Όλα είναι διάταξη ψυχής, Ζαμπέτα μου

Οι αφηγήσεις του Γιώργου Ζαμπέτα καταλήγουν να είναι ποίηση. Είτε απευθύνονται με μορφή επιστολής στον ίδιο τον Ξαρχάκο είτε είναι αναπόφευκτες παραδοχές: «Η μόνη μου αμαρτία είναι που δεν αμάρτησα χοντρά»



18 Ιανουαρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 7:22 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 7:49 μμ


Η κοινότοπη απάντηση στο ερώτημα γιατί ο Γιώργος Ζαμπέτας συνομιλεί ακόμη με τους ανθρώπους χωρίς να έχουν δημιουργηθεί ρωγμές και ασάφειες στις αλήθειες του με τα χρόνια είναι: επειδή από την πρώτη στιγμή είχε επιλέξει να καταθέσει την τέχνη του με γενναιότητα και εντίμως. Μιλώντας στον κόσμο, που έδινε την ψυχή του για διάλυση και αναστήλωση, πρόσωπο με πρόσωπο.

Της Χρύσας Φωτοπούλου

Η απλότητα του Ζαμπέτα στη βάση μιας δεξιοτεχνίας που τον καθιστούσε σπουδαίο και ξεχωριστό ήταν αυτή που όρισε την άχρονη στιχουργική και μουσική του ευρεσιτεχνία. Έφερε στην πρώτη γραμμή ό,τι έκαιγε και καίει την ανθρωπότητα. Χρησιμοποίησε το ταλέντο του -ακολουθώντας τον δρόμο όλων των μεγάλων καλλιτεχνών- με τρόπο ώστε οι αποδέκτες σε όλη την επικράτεια να τον οικειοποιηθούν σαν μεγάλο και αναγκαίο λύτη.

Η μαγκιά του Ζαμπέτα ήταν ένα μοιραίο φέρσιμο απέναντι σε ό,τι εμπεριέχει η ζωή, γιατί δεν πέρασε ποτέ από τον νου του ότι το προσωπικό του φορτίο είναι για παζάρεμα, μεταποίηση ή για συγχρονισμό με κάθε είδους αστικό θόρυβο. Την έξαψη της νίκης σ’ αυτούς τους μεγάλους δρόμους την αισθάνθηκε έτσι κι αλλιώς εκεί που η συνέπειά του συναντούσε τον ακατέργαστο ρομαντισμό των απροσπέλαστων, των θυμόσοφων, των τρελών, των ανεξάντλητων.

Κι όλα αυτά, λοιπόν, γιατί τα Σαββατοκύριακα στο «Gazarte» ο Σταύρος Ξαρχάκος και η Χάρις Αλεξίου ξανασυστήνουν τον Ζαμπέτα, σκάβοντας σε μια παραδομένη ύλη που τον συνοψίζει καίρια. Όλα είναι διάταξη ψυχής, συνήθιζε να λέει. Κι αυτή την ψυχή, αυτό το χνάρι ο ακροατής τα αγγίζει, τα αποκωδικοποιεί, τα παίρνει μαζί του, τα αποταμιεύει, τα αγιοποιεί. Μια μουσική παράσταση χωρίς το δέος της αποξένωσης. Χωρίς την απορία του αξεπέραστου. Με την έξοχη αποτελεσματικότητα ενός αδιάκοπου και άξιου δημιουργού, όπως είναι ο Ξαρχάκος, και την de facto ομορφιά της Αλεξίου. Εκείνη την ομορφιά που προσδίδει από πάντα στη στέγη κάθε τραγουδιού.

Τα μπουζούκια ακούγονται όπως ακούγονται σε μνήμη που δεν σβήνει, το φως είναι χαμηλό, οι φωνές έχουν την τελειότητα της εμπειρίας. Στο περιθώριο των κορυφώσεων, οι αφηγήσεις του ίδιου του Γιώργου Ζαμπέτα. Κομμάτια λόγου που καταλήγουν να είναι ποίηση. Είτε απευθύνονται με τη μορφή προσωπικής επιστολής στον ίδιο τον Σταύρο Ξαρχάκο, το μακρινό 1970, είτε είναι αναπόφευκτες παραδοχές: «Η μόνη μου αμαρτία είναι που δεν αμάρτησα χοντρά».

Έχοντας μπροστά του κανείς αυτούς τους ευρηματικούς ανθρώπους να γίνονται οι πρωταγωνιστές μιας μυθικής γνησιότητας, δεν μπορεί παρά να υποκλιθεί στα αισθηματικά ήθη που δεν εκπίπτουν, δεν αλλαξοπιστούν, δεν μεταμορφώνονται. Κι έχει πολύ μεγάλη σημασία αυτή η υπόκλιση σήμερα, γιατί είναι αποτέλεσμα επιλογής έπειτα από ακριβές σκανάρισμα σε ετερόκλητα εδάφη.

Στα τραγούδια που πρωτοείπε η Μοσχολιού το «Gazarte» καταλύεται. Στο «Συρτάκι» ίπτανται όλοι. Στα «Δειλινά» γυρνάς στον άγνωστο διπλανό σου και πιάνετε κουβέντα γι’ αυτή τη φυσικότητα του Ζαμπέτα να γράφει όπως ένας άνθρωπος που ημερεύει τη δίψα του πίνοντας παγωμένο νερό.

Ένας Γιώργος Ζαμπέτας στο στενάχωρο παρόν είναι μεγάλη υπόθεση. Και μια Αλεξίου και νυν και αεί. Κι ένας Ξαρχάκος σεμνός και ωραίος, δικαίως πρώτος. Και η αθανασία δεν πεθαίνει ποτέ. Υπερτερεί κατά κράτος και συμπαρασύρει.

Info
Σταύρος Ξαρχάκος – Χάρις Αλεξίου: «Ζαμπέτας κατά Ξαρχάκο», «Gazarte Main Stage», Σάββατο – Κυριακή. Μαζί τους οι μουσικοί: Νεοκλής Nεοφυτίδης (πιάνο), Βασίλης Δρογκάρης (ακορντεόν), Αλέξανδρος Καψοκαβάδης (κιθάρα, νυκτά έγχορδα), Ηρακλής Ζάκκας (1ο μπουζούκι), Δημήτρης Ρέππας (μπουζούκι), Γιώργος Λιμάκης (κιθάρες), Αντώνης Τσίγκας (κοντραμπάσο).

Δημοσιεύθηκε στο φύλλο 82 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 30 Δεκεμβρίου