Τάσος Νούσιας: «Ο σημερινός πολιτισμός είναι πολιτισμός του τίποτα»



27 Απριλίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 3:04 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 12:14 μμ

Της Δήμητρας Τριανταφύλλου | Φωτογραφίες: Μιχάλης Κωνσταντινίδης

Θα φανεί ευθύς εξαρχής ότι είναι κάτι περισσότερο από χειμαρρώδης και με μια εγγενή τάση να σ’ τα πει όλα τώρα. Γι’ αυτό και κατά τη διάρκεια της τετράωρης (!) κουβέντας μας προσπάθησα να βάλω διάφορα φρένα, να τον ξεγελάσω, για παράδειγμα, με λίστες τύπου «τα τρία πιο αγαπημένα σου», «τα πέντε πιο σημαντικά» για να το μαζέψουμε κάπως, αλλά δεν τις θέλει τις λίστες ούτε έχει «τρία πιο αγαπημένα». Έχει σκέψη που τρέχει ροδάνι, ξέρει πολλά και τον ενδιαφέρουν όλα.

Γιάννενα – Θησείο με κοντέρ «κολλημένο» στα 200

Από τότε που γεννήθηκε η εννιάχρονη κόρη του, ο Τάσος Νούσιας μένει στην τοποθεσία Θησείο και αισθάνεται ευλογημένος γι’ αυτό. Μας μιλά με πάθος για τα πράσινα κομμάτια που περικυκλώνουν τη γειτονιά του, για την τρομερή τουριστική άνοδο της Αθήνας τα τελευταία δυο τρία χρόνια και ότι όλο αυτό αντικατοπτρίζεται στο «λαϊκό πανηγύρι» της Αποστόλου Παύλου. Επειτα μας βάζει στον Λόφο των Νυμφών για να αρχίσει να μας μιλάει για το πρώτο σπίτι της ζωής του.

«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Γιάννενα. Πήγαινα στο σχολείο μόνος, έπαιζα ανελέητα και δεν θυμάμαι κανέναν να με μαζεύει, ούτε εμένα ούτε τους φίλους μου. Ήταν καλοκαίρι, ήμασταν 8 χρόνων και διασχίζαμε την πόλη από τη μια της άκρη έως την άλλη. Γυρνούσαμε σπίτι στις 12 τα μεσάνυχτα.

Αυτό το μεγάλωμα είχε μια απλότητα και τίποτα από τη σημερινή συμπλεγματικότητα στην ανατροφή των παιδιών. Δεν ήταν μια παιδική ηλικία virtual reality. Ήταν κανονική reality. Grand reality.

Ήμουν μέτριος μαθητής, ό,τι έπαιρνα ήταν από την παράδοση. Ο μπαμπάς ως λογιστής ήταν εξαιρετικός στα μαθηματικά και πολύ ωραίος δάσκαλος για εμένα. Η μάνα μου είναι φιλόλογος και στη ζωή μου λειτούργησε σαν βραδυφλεγής βόμβα. Έσκασε πολλά χρόνια μετά μέσα μου ως επιρροή.

Πίσω στα χρόνια του δημοτικού, με θυμάμαι να κάνω πότε τον Αθανάσιο Διάκο, πότε τον Κολοκοτρώνη στα νόστιμα σκετσάκια που ετοιμάζαμε για την 25η Μαρτίου και τις άλλες γιορτές. Μου μίλησε αμέσως αυτό το πράγμα, αισθάνθηκα πολύ ωραία που ανέβηκα στη σκηνή.

Καθώς μεγάλωνα, ήθελα όλο και πιο πολύ να είμαι αποτελεσματικός, αλλά όχι για να αποδείξω σε κάποιον κάτι. Ήθελα να έχω στόχους σύμφωνα με την αντίληψή μου, με τα θέλω μου.

Ο πρωταθλητισμός που έκανα στο τρέξιμο ήταν κάτι που με βοήθησε στο κομμάτι των στόχων. Δεν είναι καθόλου εύκολο να στέκεσαι μπροστά σε μια γραμμή μαζί με άλλα 300 άτομα για να τρέξεις και να βγεις πρώτος. Έκανα πρωταθλητισμό επί έξι χρόνια. Κάθε μέρα προπόνηση για δυο τρεις ώρες στο γήπεδο “Ζωσιμάδες” των Ιωαννίνων.
Το τρέξιμο είναι μια κατ’ επιλογήν μοναχικότητα. Αυτό στην πορεία με έκανε να μην μπορώ να παραμείνω κάπου για πολύ καιρό, αλλά να θέλω να δοκιμάζω πολλά πράγματα, πολλές νέες γεύσεις».

Τα καλοκαίρια της εφηβείας

Πριν ξεκινήσει η αφήγηση αυτής της «φέτας» της ζωής του, μας έχει οδηγήσει στο «Καφέ Θησείον» στην οδό Ακάμαντος 2. Πρόκειται για καφενείο παραδοσιακό, διαχρονικό και την ίδια στιγμή για στέκι νεανικό, πολύχρωμο και πολύβουο. Είναι ξεκάθαρα το αγαπημένο του μέρος στη γειτονιά για καφέ, σνακ, ούζα, αλλά κυρίως για ατελείωτες κουβέντες με τους φίλους του, που συχνάζουν επίσης εδώ.

«Απ’ όταν έγινα 13 ετών δούλευα κάθε καλοκαίρι. Ενα από αυτά το πέρασα φτιάχνοντας γαλβανιζέ κάσες για τυρί φέτα σε ένα εργοστάσιο του πατέρα ενός φίλου. Με θυμάμαι να πηγαίνω τα γάλατα που μόλις είχαν αρμέξει από τα πρόβατα στον επονομαζόμενο “Μπάτζο” στο χωριό για να τα ζυγίσουμε κι από εκεί να τα πηγαίνουμε στη “Φέτα Δωδώνη” πριν ακόμα πουληθεί, όταν ήταν ακόμα ένα σπουδαίο συνεταιριστικό εγχείρημα και όλοι οι κτηνοτρόφοι στα Γιάννενα και τα γύρω χωριά ήταν ενωμένοι.

Αλλες φορές πήγαινα στο μάζεμα της πατάτας. Μόλις τελείωνε αυτό, έφευγα καρφί για τα πανηγύρια. Πανηγύρια τριήμερα με κλαρίνα ελαφριά, βαριά, με παραδοσιακά τραγούδια, με μοιρολόγια υπέροχα, αλλά και με ταξίμια πάνω στα κλαρίνα από παλιούς βιρτουόζους.
Με θυμάμαι να σερβίρω τα φαγητά σε αυτά τα πανηγύρια και θυμάμαι ακόμα μια φορά που έχυσα όλη τη χωριάτικη -λάδι, αγγούρια, ντομάτες- στα μαλλιά μιας κυρίας, η οποία είχε έρθει στο πανηγύρι κατευθείαν από το κομμωτήριο».

Προς την ενηλικίωση

Σε αυτή τη φάση της ζωής που ετοιμάζεται να μας εξομολογηθεί δεν γνωρίζει ακόμα ότι μπροστά του έχει 20 χρόνια υποκριτικής καριέρας, στα οποία θα υποδυθεί από τον σκληρό νταβατζή («Από την άκρη της πόλης») μέχρι έναν ένοπλο παρακρατικό στη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου («Δεμένη κόκκινη κλωστή»), τον πρόεδρο της κοινότητας των χανσενικών στη Σπιναλόγκα («Το νησί») και δεκάδες ακόμα ρόλους που θα εναλλάσσονται με αξιοθαύμαστη ταχύτητα από τη μεγάλη στη μικρή οθόνη και από εκεί στη θεατρική σκηνή.

«Τέλη δεκαετίας ’80 και βρίσκομαι σε Τεχνικό Λύκειο θέλοντας να περάσω στη Γυμναστική Ακαδημία. Με ενδιαφέρει παράλληλα όμως πάρα πολύ και η μηχανολογία, αφού οι σπουδές στο Τεχνικό Λύκειο μου έχουν δώσει πτυχίο μηχανολόγου βιομηχανικής παραγωγής – τορναδόρου με πιο απλά λόγια. Μου άρεσε πάρα πολύ αυτή η γνώση. Θυμάμαι ότι είχα φτιάξει μια ολόκληρη σκακιέρα από χάλυβα. Εν τω μεταξύ όμως, είχα ήδη προλάβει να μπλεχτώ στο Θεατρικό Εργαστήριο Ηπείρου με έναν φοβερό δάσκαλο και αγαπημένο, τον Γιώργο Νάκο, ο οποίος κάτι είδε σε εμένα. Αποφασίζω, λοιπόν, να αρχίσω να προετοιμάζομαι. Δίνω εξετάσεις μαζί με τη Θεοδώρα Τζήμου, με την οποία ήμασταν στο εργαστήριο. Είχε έρθει στα Γιάννενα από τα Γρεβενά, όπου έμενε επειδή η μαμά της δούλευε ως παιδίατρος στο νοσοκομείο στα Γιάννενα.

Αρχίζω να δίνω εξετάσεις παντού – Εθνικό, ΚΘΒΕ, Βεάκη, Τέχνης κ.ά. Το να δίνω σε πολλές σχολές με βοηθούσε στο να εξοικειωθώ, να είμαι σε εγρήγορση, να μάθω πώς λειτουργούν οι επιτροπές κ.λπ. Και αρχίζω να περνάω σχεδόν σε όλες – ΚΘΒΕ, πρώτο κύκλο Εθνικού κ.λπ.

Αρχές 1990 ανακοινώνω στους γονείς μου το εξής: “Φεύγω. Πάω Θεσσαλονίκη, πέρασα στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος”. Ήταν μια σουρεάλ κουβέντα μεταξύ μας, γιατί οι γονείς μου είχαν και άλλες βλέψεις για εμένα – ο μπαμπάς μου, για παράδειγμα, με ονειρευόταν δημόσιο υπάλληλο εκείνη τη χρυσή περίοδο του ΠΑΣΟΚ. Για εμένα πάλι αυτή η προοπτική ισοδυναμούσε με το να ανοίξω τον τάφο μου και να πάω να ξαπλώσω μέσα από τα 18 μου χρόνια. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν είχα καμία αίσθηση επαρχιωτισμού. Δεν ήξερα καν τι θα πει επαρχία. Ποτέ δεν κουβάλησα αυτή την ταμπέλα».

Ένδοξο φοιτηταριό

Συνεχίζει να αγνοεί και άλλα ενδιαφέροντα που τον πλησιάζουν με φόρα από το μέλλον. Όπως το ότι θα παίξει σε 16 ελληνικές ταινίες, πολλές από τις οποίες θα κάνουν τομή στο είδος τους («Tungsten», «Short Fuse»), ή ότι το πρόσωπό του θα γίνει σήμα κατατεθέν των ποιοτικών σίριαλ (έχει παίξει σε περισσότερα από είκοσι) τη χρυσή εποχή της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης.

«Τα πρώτα τρία χρόνια της σχολής είναι πολύ δύσκολα, έχω κόψει απότομα και τον πρωταθλητισμό και περνάω μια βαθιά κατάθλιψη. Η απότομη πτώση των φυσικών οπιούχων, της ντοπαμίνης και της αδρεναλίνης, έχει κάνει το χημείο του εγκεφάλου μου να απορρυθμιστεί.

Την ίδια στιγμή, το περιβάλλον της σχολής είναι σκληρό και κλειστό. Δεν ξέρω κανέναν, δεν με ξέρει κανείς, κυκλοφορώ ανάμεσα σε παιδιά που έχουν δώσει εξετάσεις δυο και τρεις φορές, σε παιδιά που γνωρίζουν καλά τους δασκάλους, που είναι “εφαπτόμενα” με το σύστημα, την ώρα που το σύστημα είναι στα high του. Εγώ πάλι ένα ούφο. Για μεγάλο διάστημα είμαι εσωστρεφής και ανόρεχτος, προσπαθώ να καταλάβω τι μου γίνεται και βιώνω τραυματικά την απόσχιση από το πατρικό περιβάλλον. Έρχομαι σε ρήξη με τους καθηγητές, με τους συμφοιτητές – είμαι ένας “μόνος” μου.

Με πειράζει να βλέπω τα παιδιά που αβαντάρονται, τους γνωστούς γνωστών, αυτό το καθόλου αξιακό σύστημα. Με έχει πιάσει μεγάλη τσαντίλα και μυρίζομαι ότι θέλουν να με κόψουν στο πρώτο έτος. Παρ’ όλα αυτά, να σημειώσω ότι στη σχολή είχαμε δέκα ώρες μαθήματα τη μέρα, πολλές ώρες προβών το Σαββατοκύριακο και με πέντε απουσίες χάναμε το έτος. Αν σπούδαζαν όλοι με αυτό τον τρόπο, σήμερα στην Ελλάδα θα είχαμε ένα φοβερό εκπαιδευτικό σύστημα. Περνάγαμε απ’ όλα – μέχρι και από μπαλέτο. Εκεί να με δεις. Εμένα και κάτι άλλους κατσαπλιάδες να κάνουμε πλιε και να επιχειρούμε σπαγκάτο. Με το που επιχειρώ το γκραν ζετέ, θυμάμαι τους δασκάλους να κλαίνε από τα γέλια.

Προς τιμήν του, πάντως, έπειτα από χρόνια ο διευθυντής του ΚΘΒΕ όταν σπούδαζα εγώ, ο Δημήτρης Βάγιας, ήρθε και μου είπε: “Συγχώρησέ με γι’ αυτό που σου έκανα”. Το ήξερε το αλισβερίσι εκεί μέσα. Όσο για εμένα, αυτό που με κρατούσε πάντα στη σχολή ήταν για άλλη μια φορά ο στόχος μου να τα καταφέρω».

Κατέβασμα στην Αθήνα

Στις 14.00, με τον ήλιο σε σταθερή θέση πάνω από τα κεφάλια μας, το Θησείο δίνει την πιο γοητευτική κι ένδοξη εικόνα της πόλης. Τα ζάρια στα τάβλια στα διπλανά τραπέζια χτυπούν αδιάκοπα, οι παραγγελίες στις ποικιλίες και τα ούζα φουντώνουν και όλα μοιάζουν ευοίωνα. Όπως αυτό το κεφάλαιο ζωής που ξεκινάει να μας περιγράφει ο Τάσος.

«Ρίχνω μαύρη πέτρα στη Θεσσαλονίκη και στη σκοτεινή περίοδό της. Είμαι πια 21 και η πρώτη μου δουλειά είναι οι “Αγνοημένοι” με τον Γιώργο Μιχαηλίδη στον ΑΝΤ1 – μια σειρά γύρω από τα παιδιά των αναμορφωτηρίων. Διαβάζω εντατικά το σενάριο σε ένα ξενοδοχείο ταμάμ με το έργο – φτηνό, αλλά πολύ underground, με τζάνκια, πουτάνες και κλεφτρόνια που πηδάνε από το παράθυρο, απέναντι από τον σταθμό Λαρίσης.

Έπειτα από αυτό έκανα τρία χρόνια για να βρω βηματισμό. Στο μεσοδιάστημα δούλεψα σε ένα κατάστημα χαλιών ενός φίλου, ο οποίος πραγματικά με έσωσε. Ήμουν πολύ αποτελεσματικός πωλητής, ένας τέλειος performer με φευγάτο εργοδότη. Τα έπειθα τα πλήθη, πάντως, και γινόταν παιχνίδι φοβερό, πουλούσαμε πάνω από 30 χαλιά τη μέρα.

Θυμάμαι και ένα περιστατικό. Μια φορά ξημερώματα έρχεται μια νταλίκα και φέρνει μια ελαττωματική παρτίδα. Κάθε χαλί έχει και από ένα παράταιρο γαζί που διασχίζει το χαλί από τη μία πλευρά στην άλλη. Την επόμενη μέρα ο φίλος μου το έχει κρεμάσει στον τοίχο και του έχει βάλει και έναν περίεργο φωτισμό. Μου λέει: “Θα το μοσχοπουλήσω και θα γίνει ανάρπαστο”. Κι έτσι έγινε. Το βαφτίσαμε “design”. Και η αλήθεια είναι ότι με τον τρόπο που το φώτισε το έκανε μοναδικό. Αρχισα να το γουστάρω κι εγώ που ήξερα ότι είχε ελάττωμα. Συμπέρασμα: όλα είναι εκμεταλλεύσιμα, όλα έχουν δυο όψεις.

Στη συνέχεια θυμάμαι έντονα και την ταινία του Γραμματικού, τους “Απόντες”. Επί έξι μήνες πηγαίναμε Σαλαμίνα, αυτοσχεδιάζαμε πολύ, γράφαμε σκηνές, σβήναμε… Με αβίαστο τρόπο γίνονταν πολύ νόστιμα πράγματα και όλη αυτή η ομάδα των άγνωστων ακόμα ηθοποιών (Αιμίλιος Χειλάκης, Βαγγέλης Μουρίκης κ.ά.) μεγάλωνε μαζί.

Δεν σου συζητάω για τα γυρίσματα – τα γκρεμίσαμε όλα, έγινε χαμός. Ο άνθρωπος που είχε το ξενοδοχείο στα Κανάκια στη Σαλαμίνα είχε δεινοπαθήσει με εμάς. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν πάντα ενάρετος ο βίος μου. Πέρασα και περιόδους που έκαναν τζιζ. Κοιτάζοντας, πάντως, μπρος τα πίσω βλέπω ότι δεν χρωστάω χάρη σε κανέναν, αλλά ούτε και οι άλλοι μου χρωστούν».

Από τον βορρά έως τον νότο, δύο σημαντικές δουλειές δρόμος

«Για εμένα η “Δεμένη κόκκινη κλωστή”, όπου πρωταγωνίστησα, με θέμα τον ελληνικό εμφύλιο ήταν σημαντική κινηματογραφική στιγμή και, παράλληλα, μια σοβαρή καταγραφή της ανθρώπινης παθολογίας που κρύβεται πίσω από τις ιδεολογίες. Ας με συγχωρέσει ο Βούλγαρης, αλλά η “Ψυχή Βαθιά” ήταν σαν παιδική χαρά γι’ αυτό που περιέγραφε. Με το που φεύγω από τον βορρά και τα γυρίσματα της παραπάνω ταινίας, κατεβαίνω στον νότο για το “Νησί”. Τεράστια ιστορία το “Νησί”. Απογειωθήκαμε όλοι – ηθοποιοί και θεατές. Ήταν τόσα πολλά τα καλά. Η συνάφεια των συναδέλφων μεταξύ μας, η Κρήτη και ο κόσμος της, η Βικτόρια Χίσλοπ, που την αποκαλώ “σύγχρονο Λόρδο Βύρωνα”…

Κάποια στιγμή, ένα χειμωνιάτικο απόγευμα λέω στον Μάινα έπειτα από ένα πεντάμηνο γυρισμάτων: “Ρε συ Στέλιο, έχεις συνειδητοποιήσει ότι είμαστε πια βαθιά αλκοολικοί;”. Πήγαινες στο περίπτερο για τσιγάρα και κατέληγες να πίνεις ρακές, μετά το γύρισμα ξανά ρακές. Κάποια στιγμή κρασάραμε. Ήρθε και ο Γιαννάκης ο Στάνκογλου σε κάποια φάση και… πήγαμε σουρντίνα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, πάντως, τη στιγμή με το ζεϊμπέκικο που χόρεψα. Όταν μου ανακοίνωσε ο σκηνοθέτης ότι θα χορέψω τραγούδι του Μητροπάνου ειδικά για τη σειρά, ήπια ένα μπουκάλι ρακή κι έφυγα για να το χορέψω από τα βάθη της ψυχής μου».

Κεφάλαιο (ζωής): Οι άνθρωποι

Η ώρα έχει πάει πια τέσσερις παρά – ώρα να τσιμπήσει την κόρη του από το διπλανό σχολείο. Καταφθάνουν μαζί έπειτα από πέντε λεπτά και η μικρή φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού ότι είναι αντάρτισσα. Είναι ολόιδια με τη Γερμανίδα μαμά της, Μαρλέν Καμίνσκυ.

Η πιτσιρίκα κυκλοφορεί στο καφέ σαν στο σπίτι της, μπαίνει στην κουζίνα, παραγγέλνει μιλκσέικ σοκολάτας και τοστ, γιατί, όπως έχει ανακοινώσει στον μπαμπά της, δεν το έχει φάει το μεσημεριανό στο σχολείο. Και τώρα δεν θέλει ακόμα να διαβάσει για το αυριανό τεστ στα μαθηματικά. Θέλει να παίξει Scrabble με έναν άλλο θαμώνα του μαγαζιού. Κι ενώ κάθομαι δίπλα δίπλα με τη μικρή, αυτός επιμένει να μου τη δείξει σε μια συγκεκριμένη φωτογραφία από το περασμένο καλοκαίρι – αυτή να κοιμάται στα πόδια της μαμάς της και τα ξανθά μακριά μαλλιά της να είναι γεμάτα λουλούδια.

«Εδώ είμαστε στο πανηγύρι στο Μοναστηράκι της Βόνιτσας, δηλαδή σαν να λέμε στο πανηγύρι-Γούντστοκ της Ελλάδας. Άκρως φευγάτο με παράλληλα stages. Στο ένα παίζει Πετρολούκας Θεός-Δωρικός-Ηπειρώτης (σ.σ.: Χαλκιάς), στο άλλο Γιώργος Μαργαρίτης με Γωγώ Τσαμπά-είδωλο και από κάτω κάτι πιτσιρικάδες-κόκκαλα-μέταλλα.

Κατά τ’ άλλα, έχω σοβαρή βαρεμάρα με τα γκαλά. Υπάρχω πολύ λίγο σε αυτά – πρέπει να έχω συναισθηματική σύνδεση με κάποιον από τους ανθρώπους που με έχουν καλέσει για να παρευρεθώ. Συγκινούμαι με τους ανθρώπους σε πρώτο χρόνο. Τις γυναίκες ειδικά τις θεωρώ πλάσματα υπέροχα. Είμαστε πλήρως εξαρτώμενοι από εσάς. Εσείς είστε πιο επιβιωτικά όντα κι εμείς είμαστε γέννημά σας.

Ερωτευόμουν με τα μπούνια από πολύ μικρός. Θυμάμαι να συναντιέμαι νωρίτερα πριν από το μάθημα με μια συμμαθήτριά μου τη Νάνσυ για να μιλήσουμε και να κοιταχτούμε στα μάτια. Και μετά, μερικές τάξεις αργότερα, θυμάμαι να παίρνω λουλούδια της μάνας μου από το βάζο, κατ’ εξακολούθηση, για να τα δώσω σε άλλη συμμαθήτρια. Ήταν μια περίοδος που δεν στεκόταν λουλούδι στο βάζο και η μάνα μου όλο με κυνηγούσε.

Πάντως θεωρώ ότι η κοινωνία αυτή τη στιγμή μισεί περισσότερο τους άνδρες παρά τις γυναίκες. Βλέπω επίσης ότι αυξάνεται προοδευτικά ο αριθμός των γυναικών που βρίσκονται σε διοικητικά πόστα. Κάποια στιγμή πρέπει να βγάλουμε και μια γυναίκα πρωθυπουργό – θα το κάνουμε και αυτό.

Παρ’ όλα αυτά, νιώθω ότι μερικές φορές ο νέος φεμινισμός μάς οδηγεί κάπως στην παράνοια. H σεξουαλική παρενόχληση θέλει ξερίζωμα, αλλά το να σε φλερτάρω στον διάδρομο δεν είναι #meToo. Όλη αυτή η αντίδραση είναι έντονα κινηματική και αν συνεχίσουμε έτσι θα τη στεγνώσουμε από την ουσία της. Το #meToo δεν μας βάζει όλους στο παιχνίδι, είναι κάτι φτιαγμένο με πολλή αγάπη από εσάς για… εσάς.

Όσον αφορά στην πατρότητα, για μένα ήταν ο ρόλος που ήρθε και ολοκλήρωσε τον κύκλο της δυσανεξίας που είχα απέναντι στους γονείς μου και όλη αυτή τη μάχη που έδινα από παιδί και έψαχνα διαρκώς να διαχειριστώ. Αυτός ο κύκλος ολοκληρώθηκε όταν είδα τον εαυτό μου να επαναλαμβάνει τα λάθη των γονιών μου, γιατί απλώς σε πολλές περιπτώσεις δεν γίνεται να αντιμετωπίσεις αλλιώς το πράγμα».

Κοσμοθεωρία

Αυτό το τελευταίο είναι το πιο αγαπημένο του κομμάτι συζήτησης – οι απόψεις για τη ζωή και τον κόσμο. Σας παραθέτουμε εδώ ένα μικρό απόσταγμα από τα πολλά που μας είπε, ένα απόσταγμα που τον χαρακτηρίζει ως άνθρωπο.

«Η πιο σημαντική στιγμή στην καριέρα μου ήταν και η παράσταση-άθλος για να πραγματοποιηθεί, ο Προμηθέας το 2015. Με αφορμή αυτή την παράσταση άνοιξε ξανά το θέατρο της Δωδώνης. Για εμένα και για όλη την κοινωνία των Ιωαννίνων ήταν πολύ σημαντικό που ενεργοποιήθηκε ξανά η Δωδώνη έπειτα από 18 χρόνια. Η συμβολή του Νίκου Ξυδάκη και του Παναγιώτη Δούρου ήταν καίρια. Μας ακολουθούσε και το National Geographic, που γύριζε τότε το ντοκιμαντέρ “The Greeks”. Και όλα αυτά το δύσκολο καλοκαίρι των capital controls.

Θεωρώ ότι η ελληνική παράδοση αυτή τη στιγμή ζει ένα revival, γιατί ο άνθρωπος έχει ανάγκη να συνδεθεί ξανά με τη μήτρα. Το λέω εγώ αυτό που έχω μνήμη γιαγιάς γεννημένης το 1903 με τατού στο σώμα της απ’ άκρη σ’ άκρη. Τα τατού τα χτύπαγαν με τις τεράστιες σακοράφες που αρμαθιάζαμε τον καπνό. Για χρώμα χρησιμοποιούσαν κάρβουνο.

O σημερινός πολιτισμός, πάλι, είναι ένας πολιτισμός της χέστρας – ο πολιτισμός του απέραντου τίποτα. Πλύση εγκεφάλου μέσα από τη virtual reality εικόνα των πάντων, υπερπληροφόρηση fake ή real και από το βιαστικό ανακάτεμα ανθρώπων, τάσεων, ιδεών στο πλαίσιο του “φασισμού” του πολυπολιτισμού. Οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος θα βρίσκουν κουτάκια Coca Cola από την Κίνα έως την Αμερική.

Προσωπικά, απεχθάνομαι όπως ο διάβολος το θυμίαμα τους κομματικούς κι εκκλησιαστικούς μηχανισμούς, γιατί έχουν την ίδια ακριβώς αντίληψη. Η καταστροφή του κόσμου τα τελευταία τουλάχιστον εκατό χρόνια προέρχεται από την ομαδοποίηση των πραγμάτων.

Όσο για τη δουλειά που κάνω, σου δίνει τη δυνατότητα να κρυφτείς προσωρινά πίσω από κάποιον άλλο μέχρι να ανακαλύψεις το δικό σου καλό κομμάτι του εαυτού και να το αποκαλύψεις. Κάνουμε διαρκώς εσωτερική δουλειά και μετά την τεστάρουμε στο πεδίο».