364 και μία, στραβάδια, απολύθηκα

Αποδόμησε τις στριγκλιές του μικροαστισμού, του φόβου και της ήττας, αφηγούμενος προφητικά τραγούδια με μια φωνή άρτια, ερωτεύσιμη, αισθαντική. Φωνή που μαρτυρούσε τη σχεδόν εξόφθαλμη ευαισθησία, μελαγχολία και μοναχικότητά του



14 Ιανουαρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 12:58 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 2:09 πμ


Της Χρύσας Φωτοπούλου

Κανένας οριστικός θάνατος δεν έχει τη δύναμη να τραβήξει μαζί του σε υπόγεια κρύπτη όλα όσα συνθέτουν τον άνθρωπο. Τη φωνή, το χάρισμα, το ελάττωμα, τη ζεστή αφή, ένα τέλειο ιδιωτικό καλοκαίρι, μια ένδοξη στιγμή πρωτείου.

Σήμερα συμπληρώνεται ακριβώς ένας χρόνος από τον θάνατο του Τζίμη Πανούση. Θάνατος και όχι μετοίκηση ή φευγιό ή αποδημία, μια και για τον Πανούση μιλάμε, που είναι ικανός ακόμη και για μεταφυσικό trolling.

Ποιος ήταν – για όσους πέρσι ήταν ανήλικοι ενός άλλου σκηνικού κόσμου και από φέτος ψάχνουν έρεισμα για να στηρίξουν την απείθειά τους; Το «τραγουδοποιός και ηθοποιός, γνωστός για τη σάτιρα και τον καυστικό και αθυρόστομο στίχο του» είναι πολύ λίγο μπροστά στους χειροποίητους εκρηκτικούς μηχανισμούς του Τζιμάκου κάθε φορά που έλειπε ο υγιής επίλογος ή η γλώσσα των σοβαρών ανθρώπων, εκείνων που βρίζουν χωρίς να κλονίζονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους.

Ηταν ιδιοφυής. Πρόδρομος των τρολ και της δηκτικής σάτιρας, όπως ανθεί στις μέρες μας στα social media. Με λεκτική οικονομία και ιλιγγιώδη ταχύτητα. Οι εμφανίσεις του στη μικρή και τη μεγάλη οθόνη αλλά κυρίως στις μουσικές σκηνές καθιέρωσαν μια αλλιώτικη ανθρώπινη παρουσία μέσα στο αθώο και δοτικό πλήθος, που μπορούσε να ανατινάξει την ανέραστη σιγή, έχοντας με το μέρος της την τύχη του εξεγερμένου.

Ο Τζίμης Πανούσης αποδόμησε τις στριγκλιές του μικροαστισμού, του φόβου και της ήττας, αφηγούμενος προφητικά τραγούδια με μια φωνή άρτια, ερωτεύσιμη, αισθαντική. Φωνή που μαρτυρούσε τη σχεδόν εξόφθαλμη ευαισθησία, μελαγχολία και μοναχικότητά του. Μεγάλωσε χωρίς να αποχωριστεί ποτέ την εξωγήινη τρέλα του. Μαλλούρα, μούσι, μεταλιζέ κολάν, γλωσσόφιλα και αγάπες στην απέναντι όχθη του αδίστακτου νεοέλληνα, και τα ντισκοτσιφτετέλια να γίνονται σιωπή όσο ο Πανούσης αναμόχλευε τη θεία μητρική του γλώσσα.

Δεν την πάλεψε με το ανθρωπομάνι που -υστερόβουλα- ενηλικιωνόταν σε απόσταση αναπνοής από τον ίδιο. Δεν αφοσιώθηκε σε κανέναν και σε τίποτα που να έμοιαζε με στερεοτυπικό φρένο. Ηταν η φθοριούχα παρέμβαση με αξίνα πραγματικού κωμικού. Ηταν το κλειδί ενός κόσμου που θα μπορούσε να ζει με λιγότερα βάρη σεμνοτυφίας και υποχωρητικότητας, βολέματος και βλακείας. Η διαδρομή από τα ταμπούρια της εφηβείας, τους δρόμους της αμφισβήτησης, τους έρωτες στη δίνη του αμοιβαία τέλειου και τα βάθρα της αποδοχής μέχρι τις λειψές σφαίρες των άπορων εχθρών του και τα γαλήνια πλάνα στην Αντίπαρο έχει μια καθαρή αλήθεια που θα ζηλέψουν και οι αναδρομικοί της μεταμέλειας.

Δεν ήταν ο άνθρωπος ο «πού πάει και τα βρίσκει και τα λέει όλα αυτά, ρε παιδί μου». Ηταν εκείνος που η απουσία του πληρώνεται. Αυτή τη στιγμή είναι σε ισχύ η σπανιότητα των συγκλονιστικών παρεμβάσεων σε μια κοινωνία που ψάχνει να διορθώσει τη ραθυμία της με παυσίπονα. Είναι σίγουρο ότι θα ανακαλύπτεται πάντα στα συντρίμμια του κανόνα και της αφομοίωσης.

«Τώρα πια το ’χω μάθει καλά το παραμύθι της εξουσίας. Στις επόμενες εκλογές θα ψηφίσω τους άλλους». «Οι ρύποι της ατμόσφαιρας είναι τα αναβολικά του μικροαστού. Φοβού τους Δαναούς και ρύπους εισπνέοντας». Και θα νιώθουν όλοι οι επόμενοι ότι δεν υπάρχει χθες ούτε θάνατος ούτε συγκεκριμένη εποχή να κλείσει τον ζεστό πυρετό ενός ανθρώπου. Και θα οικειοποιηθούν τη φωνή του -εκείνη τη λυγμική φωνή στις μελοποιημένες λέξεις του Μιχάλη Κατσαρού- σαν να μην έχει αραιώσει ποτέ η παρουσία του. Εξάλλου, είπαμε, για τον Τζίμη Πανούση μιλάμε. Εναν τύπο που δεν μετάνιωσε για τίποτα.

Δημοσιεύθηκε στο φύλλο 84 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 13 Ιανουαρίου