Αβάντες διεθνών οίκων για οικονομία και ομόλογα

Τα ελληνικά assets στην πρώτη γραμμή του επενδυτικού ενδιαφέροντος



24 Δεκεμβρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 7:56 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 7:59 μμ


Το μπαράζ θετικών εκθέσεων για την Ελλάδα συνεχίζεται. Ο ένας μετά τον άλλον, οι διεθνείς οίκοι δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία, εκτιμώντας ότι η ανάκαμψη θα συνεχιστεί.

Της ΑΜΑΛΙΑΣ ΚΑΤΖΟΥ

[email protected]

Παρά την τρελή κούρσα που έχουν καταγράψει φέτος τα ελληνικά ομόλογα, το εντυπωσιακό είναι ότι οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι αποδόσεις τους θα συνεχίσουν να μειώνονται, γι’ αυτό και προτρέπουν τους πελάτες τους να προχωρήσουν σε τοποθετήσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με την εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά, για την οποία οι εκτιμήσεις είναι θετικές.

Ψήφος εμπιστοσύνης στα ομόλογα

Τη σύσταση overweight για τα ελληνικά ομόλογα διατηρεί η Societe Generale, που σε ανάλυσή της αναφέρει ότι οι επιδόσεις του 2019 αντανακλούν περισσότερο το διεθνές κλίμα παρά τις εγχώριες εξελίξεις. Η βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών για το χρέος και η αλλαγή κυβέρνησης δεν έχουν επηρεάσει το spread μεταξύ των κρατικών ομολόγων Ελλάδας και Ιταλίας. Η παρατηρούμενη σύγκλιση θα λάμβανε χώρα ούτως ή άλλως, ακόμα κι αν οι ελληνικοί τίτλοι παρέμεναν αμετάβλητοι.

Οπότε, σημειώνει ο οίκος, υπάρχει ακόμη περιθώριο βελτίωσης της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Αθήνας, κάτι που θα στηρίξει τα κρατικά ομόλογα. Ο ΟΔΔΗΧ ακολουθεί τα χνάρια της Πορτογαλίας και της Κύπρου, που εισήλθαν σε έναν «ενάρετο κύκλο», όπου η επενδυτική ζήτηση προκάλεσε αναβαθμίσεις του αξιόχρεου, που με τη σειρά τους κατέστησαν ευκολότερη την αγορά ομολόγων από τους επενδυτές.

Επίσης, η Ελλάδα συνεχίζει να απολαμβάνει ένα μεγάλο μαξιλάρι ρευστότητας, που θα της επιτρέψει να κινηθεί την επόμενη τριετία χωρίς πίεση και να προχωρήσει σε νέα έκδοση. Το γεγονός αυτό δεν αποτιμάται ακόμη στους τίτλους παρά το ράλι του 2019. Η γαλλική τράπεζα αναμένει περισσότερες αναβαθμίσεις του ελληνικού αξιόχρεου μετά και τη μεγάλη βουτιά στις αποδόσεις. Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης δεν το παραδέχονται, αλλά συχνά καταλήγουν να παρακολουθούν και να προσαρμόζονται με τα spreads των ομολόγων, τονίζει.

Από την πλευρά του, ο οίκος αξιολόγησης Scope υποστηρίζει ότι η ελληνική οικονομία είναι σε τροχιά ανάπτυξης κατά 2,3% του ΑΕΠ την επόμενη χρονιά έπειτα από αύξηση ΑΕΠ που υπολογίζεται σε 1,8% για φέτος. «Η διατηρήσιμη σχετικά ευμεγέθους ανάπτυξης είναι κρίσιμη για το μακροπρόθεσμο outlook των δημόσιων οικονομικών», σημειώνει χαρακτηριστικά ο αναλυτής Jakob Suwalski.

«Η αύξηση της παραγωγής κρατά εντέλει το κλειδί για τη βιωσιμότητα χρέους», τονίζει και επισημαίνει ότι γι’ αυτό λειτουργούν καθησυχαστικά πρόσφατα μέτρα της κυβέρνησης, όπως η μείωση της γραφειοκρατίας, οι φορολογικές παροχές για τους ξένους επενδυτές και η επανεκκίνηση των ιδιωτικοποιήσεων από τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Ο οίκος προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 3,7% του ΑΕΠ το 2019, πέμπτη σερί χρονιά κατά την οποία ξεπερνιέται ο στόχος. Εξίσου σημαντικό, σημειώνει, είναι το γεγονός ότι ενώ ο νέος προϋπολογισμός είναι δημοσιονομικά ουδέτερος, θα βελτιώσει την ποιότητα των δημόσιων οικονομικών και την ανάπτυξη, κυρίως μέσα από τη μείωση του φορολογικού βάρους στις επιχειρήσεις.

Θα συνεχίσει να υπεραποδίδει η Ελλάδα

Αλλά και η ING προβλέπει ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης, τονίζοντας παράλληλα ότι έχει πληρώσει υψηλό οικονομικό και κοινωνικό τίμημα για την κρίση χρέους, αλλά ανακάμπτει, αν και με μέτριους ρυθμούς. Οπως αναφέρει, τα στοιχεία δείχνουν προς εύθραυστη ανάκαμψη το α’ εξάμηνο, με την Ελλάδα να αναζητά ακόμα ισχυρότερη αναπτυξιακή δυναμική. Η ισχυρή ανάκαμψη στους δείκτες επιχειρηματικού και καταναλωτικού κλίματος πρέπει να μεταφραστεί σε υψηλότερη εγχώρια ζήτηση, επισημαίνει.

Σε ό,τι αφορά στη φορολογία, ο οίκος σημειώνει ότι ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, όπως υποσχέθηκε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, προσπαθεί να εφαρμόσει τα σχέδια φορολογικών περικοπών του, σε ορισμένες περιπτώσεις αντίθετα με τις συστάσεις των πιστωτών. Το σχέδιο προβλέπει, μεταξύ άλλων μέτρων, περικοπές στον συντελεστή φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, αύξηση του αφορολόγητου ορίου για τα νοικοκυριά με παιδιά και μείωση του συντελεστή φορολογίας επιχειρήσεων.

Σύμφωνα με την ING, αναμένει ότι η συνδυασμένη επίδραση των φορολογικών περικοπών και η συνεχιζόμενη βελτίωση στο μέτωπο της απασχόλησης θα συμβάλουν στην αναζωογόνηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά τη διάρκεια του 2020.

Ωστόσο, εμφανίζεται λιγότερο σίγουρη ότι θα είναι εξίσου αποτελεσματικά στην προώθηση των ιδιωτικών επενδύσεων, καθώς ενδέχεται να υποφέρουν από την αναιμική δυναμική των τραπεζικών πιστώσεων (οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να επιβαρύνονται από μεγάλο φορτίο μη εξυπηρετούμενων δανείων) και από την ελλιπή εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η ολοκλήρωση των οποίων θα παραμείνει μια δύσκολη πρόκληση για την κεντροδεξιά κυβέρνηση.

Αναφορικά με την ανάπτυξη, ο οίκος εκτιμά ότι θα κυμανθεί στο 2% τόσο το 2019 όσο και το 2020, υποχωρώντας στο 1,7% το 2021. Προβλέπει αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης στο 1,3% το 2020 και το 2021 από 0,3% φέτος, με εκτίναξη των επενδύσεων κατά 2,2% φέτος, 3,9% το 2020 και 4,3% το 2021.

Για την ώρα, η δημοσιονομική εικόνα ακολουθεί την αναμενόμενη οδό μεταπρογραμματικής εποπτείας, με την Αθήνα να υπερβαίνει και φέτος τον στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα, με τον προϋπολογισμό να προβλέπει πλεόνασμα 3,7% το 2020.

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 133 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019.

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»:

Χρήστος Σταϊκούρας στη «Νέα Σελίδα»: Δουλεύουμε δικά μας μοντέλα βιωσιμότητας χρέους