Γυναίκες στις Κορυφές



2 Φεβρουαρίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 1:09 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 1:09 μμ


Η Βανέσα Αρχοντίδου και η Χριστίνα Φλαμπούρη, 41 και 29 ετών αντίστοιχα, μέλη του Αθηναϊκού Ορειβατικού Συλλόγου και του ΕΟΣ Αχαρνών, επιδιώκουν το 2018 να φτάσουν πιο κοντά στην κατάκτηση των επτά κορυφών του κόσμου. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη «ορειβατική πρόκληση», καθώς από τις 71 γυναίκες παγκοσμίως που το έχουν καταφέρει, καμία μέχρι στιγμής δεν καταγόταν από την Ελλάδα. Στις 4 Ιουλίου 2017, λοιπόν, ήταν οι πρώτες Ελληνίδες που πάτησαν τη χιονισμένη κορυφή της Αλάσκας, πλησιάζοντας ακόμα πιο κοντά στον στόχο τους. Επόμενος στόχος, το Εβερεστ, στην κορυφή του οποίου έχουν φτάσει συνολικά 4.093 άτομα, εκ των οποίων μόλις το 10% είναι γυναίκες (επίσης καμία Ελληνίδα). Το «New Page» τις φωτογράφισε και μίλησε μαζί τους για το πώς είναι να βλέπεις τα πράγματα από εκεί ψηλά…

Της Κατερίνας Γιοσμά / [email protected]Φωτογραφίες: Πέλα Σκινιώτη

«Δύο Ελληνίδες κατέκτησαν την κορυφή της Αλάσκας». Τι σας φέρνει αυτός ο τίτλος στο μυαλό;

Χριστίνα: Μου προκαλεί μια γλυκιά αίσθηση, σαν να ήταν ένα παραμύθι με αίσιο τέλος, μια γεμάτη εμπειρία που, αν την ξαναζούσα, δεν θα άλλαζα τίποτα. Ηταν η τέταρτη κορυφή που θα επιχειρούσαμε και ο βαθμός δυσκολίας της ήταν ένα πολύ καλό τεστ για να δούμε αν θα είμαστε σε θέση να επιχειρήσουμε το Εβερεστ… Επομένως, το θεωρήσαμε σημαντικό ορόσημο για την προσπάθειά μας να κατακτήσουμε τις επτά υψηλότερες κορυφές του κόσμου. Επίσης το γεγονός ότι δεν είχε πατήσει τη συγκεκριμένη κορυφή άλλη Ελληνίδα θα μας βοηθούσε στην προσέλκυση υποστηρικτών για τις επόμενες αποστολές μας.
Βανέσα: Η εικόνα που έχω στο μυαλό μου είναι δύο κίτρινες κουκκίδες να προχωρούν αργά αργά πάνω σε μια κόψη, να ενώνονται και να χοροπηδάνε. Κάπως έτσι βιώσαμε με τη Χριστίνα την κατάκτηση της κορυφής. Πιαστήκαμε χέρι χέρι, κάναμε τα τελευταία βήματα για την κορυφή και, παρ’ όλη την κούραση που είχαμε και την έλλειψη οξυγόνου, αρχίσαμε να χοροπηδάμε. Στόχος μας είναι να ολοκληρώσουμε ένα ορειβατικό project που λέγεται «7 summits» και απαιτεί την ανάβαση της υψηλότερης κορυφής κάθε ηπείρου. Με τη Χριστίνα, λοιπόν, γνωριστήκαμε πριν από τέσσερα χρόνια, δέσαμε ως άνθρωποι, γιατί, παρότι έχουμε διαφορά ηλικίας, έχουμε την ίδια οπτική για τα πράγματα -μας αρέσει να ταξιδεύουμε, να κυνηγάμε τον στόχο- κι έτσι γίναμε ομάδα. Θέλαμε να αποδείξουμε στον εαυτό μας και να δώσουμε ένα έμπρακτο παράδειγμα ότι μια γυναίκα μπορεί να κάνει τα πάντα, αρκεί να μην εγκλωβίζεται σε ρόλους που παραδοσιακά η κοινωνία τής έχει αναθέσει και να βάζει στόχους που γεμίζουν την ίδια. Γι’ αυτό και ξεκινήσαμε πρόσφατα και τη δημιουργία ενός σάιτ με τίτλο «a woman can be» (awomancanbe.com), όπου παρουσιάζουμε τη δράση μας, εμπνέοντας και άλλες γυναίκες να κυνηγήσουν το όνειρό τους.

Ποια ήταν η προετοιμασία σας;

Χρ.: Στην προετοιμασία μας για το Ντενάλι σημαντικό στοιχείο ήταν τα βάρη, που σε προηγούμενες αποστολές δεν ήταν τόσο πολύ, καθώς έπρεπε να κουβαλήσουμε πάνω από 30 κιλά. Επομένως, εκτός από το πρωινό γυμναστήριο (πριν από τη δουλειά), είχαμε τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα trekking στο βουνό με 15 κιλά βάρος ώστε να συνηθίσει το σώμα μας.
Β.: Η προετοιμασία είχε κομμάτι σωματικό, ψυχικό αλλά και οργανωτικό. Σωματικά, έπρεπε να είμαστε έτοιμες να περπατάμε 10-12 ώρες τη μέρα κουβαλώντας τα κιλά που είπε η Χριστίνα σε σακίδιο και έλκηθρο. Ψυχικά, έπρεπε να είμαστε προσηλωμένες στον στόχο σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην παρατήσουμε την προσπάθεια λόγω των δυσκολιών ή της κούρασης. Οργανωτικά, η προετοιμασία είχε για εμάς μια επιπλέον πρόκληση, αφού εξαιτίας του κόστους του ταξιδιού έπρεπε να βρούμε υποστηρικτές που θα μπορούσαν να καλύψουν μέρος των εξόδων και να προλάβουμε τις προθεσμίες. Μόνες μας κανονίσαμε τα πάντα, από το μάζεμα του απαιτούμενου εξοπλισμού έως το κλείσιμο εισιτηρίων, ξενοδοχείων και ασφαλιστήριων συμβολαίων.

Περιγράψτε μου μια τυπική μέρα εκεί.

Χρ.: Η κάθε μέρα είχε μέσο όρο περίπου 8 ώρες πορεία στο βουνό. Οταν φτάναμε στον προορισμό μας, στήναμε τις σκηνές μας, τρώγαμε και ξεκουραζόμασταν για να αντέξουμε το πρόγραμμα της επόμενης μέρας. Κατά τη διάρκεια της ξεκούρασης συχνά ακούγαμε μουσική από ένα ipod και τραγουδούσαμε. Χωρίς να υπάρχει άγχος και απολαμβάνοντας το μαγικό τοπίο που βλέπαμε, πράγμα που στην καθημερινή ζωή «ξεχνάμε» να το κάνουμε.
Β.: Ολο το ταξίδι ήταν μια μεγάλη μέρα, αφού το καλοκαίρι στην Αλάσκα ο ήλιος δεν δύει (σ.σ.: γέλια). Κάθε μέρα έπρεπε να περπατάμε 6-12 ώρες, ανάλογα με το σημείο του βουνού όπου βρισκόμασταν, να φροντίζουμε για τη σωστή ενυδάτωση του οργανισμού μας και τη διατήρηση των επιπέδων ενέργειάς μας (ανά ώρα πεζοπορίας κάναμε δεκάλεπτα διαλείμματα), να στήνουμε κάθε μέρα τη σκηνή μας (και το «νοικοκυριό» μας, όπως χαριτολογώντας λέγαμε με τη Χριστίνα) και να βοηθάμε τους οδηγούς, αφού εκείνοι ήταν υπεύθυνοι για την παρασκευή του φαγητού της ομάδας και για το λιώσιμο του χιονιού, ώστε να έχουμε νερό. Σημειώνω ότι η ομάδα μας στο συγκεκριμένο βουνό απαρτιζόταν από 9 ορειβάτες και 3 οδηγούς.

Πόσο δαπανηρό είναι όλο αυτό; 

Χρ.: Είναι αρκετά δαπανηρό και το κόστος αποτελεί μια ακόμα μεγάλη δυσκολία. Για μια αποστολή πρέπει να μαζεύουμε χρήματα πολύ καιρό. Αυτό το διάστημα έχουμε υποστηρικτές τη North Face, την οποία είχαμε και στο Ντενάλι, και την Go Pro, πράγμα που μας δίνει ιδιαίτερη χαρά, γιατί έχουμε στην ομάδα brands που αγαπάμε και δεν μπορούμε χωρίς αυτά στο βουνό.
Β.: Το Εβερεστ, για παράδειγμα, για μια ομάδα 2-3 ατόμων χρειάζεται ένα μπάτζετ 120.000-150.000 ευρώ προκειμένου να επιχειρηθεί. Σίγουρα, λοιπόν, υπάρχει ανάγκη για χορηγούς, με δεδομένο ότι εμείς δεν είμαστε επαγγελματίες ορειβάτες και επιπλέον είμαστε εργαζόμενες γυναίκες – όχι από επιλογή.

Αισθανθήκατε ότι κάποια στιγμή κινδυνεύει η ζωή σας;

Χρ.: Ο φόβος είναι κάτι σχετικό που ο καθένας τον αισθάνεται πολύ διαφορετικά. Για εμένα η ενασχόλησή μου με το βουνό ξεκίνησε με στόχο να καταπολεμήσω τον φόβο μου για τα ύψη. Είναι μια διαρκής διαδικασία και μέσα από αυτή βγαίνω πιο δυνατή. Ευτυχώς μέχρι στιγμής ποτέ δεν βρέθηκα σε σημείο να πω «αυτά είναι τα τελευταία μου λεπτά». Μπορεί να είμαι τυχερή ή απλώς η ισορροπία μεταξύ του πάθους για την κορυφή και της ασφάλειας να βρίσκεται σε καλά επίπεδα.
Β.: Δεν γίνεται να μην φοβάται κάποιος, μάλλον θα είναι -ας μου επιτραπεί- χαζός. Το κλειδί βρίσκεται στη διαχείριση του φόβου. Οταν τον ξεπερνάς, είσαι πιο ελεύθερος, πιο ζωντανός. Και όταν έχει τελειώσει μια δύσκολη ανάβαση, κρατάς μόνο τα καλά, τα θετικά. Ετσι αποκτάς μια στάση ζωής, όχι όμως αυτή του ατρόμητου. Αλλάζεις προοπτική. Πάντως, προσπαθούμε να ελαχιστοποιήσουμε τον πιθανό κίνδυνο. Δεν είμαστε παράτολμες, εγώ πάντα σκέφτομαι ότι είμαι μητέρα δύο παιδιών και πρέπει να επιστρέψω στο σπίτι μου και για έναν επιπλέον λόγο. Θέλουμε όλα τα εγχειρήματα να τα κάνουμε με ασφάλεια. Διαλέγουμε καλά γραφεία οδηγών βουνού, έχουμε μαζί μας φίλους συνορειβάτες στο ταξίδι μας και δημιουργούμε έτσι μια μεγαλύτερη ομάδα, προσπαθώντας, όταν έρχεται μια δύσκολη ώρα στο βουνό και πρέπει να αποφασίσουμε αν θα συνεχίσουμε, να μην παίρνουμε παρορμητικές αποφάσεις.

Η ορειβασία σε κάνει «καλύτερο» άνθρωπο;

Χρ.: Σίγουρα ναι. Σε κάνει να εκτιμάς τις καθημερινές στιγμές της ζωής, που οι ρυθμοί της καθημερινότητάς μας δεν μας το επιτρέπουν. Σε κάνει να εκτιμάς την αίσθηση της ασφάλειας, τις στιγμές ξεκούρασης κ.λπ. Επίσης πιστεύω ότι σε κάνει πιο δυνατό, πιο λογικό απέναντι σε κάθε δυσκολία της καθημερινότητας.
Β.: Δεν ξέρω αν σε κάνει καλύτερο, πάντως σίγουρα σου δίνει μια άλλη προοπτική για να βλέπεις τα πράγματα. Γενικότερα, η επαφή με τη φύση σού αλλάζει τον τρόπο που σκέφτεσαι. Το βλέπω και στη δουλειά μου. Συνειδητοποιείς πόσο μικρός είσαι σε σχέση με όλα τα θαύματα που βλέπεις γύρω σου και γίνεσαι πιο ταπεινός. Παράλληλα όμως με έναν περίεργο τρόπο, όταν καταφέρνεις τον στόχο σου και κατακτάς την κορυφή ενός βουνού, αισθάνεσαι και πολύ δυνατός ως άνθρωπος.

Είναι τελικά περισσότερο ανδρικό άθλημα, εννοώντας ότι συναντάμε πιο πολλούς άνδρες να ασχολούνται με αυτό; Ποιος είναι ο λόγος;

Β.: Νομίζω ότι στα αθλήματα δράσης γενικότερα το ποσοστό γυναικών είναι μικρότερο σε σχέση με αυτό των ανδρών. Το αποδίδω σε καθαρά κοινωνικούς λόγους. Τα αγόρια από μικρή ηλικία στρέφονται από τους γονείς σε αθλήματα που απαιτούν δύναμη, ενέργεια και γίνονται σε εξωτερικό περιβάλλον, ενώ τα κορίτσια είναι πιο σύνηθες να τα κατευθύνουν σε αθλήματα όπως η ενόργανη ή να τα στέλνουν στον χορό ή στο μπαλέτο.

Οι δικοί σας άνθρωποι -φίλοι, σύντροφοι, συνάδελφοι- τι σας λένε;

Χρ.: Ο φίλος μου είναι ιστιοπλόος, επομένως γνωρίζει την αίσθηση που σου χαρίζει η φύση, καθώς και την προσπάθεια που χρειάζεται για να κατακτήσεις τους στόχους σου. Συναντιόμαστε κάπου στη μέση, προσπαθώντας ο ένας να ακολουθήσει τον άλλο στις εξορμήσεις του. Φυσικά, έπειτα από μια αποστολή βουνού πρέπει να κάνω ένα ταξίδι στη θάλασσα ή έστω λίγο ιστιοπλοΐα για κρατήσω ισορροπίες.
Β.: Είμαι τυχερή που ο άνδρας μου ασχολείται και εκείνος με το βουνό. Ξεκινήσαμε μαζί αυτή την ενασχόληση και καταλαβαίνει τους λόγους που συνεχίζω και μου αρέσει να ασχολούμαι με την ορειβασία, ακόμα και μετά τη γέννηση των παιδιών μας.

Αν σας έλεγε αύριο η κόρη σας ότι θέλει να κατακτήσει το Εβερεστ και φεύγει άμεσα σε αποστολή, πώς θα αντιδρούσατε;

Χρ.: Σίγουρα θα ανησυχούσα, αλλά θα την ενθάρρυνα να πετύχει τον στόχο της.
Β.: Θα της έλεγα: «Αγάπη μου, μπορεί να έρθει μαζί και η μανούλα;» (σ.σ.: γέλια). Βέβαια, έχω δύο γιους και ίσως μιλάω εκ του ασφαλούς. Θα ήμουν περήφανη, γιατί συνήθως οι νέοι στις μέρες μας δεν αγαπούν την κούραση και την ταλαιπωρία. Επίσης λίγοι είναι αυτοί που, εκτός από τους επαγγελματικούς στόχους, βάζουν στα θέλω τους και την επίτευξη προσωπικών στόχων. Σίγουρα, αν δεν είχα ασχοληθεί με το βουνό, θα αισθανόμουν πιθανότατα φόβο, αλλά πάντα το άγνωστο μας δημιουργεί φόβο και έχω την αίσθηση ότι πιο πολύ θα με φοβίζει στο μέλλον ότι τα παιδιά μου θα βγαίνουν μπαρ, θα πίνουν και μετά θα οδηγούν και λιγότερο οι δραστηριότητες σχετικά με το βουνό ή με κάποιο άλλο άθλημα.

Θα μπορούσε η Ελλάδα να αποτελέσει πόλο έλξης ξένων ορειβατών; Και γιατί πιστεύετε ότι δεν έχει αξιοποιηθεί ακόμη αυτό τουριστικά;

Β.: Νομίζω ότι γίνονται βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Για παράδειγμα, ο Ολυμπος, που είναι το βουνό των θεών της μυθολογίας, έχει προβληθεί αρκετά εκτός Ελλάδας και πλέον βλέπουμε περισσότερους ορειβάτες από το εξωτερικό να τον επισκέπτονται. Ωστόσο, η χώρα μας λόγω κλίματος έχει μικρή περίοδο κατά την οποία κάποιος θα μπορούσε να κάνει χειμερινά σπορ και σίγουρα οι υποδομές δεν είναι και οι καλύτερες. Ως άνθρωπος του μάρκετινγκ, πιστεύω ότι για να εκμεταλλευτούμε τουριστικά τα ορεινά μέρη της Ελλάδας, με δεδομένο ότι δεν έχουμε υψηλά υψόμετρα ή μεγάλη τουριστική περίοδο σε σχέση με άλλα μέρη του κόσμου, θα πρέπει να χτίσουμε τον «μύθο» των βουνών μας και να δημιουργήσουμε υποδομές που θα παρέχουν πολύπλευρες εμπειρίες στους επισκέπτες. Τέλος, αναφορικά με τους λιγότερους Ελληνες που κατακτούν ξένες κορυφές σε σχέση με άλλους λαούς, αυτό δεν οφείλεται στο ότι είμαστε λιγότερο ικανοί. Απλώς χρειάζονται πολλά χρήματα γι’ αυτές τις αποστολές, όπως προανέφερα, και καλή προετοιμασία.

Πιο συχνά τα ατυχήματα στον Ολυμπο

Τα τελευταία χρόνια ακούμε όλο και πιο συχνά για ατυχήματα στον Ολυμπο. Πού οφείλεται αυτό; Η Βανέσα το αποδίδει στο γεγονός ότι η ορειβασία είναι πιο διαδομένη πια, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό, οπότε η προσέλευση είναι αυξημένη σε σχέση με το παρελθόν λόγω και του διαδικτύου. Σε αυτό βοηθούν επιπλέον οι υποδομές, οι οποίες είναι διαθέσιμες πια και τον χειμώνα και το καλοκαίρι. «Παίζουν, βέβαια, ρόλο και τα Μέσα, καθώς ενδιαφέρονται περισσότερο για τέτοιου είδους ατυχήματα, ίσως γιατί τα τροχαία δεν μας απασχολούν πια και θεωρούνται κάτι συνηθισμένο. Εμείς θα πηγαίνουμε σίγουρα εκεί δύο φορές τον χρόνο για προπόνηση και σε περίοδο προετοιμασίας μπορεί και περισσότερες φορές. Λόγω απόστασης όμως προτιμούμε να προπονούμαστε δύο φορές την εβδομάδα – τουλάχιστον στη διαδρομή Σκαλάκια της Πάρνηθας, στα 600 μέτρα». Η Χριστίνα συμπληρώνει: «Θυμάμαι ότι την πρώτη φορά που έκανα αυτή τη διαδρομή στην Πάρνηθα αγκομαχούσα να ανέβω. Τώρα ξεκινάμε έτσι τη μέρα μας και αισθανόμαστε καλύτερα. Είναι και η στιγμή που θα βρεθώ με τη Βανέσα και θα πούμε τα νέα της μέρας μαζί με έναν καφέ. Ως προς τα ατυχήματα, σημαντικό είναι να μην υπερεκτιμούμε τις δυνάμεις μας και να μην αμελούμε τους κανόνες ασφαλείας ή τις προειδοποιήσεις του καιρού. Το κάθε βουνό έχει κανόνες. Συνήθως, ιδιαίτερα οι πιο έμπειροι την πατάνε από υπερβολική σιγουριά, ίσως και από απλή βαρεμάρα, επειδή το έχουν κάνει πολλές φορές. Καλύτερα να χάσεις μια κορυφή παρά τη ζωή σου».

Δείτε περισσότερα:

www.awomancanbe.com
www.eosacharnon.gr
www.aos.gr