Θέατρο: Στέλλα, κοιμήσου

Το έργο γράφτηκε με τη δημιουργική συμμετοχή των ηθοποιών. Κάθε παράσταση είναι ξεχωριστή, καθώς ο διάλογος διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό ζωντανά στη σκηνή



2 Νοεμβρίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 7:12 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 7:12 μμ


Της Ρένας Κατσαρού

Τι μπορεί να κρύβει μέσα μια βίλα πεντακοσίων και βάλε τετραγωνικών χλιδής και πλούτου; Εξω πισίνες, γκαζόν και μια ιλουζιόν παραδείσου και νηνεμίας. Ολα σε επιβλητική τάξη και σε μια λογική ότι είτε πάμε βόλτα με σκάφος στον Ινδικό Ωκεανό είτε απολαμβάνουμε σιέστα, συμφέρον και πιστολίδι πάνε μαζί. Σε ένα τέτοιο σπίτι κατοικούν οι ήρωες του έργου «Στέλλα, κοιμήσου» του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Γιάννη Οικονομίδη. Η οικογένεια Γερακάρη κουμαντάρεται από έναν πατέρα-αφέντη που κυκλοφορεί με ρεβόλβερ στην κωλότσεπη και απλώς ξεσκονίζει την επιφάνεια της ετοιμόρροπης οικογένειάς του: των τριών ανεπίκαιρων παιδιών και της αλκοολικής συζύγου του. Ολοι φτάνουν ως ένα σημείο «επαναστατικότητας». Μέχρι το σημείο, δηλαδή, που θα χρειαστεί να ξαναγυρίσουν για να ξαναφορέσουν τις αλυσίδες τους.

Η παράσταση ανεβαίνει για τρίτη χρονιά. Μέχρι στιγμής, μετράει χιλιάδες θεατές, εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία και δύο σημαντικά βραβεία: το «Δημήτρης Χορν», που δόθηκε την περσινή άνοιξη στον Γιάννη Νιάρρο, που υποδύεται τον γιο της οικογένειας, και το «Μελίνα Μερκούρη», που απέσπασε η Ιωάννα Κολλιοπούλου, η οποία υποδύεται τη Στέλλα.

Από τη βία και τον ξεπεσμό στη μεταμοντέρνα εποχή
Σε μια οικογένεια όπου ο νόμος του πατέρα εφαρμόζεται με «μαφιόζικες» μεθόδους, η Στέλλα αρνείται να παντρευτεί αυτόν που της επιβάλλεται από το περιβάλλον της και επιμένει για το αυτονόητο δικαίωμα της προσωπικής επιλογής. Με αφορμή έναν απαγορευμένο έρωτα, το έργο καταγράφει τη σημερινή πραγματικότητα και ανατέμνει έναν κόσμο εδραιωμένο στο ψέμα, το χρήμα, τη χυδαιότητα και το έγκλημα. Το «Στέλλα, κοιμήσου» γράφτηκε με τη δημιουργική συμμετοχή των ηθοποιών της παράστασης κατά τη διάρκεια των προβών. Κάθε παράσταση είναι ξεχωριστή, καθώς ο διάλογος σε μεγάλο βαθμό διαμορφώνεται ζωντανά στη σκηνή, με βάση ένα συγκεκριμένο κείμενο.
Ο Οικονομίδης, όπως και στον κινηματογράφο, έτσι κι εδώ δημιουργεί ένα σύμπαν κορεσμένο από βία, βωμολοχία, συναισθηματικό ξεπεσμό και με όλα τα φώτα ανοιχτά από κάποια στιγμή κι έπειτα. Με τη σφραγίδα ενός ρεαλισμού που δεν σοκάρει πια ως κάτι ανοίκειο και αλλούτερο. Καχεκτικοί μικροαστοί που ηδονίζονται μαζικά όταν ο εύκολος δρόμος της μίζας, του ρουσφετιού και της λαμογιάς ανοίγεται χωρίς καν σήμανση μπροστά τους. Κι όλα αυτά ως η εξαμβλωματική κατάκτηση ενός κόσμου που την παρακμή την ονόμασε μεταμοντέρνα εποχή. Πώς να σοκάρει ο Οικονομίδης, όταν φέρνει στο προσκήνιο κάτι που συμβαίνει κάτω από αυτόν εδώ τον ήλιο, στο έδαφος αυτού του τόπου, από ανθρώπους που γίνονται γονείς με την ίδια ευκολία που καταβροχθίζουν τα σκουπίδια μιας καντίνας; Ο ευφυής δημιουργός πετυχαίνει όμως να παγώσει τη συστολή του καθενός που, σιωπηλά ή φωναχτά, παραδέχεται την εγγύτητα με αυτό τον πάτο.

Ανθρώπινες εκδοχές της πραγματικότητας
Οι ηθοποιοί είναι παρόντες και τα εκατό λεπτά που το σκληρό φως πέφτει πάνω στην αθέατη ιδιωτική αδυναμία και τα κάνει όλα ρημαδιό. Από τον συγκλονιστικό Στάθη Σταμουλακάτο, τον μαφιόζο πατέρα, και τον Γιάννη Νιάρρο, που είναι υποδειγματικά ο άτοπος και άχρονος πιτσιρικάς, μέχρι την Ιωάννα Κολλιοπούλου, τη γδαρμένη Στέλλα με τη φόρμα και τα αχτένιστα μαλλιά. Ολοι έσκαψαν με τα νύχια τους και βρήκαν τις ανθρώπινες εκδοχές που παραμένουν εκδοχές αληθινής ζωής, ακόμη κι αν σε απόσταση αναπνοής τούς παρακολουθούν τόσα και τόσα κόκκινα μάτια θεατών. Είναι παρήγορο, πάντως, που η έξοδος των θεατών από το θέατρο δεν είχε το βάρος ενός μακάβριου συμπεράσματος. Σημάδι ότι οι άνθρωποι μπορούν, είναι στη φύση τους, τώρα, αύριο, χθες, να είναι ανυπάκουοι σε ό,τι φθείρει τον ορισμό τους.

Παίζουν με αλφαβητική σειρά οι Αντώνης Ιορδάνου, Ιωάννα Κολλιοπούλου, Ασημίνα Ξηρού, Γιάννης Μυλωνάς, Καλλιρρόη Μυριαγκού, Γιάννης Νιάρρος, Στάθης Σταμουλακάτος, Ελλη Τρίγγου.

Info
Θέατρο «Τζένη Καρέζη», Ακαδημίας 3, Αθήνα. Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00.

Δημοσιεύθηκε στο φύλλο 73 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 28 Οκτωβρίου