Ελληνοτουρκικές σχέσεις: Απαιτείται προετοιμασία για τη διαχείριση κρίσης

Οι ενεργειακές εξελίξεις, οι θαλάσσιες ζώνες και οι συνεχείς κινήσεις της Άγκυρας βάσει της ισχύoς της και όχι του διεθνούς δικαίου



27 Αυγούστου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 3:55 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 4:12 μμ


Η ορθή κατανόηση των συμφερόντων, επιδιώξεων και ανησυχιών της άλλης πλευράς αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική διαχείριση μιας κρίσης και την προστασία των εθνικών μας συμφερόντων. Η πάγια θέση της Τουρκίας είναι ότι το μέγεθος και η ισχύς μιας χώρας βαραίνουν περισσότερο από το διεθνές δίκαιο και τη γεωγραφική θέση. Για πολλά χρόνια κινείται στο Αιγαίο με βάση αυτή τη λογική, προσπαθώντας να επιβάλλει την άποψη ότι, ανεξαρτήτως της ύπαρξης μεγάλου αριθμού ελληνικών νησιών, από πλευράς υφαλοκρηπίδας το Αιγαίο πρέπει να χωριστεί στη μέση. Η έλλειψη τεχνικών μέσων, οι περιορισμένες προοπτικές ανακάλυψης σημαντικών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων και, κυρίως, η ισορροπία στρατιωτικών δυνάμεων συνέβαλαν στο να μην έχουμε μέχρι σήμερα πιο ακραίες τουρκικές κινήσεις αμφισβήτησης σε αυτή την περιοχή (ανησυχητικός ο συνδυασμός αλαζονείας και ανασφάλειας που εκπήγαζε από την άσκηση Γαλάζια Πατρίδα και τη συναφή γεωπολιτική έννοια).

του Δρ. Θάνου Π. Ντόκου*

Στην Ανατολική Μεσόγειο όμως το διακύβευμα για την Τουρκία είναι σημαντικότερο, το περιβάλλον ασφαλείας διαφορετικό και η Άγκυρα έχει επενδύσει σημαντικά ποσά στην απόκτηση εξειδικευμένων πλοίων για θαλάσσιες έρευνες και γεωτρήσεις, τα οποία και προτίθεται να χρησιμοποιήσει. Στην περιοχή αυτή, λοιπόν, η Τουρκία θεωρεί ότι απειλείται με αποδυνάμωση των διεκδικήσεών της, μερική απώλεια του ρόλου της ως κεντρικού ενεργειακού κόμβου και γεωπολιτική περιθωριοποίηση σε μια περιοχή υψηλής αξίας για τα τουρκικά συμφέροντα (βλέπε και απόψεις Νταβούτογλου για σημασία Κύπρου και Ανατολικής Μεσογείου για Τουρκία). Οι θετικές προοπτικές γεωγραφικής διεύρυνσης και περαιτέρω εμβάθυνσης των τριγωνικών συνεργασιών (Ελλάδα και Κύπρος με Ισραήλ και Αίγυπτο αντίστοιχα, με αυξανόμενο αμερικανικό, αλλά ενδεχομένως και γαλλικό ενδιαφέρον) ενισχύουν περαιτέρω την τουρκική αίσθηση απομόνωσης, ενώ οι νέες ενεργειακές ανακαλύψεις μεγεθύνουν το διακύβευμα από ενεργειακής και γεωπολιτικής άποψης. Τα ανακαλυφθέντα κοιτάσματα δεν αποτελούν ακόμη κρίσιμη μάζα (game changer), αλλά οι προοπτικές για πρόσθετες ανακαλύψεις είναι μάλλον καλές.
Επιλογές για τη μεταφορά του αερίου

Πλέον των γεωτρήσεων και εξορύξεων, σημαντικό θέμα είναι και η μεταφορά του φυσικού αερίου στις αγορές. Εδώ υπάρχουν τέσσερις επιλογές: 1) αγωγός EastMed μέσω Κρήτης και ηπειρωτικής Ελλάδας (διαχειρίσιμες τεχνικές δυσκολίες, αλλά υψηλό κόστος εξόρυξης φυσικού αερίου και κατασκευής αγωγού, το οποίο καλύπτουν οι εταιρείες και όχι τα κράτη, και ανεπαρκείς -προς το παρόν- ποσότητες, 2) αγωγός προς την Τουρκία (πολιτικά απαγορευτική επιλογή, εκτός αν υπάρξει λύση στο Κυπριακό, κάτι, πάντως, που δεν διαφαίνεται, 3) υγροποίηση φυσικού αερίου στις αιγυπτιακές εγκαταστάσεις στην Νταμιέτα και το Ιντκού (η καλύτερη λύση για τις εταιρείες με τα σημερινά δεδομένα και 4) κατασκευή μονάδας υγροποίησης στην Κύπρο (όχι επαρκείς ποσότητες). Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι πρόκειται να πραγματοποιηθούν έρευνες και στον ελλαδικό χώρο με ενδιαφέρουσες προοπτικές.

Στις τουρκικές επιδιώξεις περιλαμβάνονται πρωτίστως το πάγωμα των προσπαθειών περαιτέρω εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων από την Κύπρο, η κατοχύρωση μελλοντικής συμμετοχής στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων (αν και δεν είναι σαφές πως θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο χωρίς οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών με Κύπρο και Ελλάδα), η ενίσχυση του τουρκικού ρόλου ως ενεργειακού κόμβου μέσω της κατασκευής αγωγού από τα ισραηλινά κοιτάσματα προς την Τουρκία, η υπονόμευση «εχθρικών προς την Τουρκία» περιφερειακών συνεργασιών της Λευκωσίας και η αποφυγή οποιασδήποτε οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών της Ελλάδας με όμορα κράτη στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Τουρκία θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της για να διαταράξει την «κανονικότητα» στην Κυπριακή ΑΟΖ. Έχει υιοθετήσει μια απίστευτα μαξιμαλιστική θέση όσον αφορά στις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, ουσιαστικά σβήνοντας από τον χάρτη, όχι μόνο το Καστελόριζο (με τις όποιες γεωγραφικές ιδιαιτερότητες), αλλά και Κύπρο, Κρήτη, Ρόδο και Κάρπαθο όσον αφορά στην επήρειά τους στη διεκδίκηση θαλάσσιων ζωνών (ωστόσο, και οι δικές μας προσδοκίες θα πρέπει να είναι σχετικά ρεαλιστικές όσον αφορά στην επήρεια ελληνικών νησιών με βάση ανάλογες αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων). Δεν θα «ενοχλήσει» αμερικανικών συμφερόντων πλοία και δυσκολεύεται να προκαλέσει θερμό επεισόδιο με την Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς η τελευταία δεν διαθέτει αεροναυτικές δυνάμεις. Θα προσπαθήσει όμως να δημιουργήσει τετελεσμένα μέσω της πραγματοποίησης των δικών της γεωτρήσεων (ακόμα κι αν αυτές δεν είναι ολοκληρωμένες από τεχνικής πλευράς). Και στο παρασκήνιο θα διαπραγματευτεί ανταλλάγματα με διάφορες εμπλεκόμενες πλευρές, και κυρίως με τις ΗΠΑ, με τις οποίες υπάρχουν πολλά και σημαντικά ανοιχτά ζητήματα και διαφορές.

Η θέση της Αθήνας

Από ελληνικής πλευράς, απαιτείται μια προσεκτικά επεξεργασμένη πολιτική θαλάσσιων ζωνών και ενεργειακών σχεδιασμών στο πλαίσιο μιας ευρύτερης πολιτικής διαχείρισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων και του περιφερειακού ρόλου στην Ανατολική Μεσόγειο. Μια τέτοια πολιτική θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον συσχετισμό ισχύος, το ευμετάβλητο των θέσεων των μεγάλων δυνάμεων και τα πλεονεκτήματα των καταστάσεων αμοιβαίου οφέλους (win win) σε σχέση με αυτές μηδενικού αθροίσματος.

Επίσης, αν και δεν είναι το πιθανότερο σενάριο, ενδέχεται η Άγκυρα να εξετάζει ανάλογες δραστηριότητες σε περιοχές πλησίον του Καστελόριζου, τις οποίες η Ελλάδα θεωρεί τμήμα της ελληνικής ΑΟΖ. Κι ενώ η αντίδραση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι κατ’ ανάγκην διπλωματικής φύσης, οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση δύσκολα θα μπορούσε να αγνοήσει μια τέτοια τουρκική κίνηση. Και η Ελλάδα έχει και άλλους τρόπους αντίδρασης, παρά το γεγονός ότι θα προτιμούσε να αποφύγει την κλιμάκωση.

Άρα, οφείλουμε να είμαστε προετοιμασμένοι για τη διαχείριση πιθανής κρίσης κι εδώ οι αναγκαίες κινήσεις είναι πολύ συγκεκριμένες: ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας και αποστολή ξεκάθαρων μηνυμάτων, περιορισμός δημόσιων δηλώσεων, αξιοποίηση διαφόρων «εργαλείων» εξωτερικής πολιτικής (συνδιαμόρφωση οποιασδήποτε νέας σχέσης μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας, στρατηγική συνεργασία με ΗΠΑ, περιφερειακές συμμαχίες, αν και σε όλους αυτούς τους τομείς οι προσδοκίες μας οφείλουν να είναι απόλυτα ρεαλιστικές), έξυπνες κινήσεις στον ενεργειακό τομέα, διατήρηση αποτρεπτικής ικανότητας (ζήτημα υψηλής προτεραιότητας) και επεξεργασία μιας ρεαλιστικής μεσομακροπρόθεσμης στρατηγικής για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Ο κεντρικός στόχος θα πρέπει να είναι η διατήρηση επαρκούς αποτρεπτικής ικανότητας μέσω μιας αναθεωρημένης αμυντικής πολιτικής, η συγκέντρωση διπλωματικού κεφαλαίου και η βέλτιστη προετοιμασία για μια διπλωματική διευθέτηση -μέσω προσφυγής σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο- σε χρόνο και με τρόπο που θα κατοχυρώνουν τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα.

* Γενικού Διευθυντή στο Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 408 του περιοδικού «Επίκαιρα» που κυκλοφόρησε στις 3 Αυγούστου 2019.

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»: Η διπλή «επιτυχία» της τουρκικής κατοχής