Γιάννης Αναστασάκης στη Νέα Σελίδα: «Διαβάζω πάντα από το τέλος προς την αρχή»



26 Νοεμβρίου 2017 · Ώρα δημοσίευσης: 12:00 πμ · Τελευταία τροποποίηση: 1:15 πμ


Τον Αύγουστο του 2015 ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ) – η θητεία του λήγει τον Νοέμβριο του 2018. Και παρότι παρέλαβε ένα κλυδωνιζόμενο κρατικό θέατρο με οικονομικά χρέη, απεργιακές κινητοποιήσεις και αμφίβολης ποιότητας καλλιτεχνικό πρόγραμμα, κατά το διάστημα της δικής του διεύθυνσης τα οικονομικά του θεάτρου έχουν νοικοκυρευτεί, ενώ ο καλλιτεχνικός προγραμματισμός του ανθεί. Συναντώ τον Γιάννη Αναστασάκη στο γραφείο του, στον έβδομο όροφο του Θεάτρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Ανάμεσα σε έγγραφα προς υπογραφή, βιβλία και cd, ξεχωρίζει μια πολύ μεγάλη μπλε γόμα που πάνω της αναγράφεται: «For really big mistakes» («Για πραγματικά μεγάλα λάθη»). Του τη δείχνω και χαμογελάει: «Α, την έχω αυτή τη γόμα πάντα εδώ μπροστά μου για να μου υπενθυμίζει να αποφεύγω τα μεγάλα λάθη, γιατί μικρά όλοι κάνουμε συνεχώς». Συνέντευξη στην Ιωάννα Μπλάτσου *Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 25 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 26/11/2017 Παραλάβατε το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος τον Αύγουστο του 2015 εν μέσω απεργιακών κινητοποιήσεων, με χρέη που άγγιζαν τα 8 εκατ. ευρώ και με καθυστερήσεις στην καταβολή των δεδουλευμένων στους εργαζόμενους. Σε ποια κατάσταση βρίσκεται σήμερα το θέατρο; Σήμερα, έπειτα από δική μας προσπάθεια αλλά και βοήθεια από το υπουργείο Πολιτισμού, χρωστάμε 4 εκατ. ευρώ, το προσωπικό πληρώνεται κανονικά, έχουμε αποπληρώσει όλα τα χρέη που υπήρχαν από πριν στους εργαζόμενους και προσπαθούμε να παράγουμε έργο στις καλύτερες συνθήκες. Σε τι βάθος χρόνου προβλέπετε ότι θα μπορέσετε να ξεχρεώσετε τα εναπομείναντα 4 εκατ. χρέους; Θέλω να ελπίζω ότι σε έναν χρόνο από σήμερα μπορεί να γίνει αυτό, γιατί υπάρχει μια ελπίδα με την απόδοση των ληξιπρόθεσμων χρεών του Δημοσίου να ενταχθεί το μεγαλύτερο κομμάτι των χρεών μας εκεί. Δηλαδή, με τη βοήθεια από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, έχουμε ορατή πλέον ελπίδα να μηδενίσουμε τα χρέη μας. Σε τι κινήσεις προβήκατε για να αντιμετωπίσετε τα οικονομικά προβλήματα του ΚΘΒΕ; Πολύ βασικό για να συνεχιστεί η ρότα ενός μεγάλου θεατρικού οργανισμού είναι ο υψηλός καλλιτεχνικός του πήχης. Αυτή ήταν και είναι η βασική μου μέριμνα. Γιατί όταν είναι πολύ καλές οι παραστάσεις, εδώ στη Θεσσαλονίκη το νέο κυκλοφορεί ακόμα και την επόμενη μέρα και αμέσως έρχεται ο κόσμος. Περισσότερος κόσμος σημαίνει περισσότερα εισιτήρια, άρα μεγαλύτερα έσοδα για το θέατρο. Αυτό το στοίχημα το καταφέραμε πέρυσι και από ό,τι φαίνεται από τα μέχρι τώρα δείγματα προσέλευσης του κόσμου και φέτος θα πάμε πολύ καλά. Κατά δεύτερον, σκεφτήκαμε ότι σε αυτή τη δύσκολη οικονομική συγκυρία για όλους μας ένα κρατικό θέατρο θα πρέπει να είναι πιο κοντά στον κόσμο. Δεν είχαμε, λοιπόν, να σκεφτούμε μόνο τα δικά μας χρέη που είχαν γίνει σε βάθος δεκαετίας και τα βρήκαμε συσσωρευμένα μπροστά μας, αλλά και τα χρεοκοπημένα νοικοκυριά, τους άνεργους συμπολίτες μας. Πρότεινα στο Διοικητικό συμβούλιο του ΚΘΒΕ και εκείνο με χαρά αποδέχθηκε την πρόταση να έχουμε κάθε Τετάρτη και Πέμπτη ένα πολύ χαμηλό εισιτήριο, ένα εισιτήριο 5 ευρώ για όλους. Αυτή η πρωτοβουλία όχι μόνο επέτρεψε σε πολύ κόσμο να έρθει στο ΚΘΒΕ, αλλά επιπλέον έφερε και έσοδα στο θέατρο, γιατί αυτές τις μέρες η πληρότητα των σκηνών μας είναι πολύ υψηλή, αγγίζοντας συχνά και το 100%. Επίσης, στις μεγάλες σκηνές μας (άνω των 600 θέσεων) διαθέτουμε 20 θέσεις εντελώς δωρεάν για τους ανέργους. Στα δύο τελευταία χρόνια 12.000 άνεργοι έχουν παρακολουθήσει δωρεάν θέατρο. Με αυτόν τον τρόπο είμαστε και εμείς ηθικά εντάξει με τους εαυτούς μας, γιατί ο πολιτισμός δεν φαίνεται μόνο πάνω στη σκηνή, αλλά και σε σχέση με την κοινωνία που φιλοξενεί ένα θέατρο. Γιατί ένα θέατρο -και δη κρατικό- πρέπει να είναι ανοιχτό σε όλους τους πολίτες. Εμείς θέλουμε το Κρατικό Θέατρο να απλώνεται όχι μόνο σε όλη την πόλη της Θεσσαλονίκης, αλλά σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα και αυτό προσπαθούμε να πετύχουμε με τις διάφορες δράσεις εντός και εκτός των συνόρων της πόλης. Από την πρώτη μέρα που αναλάβαμε με την αναπληρώτρια καλλιτεχνική διευθύντρια, Μαρία Τσιμά, ήρθαμε σε επαφή με όλους τους φορείς, πολιτιστικούς και μη, της περιοχής -τους δήμους, την περιφέρεια, τα μουσεία, τα πανεπιστήμια, τα σχολεία- για να αναπτύξουμε συνεργασίες και δράσεις. Ειδικά όσον αφορά στους μικρούς θεατές, δεν έχουμε μόνο παραστάσεις παιδικές και εφηβικές στις σκηνές μας, αλλά πηγαίνουμε με παραστάσεις μας σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης στα σχολεία. Τέλος, όσον αφορά στις κινήσεις που προβήκαμε για να νοικοκυρέψουμε τα οικονομικά του θεάτρου, ζητήσαμε απ’ όλους τους εξωτερικούς συντελεστές των παραστάσεων να μειώσουν τις αποδοχές τους ώστε να είμαστε σε θέση να τους πληρώνουμε στην ώρα τους, αντί να περιμένουν επί μακρόν και επ’ αορίστου όπως γινόταν πριν. Το δέχθηκαν και έτσι είμαστε όλοι ικανοποιημένοι. «Ανέλαβα με χαρά και όχι με φόβο το τιμόνι του ΚΘΒΕ» Η θητεία σας στο τιμόνι του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας λήγει τον Νοέμβριο του 2018. Θεωρείτε ότι χρειάζεται να ανανεωθεί η θητεία σας για να φανεί το καλλιτεχνικό σας έργο, απαλλαγμένο πλέον από τα βάρη των οικονομικών χρεών; Η αλήθεια είναι ότι επειδή μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη και τέλειωσα τη Σχολή του Κρατικού Θεάτρου, ήρθα με χαρά και όχι με φόβο να αναλάβω αυτή τη θέση, παρά τις δύσκολες συγκυρίες που επικρατούσαν στο θέατρο, όταν ανέλαβα τα καθήκοντά μου. Θα ήταν κουτό επομένως να πει κανείς ότι δεν θα ήθελε να συνεχίσει το έργο του, αυτή τη φορά χωρίς οικονομικά άγχη. Αλλά αυτή είναι μια απόφαση που λαμβάνει ο εκάστοτε υπουργός Πολιτισμού και όχι εγώ. Φαντάζομαι ότι μέχρι τον Μάιο του 2018 θα πρέπει να έχει παρθεί η απόφαση για να οργανωθεί και ο καλλιτεχνικός προγραμματισμός της επόμενης σεζόν. Κατά το πρόσφατο παρελθόν στο Εθνικό Θέατρο υπήρξαν κλυδωνισμοί στη λειτουργία του λόγω της μη αγαστής συνεργασίας της Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης και του Διοικητικού Συμβουλίου. Εδώ; Εμείς έχουμε μια εξαιρετική συνεργασία με το Δ.Σ. του ΚΘΒΕ και με τον πρόεδρό του, Άρη Στυλιανού, ο οποίος είναι πάντα αρωγός μας σε όλες μας τις προσπάθειες. Όλα τα προβλήματα του θεάτρου προσπαθούμε να τα λύσουμε από κοινού. «Μπορώ να είμαι καλλιτεχνικά δημιουργικός με πολύ λίγα χρήματα» Η σημερινή δυσχερής οικονομική κατάσταση του θεάτρου σας επιτρέπει να είστε καλλιτεχνικά δημιουργικός και εξωστρεφής; Ναι, φυσικά. Ανεβάζουμε έργα που αγαπώ και πιστεύω, με πολύ καλούς συνεργάτες που εκτιμώ πολύ, παραστάσεις με υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο. Επίσης, δεν μας λείπουν οι μεγάλες παραγωγές. Έχουμε το «Τρίτο στεφάνι», την «Αυλή των θαυμάτων», τη «Ρώσικη Επανάσταση» και του χρόνου τον «Άμλετ» σε σκηνοθεσία του Ρουμάνου Σίλβιου Πουργκαρέτε. Οργανώνουμε και συμμετέχουμε σε καλλιτεχνικές δράσεις εντός και εκτός Ελλάδας. Εγώ, φεύγοντας από τη Θεσσαλονίκη το 1989, όταν τέλειωσα τη Σχολή του Κρατικού Θεάτρου, κατέβηκα στην Αθήνα, ίδρυσα τη θεατρική ομάδα «Στιγμή» και είδα ότι με πολύ λίγα χρήματα μπορεί κανείς να κάνει τέχνη. Εδώ στο ΚΘΒΕ, σε έναν πολύ μεγάλο κρατικό θεατρικό οργανισμό, είδα ότι μπορεί να γίνει το ίδιο, με δεδομένο ότι το τεχνικό και καλλιτεχνικό δυναμικό είναι υψηλών προδιαγραφών και οι διοικητικοί είναι πρόθυμοι να συνεισφέρουν για το καλό του θεάτρου. Άρα δεν ήμουν μόνος μου όταν ανέλαβα, αλλά βρήκα «ετοιμοπόλεμους» συνοδοιπόρους – συν τη βοήθεια που λαμβάνουμε από το ΥΠΠΟ. Τι ύψους είναι η επιχορήγηση που λαμβάνετε από το ΥΠΠΟ; Τώρα είναι 5.800.000 ευρώ, ένα ποσό που οριακά φτάνει για τους μισθούς και το ΙΚΑ των εργαζομένων – πριν από την κρίση ήταν περί τα 9.000.000 ευρώ. Όμως το ΚΘΒΕ έχει υψηλά λειτουργικά έξοδα, καθώς επινοικιάζει τη Μονή Λαζαριστών και το Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Έτσι, αν δεν πάνε καλά οι παραστάσεις μας, εύκολα μπορούμε να βρεθούμε οικονομικά εκτεθειμένοι. «Παρακαλώ δημοσίως την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών να προβεί σε μείωση του ενοικίου του θεάτρου» Ποιο είναι ακριβώς το κτιριακό καθεστώς του θεάτρου; Εκτείνεται σε τρία κτίρια -Βασιλικό Θέατρο, Μονή Λαζαριστών και Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών- από τα οποία μόνο το ένα, Βασιλικό Θέατρο, είναι ιδιοκτησίας του ΚΘΒΕ. Σκεφτείτε ότι μόνο για το ΕΜΣ πληρώνουμε 18.000 ευρώ τον μήνα. Έχουμε ζητήσει επανειλημμένα να μειωθεί το κόστος αυτού του ενοικίου από την ιδιοκτήτρια Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, αλλά δεν έχει γίνει δεκτό το αίτημά μας. Μέσα από αυτή τη συνέντευξη θα ήθελα να παρακαλέσω δημοσίως την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών να προβεί σε μείωση του ενοικίου του θεάτρου, για να μας βοηθήσει να τα καταφέρουμε στο οικονομικό νοικοκύρεμα που επιχειρούμε για το Κρατικό μας Θέατρο. Η δε Μονή Λαζαριστών ανήκει σε έναν φορέα όπου συμμετέχει η περιφέρεια, το Κρατικό Θέατρο, ο αντίστοιχος δήμος, η Κρατική Ορχήστρα και το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και στον οποίο επίσης καταβάλλουμε ενοίκιο της τάξης των 200.000 ευρώ τον χρόνο. Και εδώ καταβάλλουμε προσπάθειες για μείωση των εξόδων, για να μπορούμε να λειτουργούμε αυτόν τον τεράστιο πολιτιστικό χώρο που δίνει πνοή στα δυτικά προάστια της Θεσσαλονίκης. Ιδανικά, θα μπορούσε να επιχορηγείται ξεχωριστά και απευθείας ο αρμόδιος φορέας της Μονής Λαζαριστών. Αλλιώς, φανταστείτε, αυτό το οικοδόμημα να μείνει ένα άδειο κουφάρι μέσα στην πόλη. Τι πληρότητα θέσεων έχουν οι σκηνές σας; Ποιες ηλικίες έρχονται στο ΚΘΒΕ; Κάναμε μια έρευνα τώρα τελευταία, η οποία δείχνει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των θεατών μας στο Βασιλικό Θέατρο και στο ΕΜΣ προέρχεται από την Ανατολική Θεσσαλονίκη και το κέντρο της πόλης, ενώ στη Μονή Λαζαριστών από τη δυτική Θεσσαλονίκη. Κυρίως πρόκειται για γυναίκες, ηλικίας 30-60 ετών, αλλά εξαρτάται από την παράσταση. Για παράδειγμα, στο «Festen», που παίζεται στο Φουαγιέ του Βασιλικού Θεάτρου, έχουμε υψηλό ποσοστό νεανικού κοινού, στην «Αυλή των θαυμάτων» οι ηλικίες ανεβαίνουν, ενώ στη «Ρώσικη Επανάσταση» και στα «Ανεμοδαρμένα ύψη» έχουμε μεικτό κοινό ανδρών και γυναικών, νεότερων και μεγαλύτερων ηλικιακά θεατών. Επίσης, με δράσεις και συνεργασίες με το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης έχουμε ένα αυξανόμενο φοιτητικό κοινό. Φανταστείτε, όταν πρωτοανέλαβα εδώ, με σταμάτησε ένας φοιτητής στον δρόμο -με είχε δει σε μια ταινία του Γιάννη Οικονομίδη και με αναγνώρισε- και μου λέει: «Τι κάνεις εσύ εδώ;». Του είπα ότι ανέλαβα τη διεύθυνση του ΚΘΒΕ και μου απάντησε: «Πω, πολλή γερουσία εκεί, βρε παιδάκι μου!». Ε, το πήρα αμέσως το μήνυμα και είπα «αυτή τη νοοτροπία πρέπει να την αλλάξουμε». Γι’ αυτό έχουμε καλέσει αρκετούς νέους σκηνοθέτες, τον Γιάννη Καλαβριανό, τη Γεωργία Μαυραγάνη, τον Δημοσθένη Παπαδόπουλο, τον Γιάννη Μόσχο, τον Γιάννη Παρασκευόπουλο και θα καλέσουμε και άλλους, για να απευθυνθούμε σε ακόμα περισσότερο νέον κόσμο. Υπάρχουν σημεία στο οργανόγραμμα του θεάτρου που αποτελούν τροχοπέδη για την εξέλιξή του; Το πιο σημαντικό είναι ότι εδώ και αρκετά χρόνια δεν υπάρχουν οργανικές θέσεις και ζητάμε από το ΑΣΕΠ έγκριση, η οποία καθυστερεί χρόνια. Μπορεί σε κάποιον τομέα να χρειαζόμαστε κάποιον υπάλληλο και να δυσκολευόμαστε να τον προσλάβουμε και σε άλλους τομείς να έχουμε παραπάνω απ’ όσους χρειαζόμαστε. Το συζητάμε με τα αρμόδια υπουργεία, αλλά πρέπει να παρθεί μια συνολική απόφαση για τα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, η οποία ίσως θα πρέπει να εξετάζει διαφορετικά τις ανάγκες του Εθνικού και του Κρατικού Θεάτρου αλλά και της Λυρικής Σκηνής. Για παράδειγμα, αν χρειαστούμε έναν άνθρωπο στο Λογιστήριο, θα πρέπει να τον προσλάβουμε ως υπάλληλο Καλλιτεχνικής Παραγωγής, το οποίο ελέγχεται ως οριακά νόμιμο. Επίσης, οι παγιωμένες οικονομικές απολαβές των καλλιτεχνών μάς εμποδίζουν να κάνουμε σημαντικές μετακλήσεις από την Αθήνα. Σκεφτείτε ότι ο ανώτερος μισθός για τους ηθοποιούς στο ΚΘΒΕ είναι 1.250 ευρώ καθαρά. Εδώ εντοπίζεται μία αδικία. Στο Εθνικό Θέατρο ισχύει ο ίδιος υψηλότερος μισθός για τους ηθοποιούς. Όμως με τι κίνητρο θα έρθει ένας καλός ηθοποιός από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη με τον ίδιο μισθό, όταν η Θεσσαλονίκη δεν είναι η πόλη του; Όταν με τα ίδια χρήματα πρέπει να νοικιάσει σπίτι στη Θεσσαλονίκη, αλλά και να πηγαινοέρχεται στην Αθήνα για να βλέπει τους δικούς του, την οικογένειά του; Μακάρι να βρισκόταν ένας τρόπος για τους ηθοποιούς εκτός Θεσσαλονίκης που θα ήθελαν να δουλέψουν στο Κρατικό Θέατρο να είχαν επιπλέον ένα επίδομα στέγασης. «Δεν ήρθα ευκαιριακά στο ΚΘΒΕ για να μεταπηδήσω σε ένα κεντρικό θέατρο στην Αθήνα»  Είστε γέννημα θρέμμα Θεσσαλονικιός. Πιστεύετε η εντοπιότητά σας έπαιξε ρόλο ως προς την αποδοχή της τοπικής κοινωνίας στο πρόσωπό σας; Πιθανόν να έπαιξε. Βέβαια, μη όντας γνωστός από τις δουλειές μου στην πόλη -στη Θεσσαλονίκη έχω σκηνοθετήσει μόνο δύο παραστάσεις, τη «Γυναίκα του Λωτ» και την «Τρελοβγενιώ»- ή από την τηλεόραση, η πρώτη σκέψη ήταν μάλλον «Τώρα ποιος είναι αυτός; Ναι μεν Σαλονικιός, αλλά τι ήρθε να κάνει;». Νομίζω ότι στην πορεία έγινε αντιληπτό ότι, ως άνθρωπος που προέρχομαι από αυτή την πόλη και από αυτό το θέατρο, το πονάω και θέλω να το δω να βρίσκει τον βηματισμό του. Δεν ήρθα εδώ ευκαιριακά για να μεταπηδήσω σε ένα κεντρικό θέατρο στην Αθήνα. Τι θυμάστε έντονα από τα παιδικά και εφηβικά σας χρόνια; Καταρχάς, γεννήθηκα σε ένα μαιευτήριο που δεν υπάρχει πια και μεγάλωσα στην Πλατεία Επταλόφου, στους Αμπελόκηπους, στις δυτικές εργατικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης, πολύ κοντά στη σημερινή Μονή Λαζαριστών. Φανταστείτε, ως παιδιά, οι σχολικές εκδρομές μας γίνονταν στα ερείπια της Μονής Λαζαριστών, σε ένα αυτοσχέδιο γήπεδο, στους ανοιχτούς χώρους της περιοχής. Θυμάμαι έντονα ότι έμενα σε μια πολυκατοικία που στο ισόγειό της είχε κινηματογράφο και από μικρός έβλεπα πολλές ταινίες και στη συνέχεια παραστάσεις στο ΚΘΒΕ. ίσως ως φόρο τιμής σε εκείνα τα χρόνια, σε λίγους μήνες, τον Φεβρουάριο, ετοιμάζουμε μια παράσταση που θα περιοδεύσει στη Δυτική Θεσσαλονίκη. Θα είναι σαν μια δική μου περιήγηση πίσω στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια. «Είμαι ΠΑΟΚ από τα γεννοφάσκια μου» Ποδόσφαιρο παίζατε εκείνη την περίοδο; Δεν ήμουν αθλητικός τύπος, δεν έπαιζα ποδόσφαιρο, αλλά πάντα μου άρεσε να παρακολουθώ. Τι ομάδα υποστηρίζετε; Ε, ΠΑΟΚ, φυσικά. Από τα γεννοφάσκια μου (σ.σ.: χαμογελάει). Αλλά τα δύο χρόνια που είμαι εδώ τώρα, μόνο μία φορά έχω καταφέρει να πάω στο γήπεδο. Δεν έχω πολύ ελεύθερο χρόνο, αλλά πάντα παρακολουθώ την πορεία του ΠΑΟΚ και ευελπιστώ φέτος να πάρουμε το πρωτάθλημα. Τι άλλο σας αρέσει να κάνετε στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο σας; Έχω πολύ θεσσαλονικιώτικες συνήθειες. Μου αρέσει να πηγαίνω σε καφέ και να διαβάζω την εφημερίδα μου – πάντα από το τέλος προς την πρώτη σελίδα. Το πρωτοσέλιδο το βλέπω πάντα στο τέλος (σ.σ.: γελάει). Επίσης, μου αρέσει να διαβάζω λογοτεχνία, να βλέπω ταινίες -είδα κάποιες εξαιρετικές ταινίες στο πρόσφατο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τη νέα του Φατίχ Ακίμ, την καινούρια ταινία του Τσιώλη, μια πολύ γλυκιά ταινία-, να ακούω μουσική -αγαπώ την Έιμι Ουαϊνχάουζ, τον Αγγελάκα, τον Νικ Κέιβ, τον Τομ Ουέιτς- αλλά και να ζω τη ζωή της πόλης. Πηγαίνω σε συναυλίες, στο Μέγαρο, σε σπίτια φίλων. Μάλλον είναι ανάγκη μου, έπειτα από 25 χρόνια απουσίας, να ξαναβρώ τη θέση μου στη γενέτειρά μου. Σκεφτείτε, δεν έχω πατρικό σπίτι στη Θεσσαλονίκη -έχουν πεθάνει και οι δύο γονείς μου πια- και μένω σε ένα δώμα σαν φοιτητής.