Δημήτρης Παπαδημούλης στη «Νέα Σελίδα»: Με σχέδιο θα πετύχουμε άλλη μια τετραετία Τσίπρα

10
Plenary session in Strasbourg - Week 48 2014 - Debate on the Commission's Jobs, Growth and Investment package

Την εκτίμηση ότι το 2018 θα είναι «χρονιά-σταθμός» για την οικονομία και την έξοδο από τα μνημόνια διατυπώνει στη «Νέα Σελίδα» ο αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Δημήτρης Παπαδημούλης, προσθέτοντας την εκτίμηση ότι μια νέα τετραετία Τσίπρα είναι απολύτως δυνατή.

Ο επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ διαπιστώνει αποδυνάμωση του δόγματος Σόιμπλε και της μονομερούς λιτότητας στην Ευρώπη, ενώ αναφερόμενος στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό καλεί την ηγεσία του Κινήματος Αλλαγής να εγκαταλείψει την αντιΣΥΡΙΖΑ ρητορική.

Ποια εκτιμάτε ότι θα είναι η στάση της Γερμανίας ως προς τη μεταρρύθμιση της ΕΕ; Θα είναι ενισχυμένη η επιρροή του SPD και του Μακρόν ή θα διατηρηθεί η ουσία της πολιτικής Σόιμπλε;

Η καθυστέρηση στη συγκρότηση κυβέρνησης στη Γερμανία επηρεάζει την ίδια τη χώρα, αλλά επιδρά σημαντικά και στις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ωστόσο, ο κύκλος της δογματικά μονομερούς λιτότητας και της προσήλωσης στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές του δόγματος Σόιμπλε φαίνεται ότι αποδυναμώνεται και εντείνεται η πίεση για τη χάραξη πολιτικών υπέρ της ανάπτυξης, της συνοχής αλλά και της εμβάθυνσης της ενοποίησης.

Υπό την πίεση των προτάσεων της Γαλλίας, καθώς και πρωτοβουλιών όπως η Σύνοδος των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου, ο ρόλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, αλλά και της Αριστεράς και των Πρασίνων από θέση αντιπολίτευσης, είναι σημαντικός. Η ηγεσία Σουλτς οφείλει να είναι διεκδικητική και να πιέσει προς αυτή την κατεύθυνση, εξασφαλίζοντας τα μέγιστα δυνατά ανταλλάγματα για τον σχηματισμό της κυβέρνησης. Η δημιουργία ενός νέου «μεγάλου συνασπισμού» καλείται να προωθήσει με αποτελεσματικότητα συγκεκριμένες προτάσεις για την τόνωση της εσωτερικής ζήτησης και των επενδύσεων εντός της Γερμανίας και βήματα ανάπτυξης, συνοχής, εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης και ενίσχυσης της δημοκρατικής λογοδοσίας. Μόνο αν η Ευρωπαϊκή Ενωση αρχίσει να αλλάζει προς αυτή την κατεύθυνση και με τη συμβολή της Γερμανίας μπορεί να έχει ένα ευοίωνο μέλλον για τους πολίτες της.

Τι μπορεί να διεκδικήσει, ρεαλιστικά, η ευρωπαϊκή Αριστερά για την επόμενη μέρα της Ευρώπης;

Το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν καταθέσει ήδη συγκεκριμένες προτάσεις για την ενίσχυση της δημοκρατικής λογοδοσίας και της διαφάνειας, των πολιτικών δίκαιης ανάπτυξης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, της διαχείρισης του δημόσιου χρέους και της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, προτάσεις για αλλαγές στην αρχιτεκτονική και το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο στην Ευρωζώνη. Ενα σημαντικό μέρος των προτάσεων αυτών αποτελεί ήδη το αντικείμενο διαλόγου που έχει ξεκινήσει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Οι θέσεις αυτές, όσο πιο συγκεκριμένες γίνονται, βρίσκουν ευήκοα ώτα τόσο σε ένα σημαντικό κομμάτι των Σοσιαλιστών, που μπαίνουν σε μια φάση αναστοχασμού, όσο και στους Πρασίνους. Πυκνώνουν παράλληλα οι διαδικασίες τόσο μέσα από την Προοδευτική Συμμαχία (Progressive Caucus) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τη συμμετοχή ευρωβουλευτών από την Αριστερά, τους Σοσιαλιστές και τους Πρασίνους, όσο και εντός του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Τους επόμενους μήνες οι πρωτοβουλίες αυτές θα πρέπει να επιταχυνθούν και να ενισχυθούν, με στόχο την έγκαιρη προετοιμασία για τις ευρωεκλογές του 2019, ώστε να δημιουργηθούν συμμαχίες και συσχετισμοί ικανοί να δώσουν «χώρο» για την προώθηση και την εφαρμογή προοδευτικών πολιτικών.

Στο Σκοπιανό ο πρωθυπουργός μίλησε για «παράθυρο ευκαιρίας» για λύση. Ποια είναι η άποψή σας;

Υπάρχει πράγματι αυτή τη στιγμή ένα «παράθυρο ευκαιρίας» και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για κοινά αποδεκτή λύση στην ονομασία της ΠΓΔΜ το αμέσως επόμενο διάστημα. Η κυβέρνηση Τσίπρα, εκμεταλλευόμενη το θετικό κλίμα στη γειτονική χώρα με τη κυβέρνηση Ζάεφ, εντείνει τις προσπάθειές της για την αναζήτηση μιας κοινά αποδεκτής λύσης έπειτα από 25 χρόνια επιζήμιας εμπλοκής. Η οριστική επίλυση του ζητήματος θα ενισχύσει τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή, όπως και τον ρόλο της Ελλάδας ως πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας στα Βαλκάνια, ενώ θα διευκολύνει την ευρωπαϊκή πορεία των Δυτικών Βαλκανίων και θα ενισχύσει σημαντικά την οικονομία μας, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα, καθώς και της ευρύτερης περιοχής. Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική κυβέρνηση θα επιδιώξει τη μέγιστη δυνατή συναίνεση, με υπεύθυνη στάση στα εθνικά ζητήματα, κόντρα στη μικροπολιτική, τις παλινωδίες, τις εσωτερικές κόντρες και τα «καπετανάτα» της ΝΔ.

Θα είναι βατός ο δρόμος για την «καθαρή έξοδο» το καλοκαίρι;

Το 2018 πιστεύω ότι μπορεί να είναι μια «χρονιά-σταθμός» στην πορεία για την ανάκαμψη της χώρας, την έξοδο από τα μνημόνια και την επιτάχυνση των πρωτοβουλιών για την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας. Γι’ αυτό και η ελληνική κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ καλούνται να σχεδιάσουν από τώρα την «επόμενη μέρα» και το εθνικό σχέδιο για την περίοδο 2019-2023. Τα θετικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας, η επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί, οι δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων και ειδικών, η πορεία των επιτοκίων για τα ελληνικά ομόλογα και τα δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου σηματοδοτούν τη σταδιακή είσοδο σε μια νέα, θετικότερη πορεία για τη χώρα.

Τίποτα όμως δεν είναι κλειδωμένο στον αυτόματο πιλότο. Δεν χωρούν αυταρέσκεια και επανάπαυση. Το μεγάλο στοίχημα για τη χώρα και, φυσικά, για την ελληνική κυβέρνηση είναι να συνεχίσει τη μεγάλη προσπάθεια για ισχυρότερη ανάπτυξη και ταχύτερη μείωση της ανεργίας, να εξορθολογήσει τη φορολογία και να ενισχύσει βήμα βήμα το κοινωνικό κράτος, να προχωρήσει στη συγκρότηση και την εφαρμογή ενός ελληνικού πολυετούς αναπτυξιακού σχεδίου για τη μεταμνημονιακή Ελλάδα, στηριγμένου σε σταθερό έδαφος, με υγιή δημόσια οικονομικά. Με αυτό τον σχεδιασμό και τη συνεπή, αποτελεσματική υλοποίησή του εκτιμώ ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει και να πετύχει μια ακόμη τετραετία με κυβέρνηση Τσίπρα.

Ποιος πρέπει να είναι ο πολιτικός σχεδιασμός της κυβέρνησης; Πρέπει να εξαντληθεί η τετραετία;

Η χώρα χρειάζεται σταθερότητα, σχέδιο και χρόνο για να μπει η ανάκαμψη σε μακροχρόνια και σταθερή τροχιά. Και αυτό σημαίνει εκλογές στο τέλος της τετραετίας. Ζητούμενο είναι να αποφευχθούν όλα εκείνα τα λάθη των κυβερνήσεων ΝΔ – ΠΑΣΟΚ που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία και τα μνημόνια. Να μην «χαλαρώσουμε» και επαναπαυτούμε. Αντίθετα, να συνεχίσουμε με μεταρρυθμιστικές τομές που ενδυναμώνουν την ανάπτυξη και την εξωστρέφεια της οικονομίας και το κοινωνικό κράτος, και επιταχύνουν τη μετάβαση από τη διαχείριση της κρίσης στην εφαρμογή μιας προοδευτικής πολιτικής με έντονο «κοινωνικό πρόσημο».

Και μετά την έξοδο από το μνημόνιο, τι;

Μετά τον Αύγουστο του 2018 θα είμαστε εκτός μνημονίων αλλά και υπό την εποπτεία των κανόνων που ισχύουν στην Ευρωζώνη για όλα τα κράτη-μέλη, συν τις προβλέψεις των κανονισμών 472 και 473, που ισχύουν ήδη και εφαρμόζονται για τις χώρες που ήταν σε μνημόνιο και βγήκαν από αυτό – αναφέρομαι σε Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρο. Ωστόσο, ο βαθμός ελευθερίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής μεγαλώνει σημαντικά και πρέπει να τον αξιοποιήσουμε με σοβαρότητα και αναπτυξιακό σχέδιο.
Κεντρικοί επίσης στόχοι είναι η καταπολέμηση της ανεργίας, η αύξηση των μακροχρόνιων επενδύσεων, ο εκσυγχρονισμός και η ισχυροποίηση της δημόσιας διοίκησης, η επάνοδος των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η ενίσχυση της νομιμότητας και η καταπολέμηση της μεγάλης «πληγής» της φοροδιαφυγής. Το τελευταίο το προωθούμε και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στο πλαίσιο του διαλόγου που έχουμε ανοίξει με τις προοδευτικές δυνάμεις, καθώς και της αναγνώρισης ότι η Ελλάδα θέλει και μπορεί να παίξει θετικό ρόλο στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών πολιτικών.

Έχετε ταχθεί υπέρ της αναζήτησης πολιτικής συνεννόησης. Βλέπουμε, ωστόσο, ότι η πολιτική πόλωση κλιμακώνεται…

Η χώρα χρειάζεται ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση, σε ήπιο πολιτικό κλίμα, για το πώς θα οικοδομήσουμε τη μεταμνημονιακή Ελλάδα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δε κάθε συμφέρον να πρωτοστατήσει σε αυτή την προσπάθεια, κόντρα στην καταστροφολογία και τον μηδενισμό. Δυστυχώς, η ΝΔ και τμήμα του ΠΑΣΟΚ, σε συνδυασμό με συγκριμένα ΜΜΕ, τροφοδοτούν διαρκώς μια μηδενιστική προσέγγιση, καλλιεργούν κλίμα καταστροφολογίας, αναπαράγουν ψευδείς ειδήσεις, προσπαθώντας να δημιουργήσουν τεχνητές δήθεν κρίσεις για να πλήξουν την κυβέρνηση. Οι Ελληνες πολίτες όμως, η πλειοψηφία των οποίων έχει πληγεί από τις πολιτικές λιτότητας και την απέραντη σπατάλη, τα σκάνδαλα και την κακοδιοίκηση των προηγούμενων κυβερνήσεων, εκτιμώ ότι αντιλαμβάνονται πλήρως στην πλειονότητά τους πώς ακριβώς λειτουργούσε και λειτουργεί ένα συγκεκριμένο σύστημα συμφερόντων. Είναι το ίδιο σύστημα που ακόμα και σήμερα αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη της χώρας και την επιστροφή της στη δημοκρατική ομαλότητα και την οικονομική κανονικότητα.

Παρά το γεγονός ότι η διχαστική ρητορική ενισχύεται καθημερινά από συγκεκριμένα πολιτικά, επιχειρηματικά και μιντιακά κέντρα, η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ, πιστοί στις δημοκρατικές και προοδευτικές τους παραδόσεις, συνεχίζουν να επιδιώκουν «χώρους» διαλόγου και σύμπλευσης με πολιτικές δυνάμεις, προσωπικότητες, κινήματα και συλλογικότητες που θέλουν να συμβάλουν στην οικοδόμηση της μεταμνημονιακής Ελλάδας, μακριά απ’ όλα όσα μας οδήγησαν στη χρεοκοπία και στο χείλος του γκρεμού.

Βλέπετε δυνατότητες σύγκλισης του ΣΥΡΙΖΑ με την Κεντροαριστερά μετεκλογικά, με δεδομένη και την επιθετική ρητορική του ενιαίου φορέα κατά της κυβέρνησης;

Η ηγεσία του «νέου φορέα» στην Ελλάδα οφείλει να εγκαταλείψει την αντιΣΥΡΙΖΑ υστερία και εμμονή και να ξαναθυμηθεί το ιδρυτικό πολιτικό, ιδεολογικό και προγραμματικό της πλαίσιο. Η πολιτική των «ίσων αποστάσεων» δεν οδηγεί πουθενά. Το αντίθετο, θα έλεγα ότι ενισχύει την αντίληψη ότι η Κεντροαριστερά και κυρίως το ΠΑΣΟΚ αποτελούν «ουρά» της ΝΔ. Η Κεντροαριστερά στην Ελλάδα δεν μπορεί να είναι και να συμπεριφέρεται ως αντι-Αριστερά, σε πλήρη αναντιστοιχία με τη στάση των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και την ελληνική κυβέρνηση.

Σε αρκετά κράτη-μέλη της ΕΕ ένα σημαντικό κομμάτι της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, ύστερα από συνεχείς εκλογικές ήττες λόγω της εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας, αρχίζει πλέον να αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να δημιουργηθούν προοδευτικότεροι συσχετισμοί που θα φέρουν τη δίκαιη ανάπτυξη στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου. Η Πορτογαλία αλλά και το βρετανικό Εργατικό Κόμμα υπό τον Κόρμπιν αποτελούν τέτοια χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές καλούν τον πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα, στις προπαρασκευαστικές συνεδριάσεις τους, αναγνωρίζοντας τη συμβολή της κυβέρνησης τόσο στον τερματισμό της ελληνικής κρίσης όσο και στην προσπάθεια ανατροπής των δυσμενών πολιτικών συσχετισμών στην ΕΕ. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί κεντρικό πυλώνα του αριστερού, προοδευτικού και κεντροαριστερού χώρου στην Ελλάδα. Αυτό έχει γίνει απολύτως αντιληπτό στην Ευρώπη. Αργά ή γρήγορα, θα γίνει αντιληπτό απ’ όλες και όλους και στην Ελλάδα. Οσο γρηγορότερα τόσο το καλύτερο.