Είναι νέοι και αγαπούν τα ρεμπέτικα

Σε κουτούκι στον Χολαργό, ενώ τραγουδούσε η Ιουλία Καραπατάκη, πολύ φυσικά στάθηκε δίπλα της ένα οκτάχρονο κορίτσι και τραγούδησε μαζί της



6 Νοεμβρίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 3:46 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 3:46 μμ


Της Χρύσας Φωτοπούλου

Ολο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι ανακαλύπτουν το ρεμπέτικο τραγούδι. Αυτό είναι αλήθεια και δεν προσπερνιέται. Οι δαγκάνες της χίπστερ κουλτούρας έχουν κάπως σκουριάσει και η σωτηρία υπάρχει μόνο στα γνήσια και ξεκάθαρα κύτταρα. Και μετά από τόσες μετωπικές με θνησιγενείς καταστάσεις, το σκάψιμο οδήγησε στο υπέδαφος που κρατάει αδιάβρωτες τις ρίζες, τα συναισθήματα, τις αξίες και τη μοίρα. Και αυτή τη φορά, η στροφή σε κάτι που είναι τόσο κοντά στο χώμα, τον ουρανό, τον ήλιο, το νερό αυτού του τόπου στον οποίο ζούμε, όπως είναι το ρεμπέτικο, δεν έχει να κάνει με ντεμέκ τρέλες της στιγμής για να νικηθεί, ασυνείδητα, η σκληρή κοινοτοπία.

Τα ρεμπέτικα τραγούδια φτιάχτηκαν από ανθρώπους που ανάμεσα στην πρόθεση και τον λόγο τους δεν μεσολαβούσε απολύτως τίποτα. Ηταν ευθείς και ντόμπροι. Αφημένοι και αδιαπραγμάτευτοι. Μάζεψαν πόντο πόντο τη νοσταλγία, τον καημό, τη χαρά, το πάθος, τη λεβεντιά, την ειλικρίνεια, τον πόνο και τα έκαναν ολοκληρωμένα έργα τέχνης μέσα από μια απλότητα απόλυτα συναφή με την ατόφια ψυχή τους. Αυτή η απλότητα στον στίχο, τη μελωδία, τη φιλοσοφία, την ερμηνεία, όλα αυτά μαζί είναι που συγκλονίζουν τον σημερινό νέο άνθρωπο και τον σπρώχνουν να ψάξει, να αισθανθεί, να λιώσει, να αναπτερωθεί, να χρησιμοποιήσει απολυτότητες, γιατί -πώς να το κάνουμε- η Μαρίκα Νίνου είναι η μεγαλύτερη όλων ή, αν δεν είχε υπάρξει ο Βαμβακάρης, τίποτε δεν θα ήταν σήμερα όπως το ξέρουμε. Αυτός και μόνο αυτός. Το ρεμπέτικο ίσως να μην χρειάζεται προετοιμασία για να προκαλέσει τον γόνιμο φανατισμό των πιστών του. Μπορεί να γίνει το τσεκούρι που θα σπάσει την παγωμένη θάλασσα του καθενός ή ο λόγος να υπάρξει η συνέχεια της πολιτιστικής άνοιξης που ξεκίνησε κάποτε με αποφασιστικότητα πάνω στα συντρίμμια.

Ιουλία, Ανατολή, Πέτρος, Αυγερινή, Σοφία κι ένα οχτάχρονο παιδί
Αθήνα και επαρχία. Πολλές οι εστίες. Μαθητές που κρατούν με δέος τρίχορδα μπουζούκια και τραγουδούν Ανέστο Δελιά σε δρόμους και πλατείες, εικοσάρηδες – τριαντάρηδες που στήνουν ωραίες επικοινωνίες σε μικρά μαγαζιά, όπου το ρεμπέτικο τραγούδι εννοείται μέχρι την τελευταία του στίξη. Η παρακάτω σκηνή είναι αληθινή: Σε κουτούκι στον Χολαργό, ενώ τραγουδούσε με την κιθάρα της η Ιουλία Καραπατάκη (ετών 30) το τραγούδι του Βαμβακάρη «Αρρώστησα στα ξένα μακριά σου», πολύ φυσικά στάθηκε δίπλα της ένα κορίτσι οκτώ χρόνων και τραγούδησε μαζί της. Το αξιοθαύμαστο δεν είναι ότι το μικρό κορίτσι γνώριζε να προφέρει ακόμη και τη λέξη «συμπόνοια». Αυτό που αφόπλισε τους πάντες είναι η συμμετοχή του προσώπου του παιδιού στις έννοιες των λέξεων. Στην ίδια ηλικία με την Ιουλία Καραπατάκη και η Ανατολή Μαργιόλα, που αυτόν τον καιρό δίπλα στον Μανώλη Πάππο και τον Δημήτρη Κοντογιάννη αποδεικνύει έμπρακτα ότι το τρίσβαθο «αχ» δεν έχει ούτε τόπο ούτε ηλικία. Απαιτεί μόνο συνείδηση. Ο Πέτρος Μάλαμας και η γενναία του καταβύθιση στους βιωματικούς αφορισμούς του Μάρκου, του Ασίκη, του Τούντα. Η Αυγερινή Γάτση, που ξέρει και από τουρκικό χαλκ τραγούδι. Η Σοφία Μέρμηγκα, μετρ στο κανονάκι. Ερμηνεύει την «Γκιουλμπαχάρ» με την αρχετυπική σεμνότητα που υπαγόρευαν κάποτε οι  «μουράδες».

«Δεν κινδυνεύει να γίνει μόδα»
«Θα μας έλκει πάντα αυτό το ηχόχρωμα. Το ατόφιο, το σχεδόν ανεπεξέργαστο. Αυτή η καθαρότητα τράβηξε κι εμένα κι έπεσα με φόρα στις δονήσεις και τη συγκίνηση. Το ρεμπέτικο τραγούδι δεν κινδυνεύει να γίνει ούτε μόδα ούτε σλόγκαν ούτε να χαθεί σαν πρόσκαιρη, επιδερμική επιλογή. Είναι τόσο καθαρός ο πυρήνας του, που το προφυλάσσει από κάθε εξωτερικό κίνδυνο. Είναι σαν τις αρχαίες τραγωδίες, που είναι γραφτό να μην εκπέσει ποτέ η δύναμή τους», σημειώνει στη «Νέα Σελίδα» η ερμηνεύτρια και ηθοποιός Χριστίνα Μαξούρη, που έχει επιλέξει για πάντα το δωρικό προσκήνιο ενός αιώνιου «Καφέ Αμάν», ως η απόλυτη φορέας μιας λυρικής παρηγοριάς που έχουμε ανάγκη.
Η πόρτα που ανοίγει σιγά σιγά οδηγεί ίσως σε μια εποχή όπου η ελευθερία και η γνησιότητα θα είναι οι μόνοι λόγοι για να μετρήσει ο καθένας το ύψος τους. Στη «Ρεμπετολογία» ο Ηλίας Πετρόπουλος γράφει: «Ο ρεμπέτης ζούσε με προσεκτική συνέπεια την ελευθερία του». Το θέμα είναι να γίνεται αντιληπτή η έλλειψη αυτής της ελευθερίας και η διεκδίκησή της να είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Και μαχητές είναι και αυτοί που στέκονται με δέος στο ανάστημα της τέχνης, μαθαίνοντας με ακρίβεια τη γλώσσα της. Τη γλώσσα των γενναίων, δηλαδή.

Δημοσιεύθηκε στο φύλλο 74 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 4 Νοεμβρίου