Κυβέρνηση: Παζάρι με τις Βρυξέλλες για το αφορολόγητο

Εναν άσπονδο «εχθρό» επικαλείται το οικονομικό επιτελείο στη μάχη που θα δώσει προκειμένου να μειωθεί ο πήχης του 3,5% από το 2020. Οι ημερομηνίες που θα κρίνουν το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων



11 Αυγούστου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 9:23 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 9:23 μμ


  • Πρώτη δημοσίευση: 10 Αυγούστου 2019, 9:07 μμ
  • Τελευταία δημοσίευση: 11 Αυγούστου 2019, 9:23 μμ

Κρίσιμο και καθοριστικής σημασίας θέμα θεωρείται για την κυβέρνηση, ως προς το εύρος άσκησης της οικονομικής της πολιτικής, η συγκατάθεση των Ευρωπαίων στη μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Του Σωτήρη Καψώχα

[email protected]

Το οπλοστάσιο της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας στην προσπάθεια αυτή περιλαμβάνει τη σημαντική αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων στις διεθνείς αγορές και τις προσδοκίες ότι η ανάπτυξη της οικονομίας θα κινηθεί σε υψηλότερους ρυθμούς τα επόμενα χρόνια.

Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι ότι για να πετύχει τους στόχους μείωσης των πλεονασμάτων από το 2020 και μετά η κυβέρνηση διά του αρμόδιου υπουργού Οικονομικών, Χρήστου Σταϊκούρα, επικαλείται και επιζητεί τη βοήθεια ενός άσπονδου «εχθρού» της Νέας Δημοκρατίας, τον οποίο πολλάκις κατηγόρησε στο παρελθόν ως στρατευμένο φίλο του Αλέξη Τσίπρα.

Πρόκειται για τον απερχόμενο Γάλλο Επίτροπο Πιερ Μοσκοβισί, ο οποίος κατ’ επανάληψη έχει δηλώσει -και πρόσφατα το επανέφερε στο προσκήνιο- ότι «η Κομισιόν δεν υποστήριξε ποτέ τα πλεονάσματα στο 3,5% του ΑΕΠ για πάντα. Ξέρουμε ότι κάποια στιγμή κάτι πρέπει να γίνει, αλλά εξαρτάται από τη μείωση του χρέους και τις μεταρρυθμίσεις. Θα συζητηθεί εν ευθέτω χρόνω και η Κομισιόν θα είναι στο πλευρό της Ελλάδας».

Το πρόσφορο έδαφος που δημιουργεί η βελτίωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων για τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων ανέδειξε, σύμφωνα με πληροφορίες, ο υπουργός Οικονομικών στην τυπική επιστολή που απηύθυνε πρόσφατα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφορικά με την παράταση της ενισχυμένης εποπτείας της χώρας μας κατά ένα εξάμηνο.

Η επιστολή στάλθηκε τόσο προς τον Επίτροπο Οικονομικών, Πιερ Μοσκοβισί, όσο και προς τον αναπληρωτή γενικό διευθυντή της Διεύθυνσης Οικονομικών Υποθέσεων της Κομισιόν, Ντέκλαν Κοστέλο, ο οποίος ήταν μέχρι πρότινος επικεφαλής των τεχνοκρατών της Κομισιόν για την Ελλάδα.

Ενα κρίσιμο πενθήμερο εντατικών διαβουλεύσεων, οι οποίες έχουν αρχίσει να οργανώνονται από τώρα, έχει οριστεί για τις 16 με 20 Σεπτεμβρίου. Ο λόγος για την επόμενη έλευση των θεσμών στην Αθήνα. Επιδίωξη είναι στο τέλος της συγκεκριμένης αποστολής να έχει υπάρξει συμφωνία για τους στόχους του διπλού προϋπολογισμού (για το 2020 και για την τετραετία) που πρέπει να καταθέσει η κυβέρνηση αλλά και για το δημοσιονομικό περιθώριο που υπάρχει. Και τούτο προκειμένου να εφαρμοστούν οι φορολογικές πρωτοβουλίες που σχεδιάζονται ώστε να ενσωματωθούν στο φορολογικό νομοσχέδιο του Σεπτεμβρίου.

Προς το παρόν, σύμφωνα με τον κ. Σταϊκούρα, το μόνο σίγουρο μέτρο για το 2020 είναι η πρώτη φάση της μείωσης των φορολογικών συντελεστών στις επιχειρήσεις (από το 28% στο 24%), η οποία θα εφαρμοστεί για τα εισοδήματα του 2019. Ωστόσο, κυβερνητική πρόθεση είναι, αν καταστεί εφικτό, να εφαρμοστούν το ίδιο διάστημα κι άλλες από τις κυβερνητικές δεσμεύσεις.

Κι όλα αυτά σε συνδυασμό με τη διατήρηση του αφορολογήτου στα σημερινά επίπεδα. Οι εν λόγω φορολογικές κινήσεις, που θα ενσωματώνονται στο δεύτερο φορολογικό νομοσχέδιο, ήδη ετοιμάζονται. Η χρονική τους κατανομή θα εξαρτηθεί όμως από μια σειρά άλλων παραγόντων -δημοσιονομικών, αναπτυξιακών αλλά και πολιτικών- και, ασφαλώς, από το θέμα των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Τα δημοσιονομικά επιχειρήματα στη διαπραγμάτευση του Σεπτεμβρίου συνδέονται και με τα αποτελέσματα της εκτέλεσης του προϋπολογισμού στο εννεάμηνο, τα οποία θα ενσωματώνουν και τους θερινούς – τουριστικούς μήνες αλλά και το πρώτο δίμηνο της νέας κυβέρνησης.

Στόχος είναι να αποδειχτεί ότι δεν υπάρχει η δημοσιονομική τρύπα που έβλεπαν οι θεσμοί κατά την τρίτη αξιολόγηση. Στο αναπτυξιακό πεδίο οι θεσμοί περιμένουν να δουν σημαντικό έργο στο πεδίο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της απομείωσης των κόκκινων δανείων ώστε να καλυφθούν όλες οι καθυστερήσεις της τρίτης αξιολόγησης αλλά και οι στόχοι του Σεπτεμβρίου.

Προς το παρόν, πρόθεση είναι να υπάρξει μια γρήγορη ολοκλήρωση της αξιολόγησης από την παρούσα δομή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Και τούτο ώστε να υπάρξει ένας θετικός μοχλός πίεσης σε επίπεδο Euroworking Group (EwG) και Eurogroup, δηλαδή σε επίπεδο υπουργών Οικονομικών. Το πρώτο crash test θα γίνει στο EwG της 5ης Σεπτεμβρίου, στο οποίο αναμένεται να φανούν και οι προθέσεις των υπουργών Οικονομικών αναφορικά με τη νέα κυβέρνηση.

Η εν λόγω σύνοδος θα προετοιμάσει το Eurogroup του Σεπτεμβρίου, το οποίο θα λάβει χώρα στον απόηχο της ΔΕΘ και θα δώσει ουσιαστικά την «εντολή» στα κλιμάκια των θεσμών, τα οποία θα κατέβουν στην Αθήνα αμέσως μετά.

Οσον αφορά στα φορολογικά μέτρα τα οποία επιθυμεί να ενσωματώσει η κυβέρνηση, αυτά είναι η δεύτερη δόση της μείωσης του ΕΝΦΙΑ αλλά και η σταδιακή μείωση φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Πώς θα ξεκλειδώσουν οι φοροελαφρύνσεις

Η κυβέρνηση, δείχνοντας να έχει ξεπεράσει τον σκόπελο των δανειστών για φέτος, αφού η δημοσιονομική τρύπα που έβλεπαν οι Βρυξέλλες για το 2019 έχει κλείσει, βάζει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές ένα σχέδιο έμμεσης μείωσης του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος από το 3,5% του ΑΕΠ ακόμη και στον προϋπολογισμό του 2020.

Ωστόσο, τις τελευταίες μέρες έχει βάλει στο τραπέζι και το σενάριο του συνυπολογισμού των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα ANFAs και τα SMPs στον μνημονιακό ορισμό του πρωτογενούς πλεονάσματος. Αν αυτό συμβεί, αυτομάτως θα δημιουργηθεί ένας δημοσιονομικός χώρος 1,2 δισ. ευρώ, που θα επιτρέψει τη χρηματοδότηση των μέτρων φορολογικής ελάφρυνσης.

Το παζάρι στο παρασκήνιο μεταξύ Αθήνας και Βρυξελλών για το δεύτερο μεγάλο φορολογικό νομοσχέδιο του φθινοπώρου βρίσκεται σε εξέλιξη και αναμένεται να κορυφωθεί τον ερχόμενο μήνα, με την επιστροφή των επικεφαλής των θεσμών στην Αθήνα για την τέταρτη αξιολόγηση, στο πλαίσιο της ενισχυμένης μεταμνημονιακής εποπτείας.

Οι θεσμοί ρίχνουν πλέον όλο το βάρος στον προϋπολογισμό του 2020, που εκτιμάται ότι μπορεί να αποδειχτεί καθοριστικός και για τη μεγάλη μάχη ως προς τη μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Οι δανειστές είναι πρόθυμοι να συζητήσουν τις ελαφρύνσεις φόρων, αρκεί να «βγαίνουν» οι αριθμοί, όπως χαρακτηριστικά διαμηνύουν.

Οι πέντε κινήσεις

Για να βγει ο λογαριασμός του επόμενου έτους, να επιτευχθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ και παράλληλα να συμφωνήσουν οι θεσμοί στο μεγάλο πακέτο με τις μειώσεις φόρων που ετοιμάζει η κυβέρνηση, το υπουργείο Οικονομικών έχει αρχίσει να καταστρώνει τη διαπραγματευτική του γραμμή, δίνοντας βάρος σε πέντε κινήσεις:

  • Εξετάζεται τα έσοδα που θα έχει η Ελλάδα από την επιστροφή των κερδών που θα έχουν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι άλλες κεντρικές τράπεζες από τα ελληνικά ομόλογα (ANFAs, SNPs), τα οποία εντάχθηκαν στη συμφωνία για το χρέος τον περασμένο Ιούνιο, να προσμετρηθούν για την κάλυψη του πλεονάσματος και, μάλιστα, με έναν τρόπο που θα περνούν μέσω του ΕΣΠΑ, βοηθώντας και την ανάπτυξη.

Μια τέτοια αλλαγή των όρων σημαίνει ότι αυτόματα εξασφαλίζεται πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος 1,2 δισ. ευρώ κάθε έτος έως και το 2022, διευκολύνοντας σημαντικά την άσκηση οικονομικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια.

  • Σχεδιάζεται η αλλαγή της μεθοδολογίας στη μέτρηση και των εσόδων από αποκρατικοποιήσεις στον υπολογισμό του πρωτογενούς πλεονάσματος, κάτι που θα δώσει επιπλέον δημοσιονομικό χώρο από 300 εκατ. έως και 600 εκατ. ευρώ, ανάλογα με τα έσοδα κάθε χρονιάς.
  • Στο Euroworking Group της 5ης Σεπτεμβρίου το υπουργείο Οικονομικών αναμένεται να καταθέσει το επίσημο αίτημα για την πρόωρη αποπληρωμή των ακριβών δανείων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
  • Αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου των έντοκων γραμματίων με φθηνότερες εκδόσεις μεγαλύτερης διάρκειας και χαμηλότερου κόστους.
  • Προώθηση των δύο σχεδίων για τα κόκκινα δάνεια. Σε πρώτη φάση θα «τρέξει» το σχέδιο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Τα πράγματα θα κινηθούν με διαδικασίες fast track σε ό,τι αφορά στο σχέδιο του ΤΧΣ, το οποίο αναμένεται, εκτός απροόπτου, να υιοθετηθεί τον Σεπτέμβριο.

Νέα έκθεση για το χρέος

Η μείωση του κόστους δανεισμού του Δημοσίου επηρεάζει τη διαπραγμάτευση κι αυτό αναπόφευκτα περιλαμβάνεται στην ανάλυση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Μια ματιά στις αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων από τον Ιούνιο του 2018, όταν κλείδωσαν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, σφραγίζοντας παράλληλα τις δεσμεύσεις για πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως και το 2022, δείχνει ότι τα δεδομένα στην ανάλυση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους έχουν αλλάξει άρδην.

Τον Ιούνιο του 2018 η μέση απόδοση του δεκαετούς τίτλου ήταν 4,383%. Με εξαίρεση τον Ιούλιο του 2018, οπότε υποχώρησε στο 3,887%, όλους τους επόμενους μήνες έως και τον Ιανουάριο του 2019 (4,206%) παρέμεινε πάνω από το όριο του 4%. Στη συνέχεια, με διακυμάνσεις άρχισε η καθοδική πορεία και ο Ιούλιος του 2019 έκλεισε με μέση απόδοση για το ελληνικό δεκαετές στο 2,15%.

Το κόστος δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου έχει υποχωρήσει στο μισό και ακριβώς αυτό το στοιχείο σχεδιάζει να αξιοποιήσει η κυβέρνηση προκειμένου να ανοίξει τη διαπραγμάτευση για τη μείωση των στόχων επί των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Στέλιος Πέτσας, διευκρίνισε ότι «η βελτίωση του κόστους δανεισμού της Ελλάδας από τις αγορές επηρεάζει θετικά την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους. Και αυτό είναι ένα στοιχείο που ενισχύει τα επιχειρήματά μας για μείωση των στόχων ως προς το πρωτογενές πλεόνασμα σε επίπεδα κάτω του 3,5% του ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια».

Στην τελευταία επικαιροποίηση του DSA (ανάλυση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους), τον περασμένο Ιούνιο, η Κομισιόν στεκόταν στο ενδεχόμενο απώλειας των στόχων πρωτογενών πλεονασμάτων για να αναδείξει τις επιπτώσεις στη βιωσιμότητα του χρέους. Εκτιμούσε τότε ότι τυχόν απώλεια των στόχων πρωτογενών πλεονασμάτων κατά 1 μονάδα έναντι της δέσμευσης για 3,5% του ΑΕΠ από το 2019 έως το 2022 θα μπορούσε να οδηγήσει, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη αλλαγές στις υπόλοιπες παραδοχές, σε εκρηκτική διόγκωση του δημόσιου χρέους κατά 25 μονάδες ως προς το ΑΕΠ το 2060.

Το ερώτημα είναι εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αξιολογήσει ως πρόσκαιρη τη βελτίωση των αποδόσεων των ελληνικών τίτλων ή θα προσδώσει σε αυτή μακροπρόθεσμα χαρακτηριστικά. Κι αυτό δεδομένου ότι οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε φάση ύφεσης τα επόμενα χρόνια, με τον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ – Κίνας – ΕΕ να αλλάζει άρδην το τοπίο στη διεθνή οικονομία, κάτι που δεν μπορεί να αφήσει έξω την Ελλάδα.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο φύλλο 114 της «Νέας Σελίδας» που κυκλοφόρησε την Κυριακή 11 Αυγούστου.

Διαβάστε επίσης στη Νέα Σελίδα: Ατσάλινη συμμαχία: Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ, ΗΠΑ απομονώνουν την Τουρκία