Ανοίγει ο αρχαιολογικός χώρος των Αιγών

Ο «Παρθενώνας της Μακεδονίας» λειτουργούσε ως σύμβολο αίγλης και δύναμης της δυναστείας. Το κτιριακό σύμπλεγμα είχε έκταση περίπου 10.000 τ.μ. και θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες κατασκευές της κλασικής περιόδου



15 Ιουνίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 4:33 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 4:33 μμ


Του Βασίλη Ρούβαλη

Είναι ο «Παρθενώνας της Μακεδονίας», το σημείο αναφοράς για τον κόσμο του Φιλίππου του Β΄ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου: το ανάκτορο των Αιγών αποτελεί ένα νέο και πολυσήμαντο τοπόσημο στον αρχαιολογικό χάρτη. Πρόκειται για ένα αρχιτεκτονικό επίτευγμα που μέχρι πρότινος παρέμενε άγνωστο στο ευρύτερο αρχαιόφιλο κοινό. Τώρα πια όμως, μετά την επίσημη πρώτη ξενάγηση που οργανώθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού την περασμένη Κυριακή, δημιουργείται ένας ωραίος αρχαιολογικός προορισμός – και, μάλιστα, σε δύο χρόνια, οπότε και θα λειτουργήσει παράλληλα το κτίριο του μουσείου, θα γίνουν ακόμη περισσότερο αντιληπτές η εικόνα των Αιγών και η σημασία τους ως πόλης-λίκνο των αρχαίων Μακεδόνων.

Το ανάκτορο βρίσκεται σε δεσπόζουσα θέση πάνω σε λόφο στους πρόποδες των Πιερίων. Χρονολογείται μεταξύ 350 και 340 π.Χ. και σημασιοδοτείται στη βιβλιογραφία τόσο με τους γάμους της κόρης του βασιλιά Φιλίππου, Κλεοπάτρας, με τον Αλέξανδρο της Ηπείρου όσο και με το γεγονός της δολοφονίας του ίδιου και την ανακήρυξης του Αλεξάνδρου σε νέο βασιλέα των Μακεδόνων.

Την ξενάγηση – παρουσίαση του μνημειακού χώρου έκανε η αρχαιολόγος Αγγελική Κοτταρίδη, προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ημαθίας, προσελκύοντας τους παρευρισκόμενους αλλά κυρίως δίνοντας νοερά τη σκυτάλη για μια αντάξια συνέχεια στην προσέγγιση της πόλης και της αξίας της. Το ανάκτορο του Φιλίππου λειτουργούσε ως σημείο αναφοράς και προβολής της δύναμης της μακεδονικής δυναστείας. Ως κτιριακό σύμπλεγμα, το ανάκτορο είχε έκταση περίπου 10.000 τ.μ. Ηταν διώροφο, ενώ σε ό,τι αφορά στην αρχιτεκτονική του ταυτότητα φέρεται ως συνδυασμός του δωρικού και του ιωνικού ρυθμού, δημιουργώντας έτσι ομοιότητες με τον αθηναϊκό Παρθενώνα. Η αρχαιολογική μελέτη έχει αποφέρει εντυπωσιακά δεδομένα: αύλιοι χώροι και αίθουσες για μεγάλες συναθροίσεις, ανδρώνες και γυναικωνίτες με ψηφιδωτά δάπεδα (διατηρημένα σε καλή κατάσταση), χώροι συμποσίων, στοές και άλλα αρχιτεκτονικά μέρη.

Σύμφωνα με την αρχαιολόγο, το ανάκτορο επείχε θέση πολιτικής αγοράς αλλά υπήρξε επίσης επίκεντρο πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Θεωρείται δε μια από τις μεγαλύτερες κατασκευές της κλασικής περιόδου (τριπλάσιο ήδη από τον Παρθενώνα). Είναι πρωτοποριακό για τα δεδομένα της εποχής του και, παρόλο που δεν έχει ταυτοποιηθεί ως έργο του Πύθεου, πρόκειται για αρχιτεκτονικό έργο που δημιούργησε ένα αρχέτυπο για τα κατοπινά ελληνιστικά – μακεδονικά βασίλεια. Πριν από οτιδήποτε άλλο, υπήρξε ένα ηγεμονικό δημιούργημα, αντάξιο της φήμης και των προσδοκιών του Φιλίππου και της δυναστείας του. Δύο αιώνες αργότερα καταστράφηκε από τους Ρωμαίους, μαζί με την πόλη των Αιγών, οπότε και πέρασε στην οριστική αφάνεια.

Σύμφωνα με το οργανόγραμμα που έχει γνωστοποιηθεί για τον αρχαιολογικό χώρο, το ανάκτορο προβλέπεται να αναστηλωθεί πλήρως σε τέσσερα χρόνια.

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Τέχνη» στο φύλλο 53 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 10/6Βεργίνα