Σόνια Θεοδωρίδου: «Εδρα μας είναι εκεί που τραγουδάμε»

Η καταξιωμένη σοπράνο μιλά για τη συμμετοχή της στο διάσημο μιούζικαλ «Cats», την καριέρα της στο εξωτερικό και τα πρώτα της βήματα



22 Μαΐου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 9:50 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 9:50 μμ


 

Της ΧΡΥΣΑΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Η σοπράνο Σόνια Θεοδωρίδου σπούδασε τραγούδι στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών στην τάξη της κυρίας Παπαλεξοπούλου, απ’ όπου αποφοίτησε με «άριστα» παμψηφεί και με αριστείο εξαιρετικής επίδοσης. Είναι μια αστείρευτη καλλιτέχνιδα με ρίζες και ρεαλιστική αφοσίωση σε αυτό για το οποίο προορίστηκε. Πιστεύει στην ομορφιά και σε αυτό που έλεγε ο Κάφκα, ότι όποιος διατηρεί την ικανότητα να βλέπει την ομορφιά δεν γερνάει ποτέ. Αυτό τον καιρό στον Ελληνικό Κόσμο υποδύεται την Γκριζαμπέλα στο «Cats», ένα από τα πιο διάσημα μιούζικαλ όλων των εποχών. Νιώθει ευγνώμων και τυχερή, ενώ δεν σταματάει, κάθε φορά που είναι να βρεθεί στη σκηνή, να ζητά από τον μαέστρο μια ακόμη πρόβα του τραγουδιού της. Σαν μικρή μαθήτρια.

«Γεννήθηκα στη Βέροια. Τα ακούσματά μου δεν ήταν η όπερα, φυσικά, αλλά η λόγια, καλή μουσική, γιατί οι γονείς μου άκουγαν Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Τσιτσάνη. Στον δρόμο που μέναμε ήταν ένα κακόφημο μπαρ, όπου έπαιζαν πολύ βαριά λαϊκά. Οπότε εμείς ακούγαμε αυτά αλλά και τα άλλα. Κάποια στιγμή άκουσα στο ραδιόφωνο τη Μαρία Κάλλας. Το περιστατικό αυτό δεν το θυμάμαι ακριβώς, αλλά η μητέρα μου είπε ότι γύρισα, έδειξα με το δάχτυλό μου το ραδιόφωνο και είπα “έτσι θα γίνω κι εγώ”».

Μελωδίες στα σχολικά θρανία

Στο σχολείο λέει ότι τραγουδούσε: «Οι γονείς μου με έστειλαν να μάθω πιάνο, κιθάρα, έπαιζα κι ακορντεόν. Είχα μια έντονη μουσική δράση. Ημουν συνειδητοποιημένη ότι αυτό ήθελα να κάνω». Οντως δύσκολο για ένα παιδί της επαρχίας να ασχοληθεί με τη μουσική τότε. Η μουσική δεν είναι επάγγελμα, της έλεγαν. «Επειδή είχα μείνει όμως ανεξεταστέα στα μαθηματικά, στην τελευταία τάξη του λυκείου είπα στη μάνα μου “θα πάω να σπουδάσω μουσική, θα γίνω καθηγήτρια μουσικής και θα γυρίσω να ανοίξω ένα ωδείο στη Βέροια”. Ηταν ο μόνος τρόπος για να μπορέσω να διαφύγω».

«Στην Αθήνα γράφτηκα στο Εθνικό Ωδείο, στην τάξη του πιάνου αλλά και στο τραγούδι. Ημουν σίγουρη ότι θα ασχοληθώ με το τραγούδι. Οταν με ρωτούσαν “τι θα γίνεις;”, έλεγα “τραγουδίστρια, χορεύτρια και ηθοποιός”. Αυτά τα τρία έλεγα». Θυμάται τα χρόνια των σπουδών στο Ωδείο: «Ανοιξαν οι πύλες του παραδείσου για μένα. Είχα πολύ πάθος γι’ αυτά που έκανα. Μελετούσα οκτώ ώρες τη μέρα πιάνο. Εμενα σ’ ένα υπόγειο στην Κυψέλη. Μόνο τα πόδια των ανθρώπων έβλεπα κι αυτοί άκουγαν μόνο ένα πιάνο…».

Οσον αφορά στην υποτροφία «Μαρία Κάλλας», αναφέρει: «Τότε είχε αρχίσει να ακούγεται το όνομά μου ως καλής τραγουδίστριας, σοπράνο κι όλα αυτά. Δούλεψα στη χορωδία του Τρίτου Προγράμματος και μετά έφυγα στο εξωτερικό. Στην Κολονία, με υποτροφία. Η διαδρομή μου στο εξωτερικό μετράει 33 χρόνια. Εχω την έδρα μου εδώ και στο Βερολίνο και πηγαινοέρχομαι. Εδρα μας είναι εκεί που τραγουδάμε. Σίγουρα υπάρχουν πράγματα που θα ήθελα να τα κάνω διαφορετικά, αλλά τώρα τα λέω αυτά. Ωριμάζοντας, κοιτάς πίσω σου και λες “αυτό θα μπορούσα να το έχω κάνει διαφορετικά”. Νιώθω πλήρης. Ευτυχής με αυτό που κάνω. Τυχερή. Κάθε βράδυ που ανεβαίνω στη σκηνή λέω “Θεέ μου, σε ευχαριστώ που με αξίωσες να κάνω αυτό που ονειρευόμουν πάντα”. Νιώθω ευγνώμων κι αυτή η ευγνωμοσύνη με κάνει να νιώθω ότι δεν μου λείπει τίποτα.

Υπάρχουν στιγμές που με έχουν στιγματίσει. Και καλές και κακές. Ξεχωρίζω μια στιγμή στις Βρυξέλλες, στο Βασιλικό Θέατρο, όπου τραγούδησα έναν συγκλονιστικό ρόλο και τελειώνοντας δεν χειροκροτούσε κανένας, έκλαιγαν όλοι. Αξέχαστο θα μου μείνει ένα κοντσέρτο στην πατρίδα μου, τη Βέροια. Εκεί ήταν η δασκάλα μου από το δημοτικό, οι συμμαθητές μου, όλη η Βέροια. Πολλές στιγμές. Οπως όταν πέθαναν οι γονείς μου κι εγώ δεν παρευρέθηκα στον αποχαιρετισμό τους γιατί τραγουδούσα.

Από πολύ νωρίς έμαθα ότι όταν τελειώνεις από το θέατρο κι επιστρέφεις σπίτι σου, είσαι η μαμά, η σύζυγος, η Σόνια. Χθες στον Ελληνικό Κόσμο στο “Cats” ζήσαμε έναν θρίαμβο. Σήμερα το πρωί σηκώθηκα να σιδερώσω και να κάνω δουλειές. Γιατί πρέπει πάντα να γειωνόμαστε. Κάνουμε ένα επάγγελμα που είναι μεν ευλογημένο, ξεχωριστό, με μεγάλη προβολή, αλλά είμαστε και άνθρωποι».

Ο ρόλος της Γκριζαμπέλα

 

«Στο “Cats” βρέθηκα τελείως ξαφνικά. Μου είπαν ότι θα μου ταίριαζε πολύ ο ρόλος της Γκριζαμπέλα και είχαν δίκιο, γιατί είναι ένας ρόλος κομμένος και ραμμένος πάνω μου. Δέχτηκα με πολύ μεγάλη χαρά, γιατί ήθελα να ξαναβρεθώ σε σκηνή της Ελλάδας. Η ομάδα όλων των παιδιών είναι συγκλονιστική. Τα πάω τέλεια μαζί τους, όπως και με όλα αυτά τα περίφημα και ταλαντούχα “γατάκια” που δούλεψαν πάρα πολύ σκληρά και κάθε μέρα είναι εκεί με όλη τους την καρδιά.

Στο “Cats”, φυσικά, τραγουδάω και το “Memory”, μην το ξεχνάτε. Και ποιος δεν θέλει να το πει; Είναι πολύ επιτυχημένη δουλειά. Η τελευταία παράσταση θα δοθεί στις 27 Μαΐου.

Τελειώνω αυτό τον καιρό κάποιες ηχογραφήσεις και ετοιμάζομαι για κάποια πιο εναλλακτικά πράγματα, τα οποία ίσως ξαφνιάσουν, ίσως όχι. Πάλι όμως μέσα στο στοιχείο μου. Θα κάνω και μερικά κοντσέρτα. Θα φύγω στο εξωτερικό, θα ξανάρθω – αυτό που κάνω πάντα.

Αυτές τις μέρες έχω σταθεί σε ένα τραγούδι του Πάνου Γαβαλά, το “Μακριά μου να φύγεις”, που ερμηνεύει η Ελένη Βιτάλη. Οταν ακούω αυτή τη γυναίκα, μου έρχεται ένας λυγμός, γιατί φτάνει σε μένα όλος ο πόνος της ψυχής της. Βέβαια, ακούω και κλασική μουσική. Και Κάλλας. Ανοίγω και το ραδιόφωνο, αλλά αμέσως αλλάζω σταθμό, αν κάτι δεν μου αρέσει. Δεν αντέχουν τ’ αυτιά μου καθόλου.

Σαν μικρή μαθήτρια, κάθε μέρα ανανεώνω τους όρκους μου με αυτό τον γάμο που λέγεται μουσική. Κάθε μέρα παρακαλώ τον μαέστρο να πούμε το τραγούδι μια ακόμη φορά, πριν αρχίσω. Κάθε μέρα που ξυπνάω, είναι σαν να έχω ξεγράψει ό,τι έχω κάνει και να ξαναρχίζω απ’ την αρχή. Αν νομίσεις έστω και μια στιγμή ότι τα ξέρεις όλα, χάθηκες. Το επάγγελμά μας είναι σκοπός. Είναι λειτούργημα.

Κρατάω μια κουβέντα της μάνας μου, που μου ’λεγε “όπου κοιτάς, να βλέπεις την ομορφιά”. Η ομορφιά μπορεί να υπάρξει ακόμη και στο συγκλονιστικό τίποτα ενός ανθρώπου που δεν έχει στην κυριολεξία τίποτα. Αυτός ο άνθρωπος μπορεί να λάμψει από ομορφιά και ευγνωμοσύνη».

Δημοσιεύθηκε στο φύλλο 50 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 20 Μαΐου