονόμου. Είναι τεράστιο, έχει στέγη με αέτωμα και από την πίσω μεριά κήπο. Στο τζαμικιάνι, όπου καταλήγει η σκάλα, σώζονται ακόμη μικρά χρωματιστά τζάμια, που τόσο συνηθίζονταν τότε στα αρχοντικά. Η είσοδος είναι από την Κουντουριώτου, αλλά η πρόσοψη με το μπαλκόνι από την Οικονόμου. Τα πάντα ξεφτισμένα και ο σοβάς πεσμένος ολότελα και περίεργα. Εν τούτοις, το σπίτι δεν μοιάζει για ετοιμόρροπο. Κάτω από τον σοβά υπήρχαν χοντροί τοίχοι φτιαγμένοι με μεγάλες πέτρες, που τώρα προβάλλουν…».     Ο ηθοποιός Αντώνης Γκρίτσης, νέος και απόλυτα αφοσιωμένος στον Λαπαθιώτη (πρωταγωνίστησε στην παράσταση «Ο γείτονας μου Ναπολέων Λαπαθιώτης» της bijoux de kant που ανέβαινε μέχρι πρόσφατα), παρά το αρχικό του σάστισμα («Τι να πω εγώ, που τα ’χει πει όλα ο Γιώργος Ιωάννου;») λέει στο «New Page»: «Κουντουριώτου και Οικονόμου στα Εξάρχεια. Ο Γιώργος Ιωάννου, λογοτέχνης της Σχολής της Θεσσαλονίκης, έρχεται στην Αθήνα το 1971, ζει στην οδό Δεληγιάννη, σε διαμέρισμα που του παραχώρησε η τραγουδίστρια Αρλέτα, το οποίο βρισκόταν στην πολυκατοικία που χτίστηκε πάνω στο οικόπεδο που ήταν η ταβέρνα “Παράδεισος” της “Στέλλας” του Κακογιάννη. Το 1984 δημοσιεύει στο περιοδικό “Η Λέξη” το κείμενό του “Ο γείτονάς μου Ναπολέων Λαπαθιώτης”, στο οποίο αναρωτιέται τι θα γίνει με το σπίτι του Αθηναίου ποιητή του Μεσοπολέμου. Τι να προσθέσει κανείς σε όλα αυτά που με τον μοναδικό του τρόπο γράφει και περιγράφει ο Ιωάννου γι’ αυτό το εγκαταλελειμμένο σπίτι; Εντελώς παρατημένο, με υποστυλώματα, το επιβλητικό αρχοντικό της οικογένειας Λαπαθιώτη, στο οποίο αυτοκτόνησε το 1944 ο ποιητής, στέκει ακόμα και σήμερα, σχεδόν 33 χρόνια μετά τον θάνατο και του Ιωάννου, σκέλεθρο, να θυμίζει τον γνώριμο τρόπο με τον οποίο τόσο οι επίγονοι όσο και η ίδια η πολιτεία αντιμετωπίζουν τα κεφάλαια και τις παρακαταθήκες του πολιτισμού μας. Σε μια εποχή που ο ελληνισμός φαίνεται να έχει ανάγκη (;) από ιδρύματα-αρχιτεκτονικά μεγαθήρια, σάλες και στέγες πολιτισμού, γραμμάτων, δραμάτων και γενικώς τεχνών, θα υπάρχουν μερικά τέτοια παλιά σπίτια, ακατοίκητα πια από την παραμικρή μας αντίσταση στη λήθη».     Το σπίτι έχει κάτι τεράστιες χαραμάδες. Μπαινοβγαίνουν γάτες και περιστέρια. Σ’ εμάς το εσωτερικό είναι αόρατο. Η οικία Λαπαθιώτη κηρύχθηκε το 1984 από το υπουργείο Πολιτισμού διατηρητέο ιστορικό και αρχιτεκτονικό μνημείο των νεότερων χρόνων.

Οικία Κώστα Βάρναλη

Σπύρου Μερκούρη 27 & Τιμάρχου

    Στο Παγκράτι έζησε τα τελευταία 17 χρόνια της ζωής του ο Κώστας Βάρναλης. Ο δάσκαλος. Ο ποιητής που συνόψισε τις σπουδαίες κορυφογραμμές της ζωής στις πιο ρεαλιστικές ποιητικές στροφές. Το «New Page» συνάντησε τον μουσικό Λουκά Θάνο και του ζήτησε να αποτυπώσει μια πραγματικότητα που μοιάζει με όνειρο, όπως λέει κι ο ίδιος. Η περίπτωση του Λουκά Θάνου είναι σχεδόν μοναδική. Ηταν έφηβος, 15-16 χρόνων, όταν με μια κιθάρα (χωρίς κάλυμμα) στο χέρι και κοντά παντελόνια έφτασε στο σπίτι του Βάρναλη για να του παίξει τη μελωδία πάνω στο ποίημα «Η μπαλάντα του κυρ-Μέντιου».     «Χτυπάω την πόρτα. Ανοίγει ο δάσκαλος. Θυμάμαι ότι με κοίταξε κάπως παράξενα. Μπήκαμε σ’ ένα μεγάλο σαλόνι, με κέρασε πορτοκαλάδα και θέλησε να μάθει “πώς κι έτσι”. Είχε απέναντί του ένα παιδί. Μπορώ πια να καταλάβω το σάστισμά του. Του έπαιζα πολλές ώρες. Ηταν πολύ συγκινημένος. Ολο μπράβο και συγχαρητήρια μου έλεγε. Το σπίτι του ήταν φωτεινό, όπως και ο ίδιος. Ενας άνθρωπος με λάμψη, άνοιγμα, χαμόγελο, νοιάξιμο. Είχε παντού βιβλία ανοιγμένα για να διαβαστούν. Υπήρχε μια αταξία που φαινόταν σαν τάξη. Φεύγοντας, μου χάρισε τέσσερα πέντε βιβλία. Επειτα από τόσα χρόνια, τώρα που τα σκέφτομαι όλα αυτά, ναι, υπήρξα πολύ τυχερός άνθρωπος», διηγείται.     Μια πινακίδα πάνω σε έναν λευκοκίτρινο τοίχο ενημερώνει τους περαστικούς για το ποιος έζησε εκεί μέχρι τον Δεκέμβρη του 1974. «Στη χώρ’ αυτή που τήνε λέω δικιά μου ξένος είμαι και τυχερός που ζω!». Τα είπες όλα, δάσκαλε…  

Οικία Γιώργου Σεφέρη

Αγρας 20

    Εδώ έμενε ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης από το 1962. Το σπίτι με τα μπλε παράθυρα μοιάζει με μονοκατοικία στην Αμοργό. Αυτό που γοητεύει περισσότερο είναι οι εικόνες που μπορεί να στήσει ο περαστικός στον νου του καθώς στέκεται και κοιτάζει αυτό το παράξενο σπίτι. Τις κουβέντες στο μεγάλο σαλόνι, την απομόνωση του ποιητή λίγο πριν από τη δημιουργία, όλες τις στιγμές (και) μιας κανονικής ζωής. Ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει για τον Γιώργο Σεφέρη: «Από τη Μικρασία μετά την Καταστροφή, ένας αστός ξεκίνησε με μια βαλίτσα αναμνήσεων στο χέρι, γύρισε χώρες μακρινές και πολιτείες άγνωστες, μάζεψε ακριβό υλικό και συνταγές, μέτρα, ρυθμούς και χρώματα και τέλος γύρισε στη χώρα του, έχτισε με τα χέρια του σπίτι σημερινό κι ελληνικό, εμπήκε μέσα, κλείδωσε κι από τότε πια κανείς δεν τον συνάντησε στην αγορά».     Εχω ακούσει μαθητές να λένε μπροστά μου «θ’ ανεβαίνουμε την Αγρας και θα στρίψουμε στου Σεφέρη». Μαθητές που ακούνε τη μακρινή φωνή του σε βίντεο στο YouTube και στην τελευταία παράγραφο του «Επί ασπαλάθων», στο σχολικό βιβλίο, σημειώνουν «SOS».  

Οικία Καρόλου Κουν

Ζωοδόχου Πηγής 9

    Κατοχή, 1942. Ασπρόμαυρα πλάνα δυστυχίας, θανάτου, ποδοπατήματος. Ονειρο του Κουν ήταν να δημιουργήσει τη δική του, μόνιμη, αφοσιωμένη ομάδα, να «φτιάξει» ηθοποιούς που να βλέπουν το θέατρο ως λειτούργημα. Το όνειρό του αυτό έγινε πραγματικότητα το 1942, ιδρύοντας μέσα στο σκοτάδι της γερμανικής Κατοχής το Θέατρο Τέχνης. Σε δωμάτιο αυτού του σπιτιού ξεκίνησε τις πρόβες για την «Αγριόπαπια» του Ιψεν, με μαθητές της Σχολής τον Β. Διαμαντόπουλο, τον Δ. Καλλέργη, τον Π. Ζερβό, τη Β. Μεταξά, την Κ. Λαμπροπούλου και με τον ίδιο σκηνοθέτη και ηθοποιό.     Παρόν. Τρέχεις. Κόκκινο, πράσινο φανάρι. Μηχανάκια στο πεζοδρόμιο. Η πινακίδα λέει: «Το 1942 κατοικούσε και ίδρυσε την πρώτη σχολή θεάτρου ο Κάρολος Κουν». Σαν φως, όταν «εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα γίνονταν στάχτη κάτω από τις οβίδες».     Κάποτε υπήρχε γραμμένη με μαρκαδόρο πάνω στον καφέ τοίχο η φράση του δασκάλου: «Η αφετηρία και η βάση του θεάτρου, όπως και κάθε μορφής τέχνης, είναι η ποίηση και η μαγεία. Αν λείψουν αυτά, δεν υπάρχει θέατρο». Μην κινδυνολογείτε όσοι ανατριχιάζετε με «τις απόκοσμες νέες γενιές». Αντιστεκόμαστε στη λήθη. Να το ξέρετε.