Πιερρακάκης: «Έχουμε την ταχύτερη αποκλιμάκωση χρέους παγκοσμίως»



May 8, 2026· Ώρα δημοσίευσης: 7:52 am · Τελευταία τροποποίηση: 7:52 am

Η Ελλάδα έχει την ταχύτερη αποκλιμάκωση χρέους παγκοσμίως, με το δημόσιο χρέος να ακολουθεί σταθερά καθοδική πορεία, ενώ ο στόχος είναι να βρεθεί κάτω από το 120% του ΑΕΠ έως το 2029. Η μείωση αυτή, αποτελεί προϋπόθεση οικονομικής σταθερότητας και εθνικής κυριαρχίας. Αυτό ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, σε ομιλία του στο Gala Dinner του 7ου Συνεδρίου του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, με θέμα «The World in Disruption».

Όπως είπε, επίσης ο υπουργός, αλλάζει το πλαίσιο στη δέουσα επιμέλεια λογιστών- νέοι ρόλοι για ΥΠΕΘΟΟ, ΑΑΔΕ και Οικονομικό Επιμελητήριο. Επισημαίνοντας ότι στο νομοσχέδιο που θα ψηφιστεί την επόμενη Τετάρτη, μια σειρά από διατάξεις αποτελούν προϊόν διαλόγου με τους κοινωνικούς και επαγγελματικούς φορείς, όπως η μείωση των προστίμων για εκπρόθεσμες μηδενικές δηλώσεις ΦΠΑ και η κατάργηση προστίμων για δηλώσεις με οφειλή έως 100 ευρώ.

Ενώ, για την κρίση στη Μέση Ανατολή, επανέλαβε ότι πρώτα απ’ όλα, χρειάζονται μέτρα στοχευμένα και αποτελεσματικά, που θα προστατεύουν τους πιο ευάλωτους πολίτες και τις πιο εκτεθειμένες επιχειρήσεις, χωρίς να ρισκάρουν νέες δημοσιονομικές ανισορροπίες.

Αναλυτικά, ο υπουργός είπε τα εξής:

«Είναι μεγάλη τιμή να βρίσκομαι σήμερα εδώ, όντως με πολλαπλές ιδιότητες όπως αναφέρατε, αλλά εγώ θα αναφέρω και άλλη μία ιδιότητα, αυτή του μέλους του Οικονομικού Επιμελητηρίου, η οποία είναι εξαιρετικά κρίσιμη για να μπορώ να παρακολουθώ ανάμεσα σε άλλα ανεξάρτητα από την τρέχουσα ιδιότητά μου και το τι κάνετε ως δραστηριότητα. Και νομίζω ότι είστε εξαιρετικά ενεργοί και ότι το σύνολο των δράσεων σας έχει παίξει καταλυτικό ρόλο στο να μπορούμε πράγματι να έχουμε ώσμωση, Πολιτεία και Επιμελητήριο, και να μεταβολίζουμε τις προτάσεις σας σε πράξεις- αυτό ακριβώς δηλαδή το οποίο προσπαθήσαμε να κάνουμε.

Το συνέδριό σας, είναι ένα διεθνές συνέδριο που δεν αφορά μόνο τους οικονομικούς δείκτες και τους αριθμούς, αλλά τις κοινωνίες, την ασφάλεια και τις προοπτικές των πολιτών. Και σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η οικονομική πολιτική αποκτά πλέον βαθύτερο ρόλο.

Γιατί σήμερα δεν αρκεί μόνο η ανάπτυξη. Χρειάζεται ανθεκτικότητα απέναντι στις κρίσεις. Σταθερότητα μέσα στην αβεβαιότητα. Εμπιστοσύνη ότι οι κοινωνίες μας μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς απέναντι στις πραγματικά πολύ μεγάλες αλλαγές οι οποίες συντελούνται γύρω μας.

Η διεθνής συγκυρία, η αλήθεια είναι, ότι είναι ίσως πιο σύνθετη από κάθε άλλη φορά τις τελευταίες δεκαετίες. Ξεκινάω με αυτό το οποίο κατά βάση συζητάμε, την κρίση στη Μέση Ανατολή και η αλήθεια είναι ότι οι προσδοκίες για μια γρήγορη αποκλιμάκωση της κρίσης δεν έχουν, μέχρι στιγμής, επιβεβαιωθεί. Και αυτή η κρίση λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής κινδύνων για την παγκόσμια οικονομία και, κατ’ επέκταση, για την Ευρώπη και την Ελλάδα. Τις τελευταίες ώρες γίνονται προσπάθειες και διαπραγματεύσεις για την αποκλιμάκωση της έντασης. Ευχόμαστε αυτή τη φορά να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος και να ανοίξει ένας δρόμος μεγαλύτερης σταθερότητας και ειρήνης. Ωστόσο, η δική μας δουλειά, η δική μας αρμοδιότητα, είναι πάντοτε να είμαστε σε εγρήγορση και πάντοτε να παρακολουθούμε τα γεγονότα από κοντά.

Οι επιπτώσεις της κρίσης είναι ήδη ορατές. Οι ενεργειακές αγορές αντιδρούν με έντονη μεταβλητότητα. Το κόστος των θαλάσσιων μεταφορών αυξάνεται. Τα ασφάλιστρα κινδύνου εκτοξεύονται. Οι κρίσιμοι εμπορικοί διάδρομοι, προφανώς τα Στενά του Ορμούζ αλλά και όχι μόνο, από τη Διώρυγα του Σουέζ έως τη Μεσόγειο και φυσικά μέχρι τα Στενά του Ορμούζ, βρίσκονται υπό πίεση.

Αυτό πρακτικά σημαίνει μια άλλη καθημερινότητα: Με υψηλότερο κόστος ενέργειας, με ακριβότερα αγαθά, με καθυστερήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, με μεγαλύτερη πίεση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Οι πολίτες αισθάνονται καθημερινά αυτή την πίεση, ειδικά οι πιο ευάλωτοι και βέβαια το ίδιο και οι επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, μια αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10 δολάρια το βαρέλι μπορεί να περιορίσει την παγκόσμια ανάπτυξη κατά περίπου 0,2 ποσοστιαίες μονάδες. Μην σας ακούγεται μικρό, παρότι οικονομολόγοι. Δεν είναι. Και γι’ αυτό, η ευθύνη μας είναι να είμαστε προετοιμασμένοι ακόμη και για τα πιο δύσκολα σενάρια.

Σε αυτό το εύθραυστο περιβάλλον, ξεκινώ από την Ευρώπη, η Ήπειρός μας καλείται να ισορροπήσει σε μια λεπτή γραμμή. Να στηρίξει τις κοινωνίες της και ταυτόχρονα να διατηρήσει τη δημοσιονομική σταθερότητα και την αξιοπιστία της. Η Ευρώπη σήμερα βρίσκεται σε ένα πάρα πολύ κρίσιμο σταυροδρόμι.

Έχει γεωπολιτική αστάθεια. Η εποχή της γεωπολιτικής αθωότητας, θα λέγαμε ότι έχει τελειώσει για την Ευρώπη, είτε μιλάμε για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, είτε μιλάμε για τα ζητήματα τα οποία έχουν προκύψει συνολικά στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με την Κίνα, με τον διεθνές γεωπολιτικό παζλ το οποίο διαχειριζόμαστε, έχει να κάνει όμως και με την ενεργειακή αβεβαιότητα, με τον τεχνολογικό ανταγωνισμό και βέβαια με πιέσεις στην ανάπτυξη. Γι’ αυτό και η απάντηση της Ευρώπης δεν μπορεί να είναι ούτε διστακτική, ούτε και αποσπασματική.

Πρέπει να είναι στρατηγική, ενιαία και αποφασιστική. Καμία χώρα μόνη της δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κρίσεις τέτοιου μεγέθους. Χρειαζόμαστε κοινό ευρωπαϊκό σχεδιασμό και σίγουρα ταχύτερο συντονισμό. Πρώτα απ’ όλα, χρειαζόμαστε μέτρα στοχευμένα και αποτελεσματικά, που να προστατεύουν τους πιο ευάλωτους πολίτες και τις πιο εκτεθειμένες επιχειρήσεις, χωρίς να ρισκάρουν νέες δημοσιονομικές ανισορροπίες.

Αλλά όλα αυτά εν τέλει, είναι μόνο η αρχή. Γιατί η πραγματική πρόκληση είναι στρατηγική. Μέχρι σήμερα η κριτική που ακούμε στην Ευρώπη είναι ότι έχουμε περιοριστεί στη διαχείριση των κρίσεων. Η Ευρώπη δεν μπορεί να κάνει μόνο αυτό, πρέπει να διαμορφώσει το μέλλον της. Και αυτό σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, ενεργειακή αυτονομία. Να μειώσει τις εξαρτήσεις της από ορυκτά καύσιμα και από τις ασταθείς γεωπολιτικές ζώνες. Να επενδύσει ακόμη πιο δυναμικά στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις και στα ευρωπαϊκά ενεργειακά δίκτυα. Αυτή είναι μια πολιτική ασφάλειας και οικονομικής ανθεκτικότητας.

Εδώ να αναφέρω ότι στην τελευταία συνεδρίαση του Eurogroup, που είχαμε πριν από λίγες ημέρες, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μας παρουσίασε μια έρευνα που έχει κάνει μια αποτίμηση των μέτρων. Και αυτό το οποίο είδαμε σε αυτή την αποτίμηση ήταν ότι η ένταση αυτού που βιώνουμε οικονομικά είναι 12% μικρότερη από ό,τι θα ήταν λόγω των κινήσεων που έχουμε κάνει μετά το 2022. Δηλαδή, περαιτέρω διαφοροποίηση της ενέργειας και προφανώς περαιτέρω επενδύσεις στις ενεργειακές μας υποδομές. Φτάνουν όλα αυτά; Όχι. Πρέπει να κάνουμε και πολλά άλλα. Και αυτό το οποίο σίγουρα τονίζουμε όλοι σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι το ό,τι κάνεις σε μια κρίση, έχει το εξής χαρακτηριστικό: μένει.

Τα αποτελέσματα των πολιτικών που ελήφθησαν τη δεκαετία του ’70, μετά τις δύο πετρελαϊκές κρίσεις, έμειναν μέχρι σήμερα. Ανακαλύψαμε για πρώτη φορά τη σοβιετική ενέργεια, τότε, το 40% της παγκόσμιας υποδομής στα πυρηνικά, της ευρωπαϊκής μάλλον υποδομής στα πυρηνικά χτίστηκε τότε, αυξήθηκε η εξερεύνηση στην Βόρεια Θάλασσα των πετρελαϊκών πόρων και δημιουργήθηκε η Διεθνής Επιτροπή Ενέργειας, International Energy Agency. Υπήρχαν θετικές και αρνητικές επιπτώσεις. Τα πράγματα που έγιναν τότε. Αλλά τα πράγματα που έγιναν τότε μας επηρέασαν, μας επηρεάζουν ουσιαστικά, στην πραγματικότητα μέχρι σήμερα. ‘Αρα, ό,τι κάνεις βραχυπρόθεσμα θα έρθει να σε επηρεάσει μακροπρόθεσμα. Και αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουμε και σίγουρα οφείλουμε να το γνωρίζουμε και να το αντιλαμβανόμαστε περαιτέρω.

Χρειαζόμαστε επίσης στην Ευρώπη και στρατηγικά εργαλεία τόνωσης της ανταγωνιστικότητας, αυτό είναι και το πνεύμα των εκθέσεων Ντράγκι και Λέττα για τις οποίες συζητάμε που περιλαμβάνουν την ενίσχυση της ψηφιακής οικονομίας, τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και τη στήριξη της καινοτομίας. Έχουμε πολλές δυνατότητες αλλά ο παγκόσμιος ανταγωνισμός δεν θα περιμένει για πολύ την Ευρώπη.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας: Πρέπει να αποκτήσουμε ως ήπειρος το μέγεθος, την ταχύτητα και την αυτοπεποίθηση που απαιτεί η νέα διεθνής πραγματικότητα. Και αυτό σημαίνει: Μεγαλύτερες, πιο ισχυρές τράπεζες. Βαθύτερες και πιο λειτουργικές κεφαλαιαγορές.

Εδώ να πω ότι εμείς ως Ελλάδα έχουμε παίξει, θα μου επιτρέψετε να το πω, ηγετικό ρόλο σε αυτή την κίνηση, σε αυτή τη διαδικασία: Unicredit στην Alphabank, Euronext στο Χρηματιστήριο Αθηνών- πράγματα δηλαδή τα οποία σε άλλες χώρες ακόμη και σήμερα είναι ζητούμενα, και τα συζητάνε- εμείς τα κάναμε. Και τα κάναμε, την περασμένη χρονιά. Και αυτό δείχνει ότι αντιλαμβανόμαστε το εξής πάρα πολύ απλό – και το λέω ενώπιον και ελληνικών επιχειρήσεων- ευρωπαίους πρωταθλητές χρειαζόμαστε, όχι μόνο εθνικούς. Και αυτό δεν αφορά μόνο στην Ελλάδα και μια χώρα του μεγέθους της Ελλάδας, αφορά στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ολλανδία, στην Ιταλία, στην Ισπανία και στις μεγαλύτερες χώρες, γιατί είναι ο μόνος τρόπος να μπορέσεις να ανταγωνιστείς διεθνώς .

Εδώ επιτρέψτε μου να πω και να αναφερθώ επίσης σε ένα διάγραμμα το οποίο έδειξα στους συναδέλφους μου στην τελευταία συνεδρία στην Eurogroup, το οποίο ήταν το μέσο μέγεθος των τραπεζών στην Ευρώπη. Και η σύγκρισή τους με τις αντίστοιχες της Αμερικής και της Κίνας είναι πολύ μικρότερες. Έχουμε λιγότερες συγχωνεύσεις και εξαγοράς μετά την μεγάλη κρίση του 2008- 2009 στην Ευρώπη και οι τεχνολογικές επενδύσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών είναι πολύ μικρότερες από αυτές που κάνουν μια αμερικάνικη και μια κινέζικη τράπεζα.

Έτσι όπως πάει, όμως, και έτσι όπως κινείται η τεχνολογία, πώς θα μπορέσουν να ανταγωνιστούν παγκοσμίως; Γιατί οι καμπύλες αυτές, το ξέρετε καλά, της καινοτομίας, είναι εκθετικές. Εμείς, δυστυχώς, συνήθως, σκεφτόμαστε και δρούμε γραμμικά. Βλέπουμε τι είχε γίνει το τελευταίο δίμηνο και φανταζόμαστε ότι λίγο πολύ το επόμενο δίμηνο τα πράγματα θα πάνε αντιστοίχως. Δεν συμβαίνει έτσι. Και δεν συμβαίνει έτσι, ειδικά στην καινοτομία. Το καλό ποιο είναι με την Ευρώπη; Έχει ένα κοινό χαρακτηριστικό με μας, ως Ελλάδα.

Όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης έγινε πρωθυπουργός το 2019, η αλήθεια είναι ότι είχαμε πολλές ιστορικές εκκρεμότητες. Το καλό με τις πολλές ιστορικές εκκρεμότητες είναι ότι σου δίνουν την αναπτυξιακή ώθηση του προφανούς. Δηλαδή, έχεις πράγματα τα οποία ξέρεις ότι είναι σε συμπιεσμένο ελατήριο και αν τα κάνεις θα σου δώσουν μια αναπτυξιακή ώθηση, η οποία βρίσκεται εκεί και την οποία άλλες χώρες είχαν ήδη ανακαλύψει.

Σας παραπέμπω στην πολιτική για τα Μη Κρατικά Πανεπιστήμια ή γενικότερα για τη διεθνοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Καταλήξαμε να είμαστε μια χώρα η οποία στέλνει πάρα πολλούς φοιτητές στο εξωτερικό, αναντίστοιχα πολλούς με το μέγεθός της, χωρίς να λέω ότι αυτό είναι κάτι αρνητικό- και εγώ ίδιος έχω σπουδάσει, έχω κάνει ένα κομμάτι των σπουδών μου στο εξωτερικό- και πολλοί από εσάς, αλλά είναι άλλο πράγμα αυτό να είναι επιλογή και άλλο πράγμα αυτό να είναι ανάγκη, για πολλούς.

Λοιπόν, είναι εντυπωσιακό, ξέρετε, το πώς αυτό το πράγμα το οποίο μετά από τον νόμο που φέραμε- μόνο στην Κούβα δεν έχει λυθεί- σε όλες τις άλλες χώρες της πλανήτη, είχε λυθεί εδώ και δεκαετίες- ήταν debate, βέβαια, στο ελληνικό κοινοβούλιο, αυτό για κάποιο λόγο, το ‘24, ’25, το ίδιο debate, το οποίο είχε γενιά των γονιών μας και πιο πριν, λοιπόν, αυτό όμως, μας έκανε μια μελέτη Deloitte, για να αναφέρω, που έλεγε ότι η διεθνοποίηση της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η άρση του κρατικού μονοπωλίου μαζί ,θα σου δώσουν μια μονάδα στο ΑΕΠ. Και υπάρχουν πολλά τέτοια για την Ελλάδα. Αυτά που αξιοποιήσαμε, δηλαδή, εμείς τα τελευταία χρόνια. Λοιπόν, υπάρχουν τέτοια αναπτυξιακά μερίσματα του προφανούς και για την Ευρώπη.

Και το πιο προφανές είναι αυτό το οποίο περιγράφουμε με τον όρο Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, να το πω απλά: 10 τρισεκατομμύρια καταθέσεις είναι αυτή τη στιγμή πρακτικά ανενεργές στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. Δεν κατευθύνονται στην οικονομία, δεν μετατρέπονται σε επενδύσεις, πολλές δε καταλήγουν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η σύλληψη ποια είναι; Ότι αυτό πρέπει κάπως να το αλλάξουμε. Πώς το αλλάζεις; Το αλλάζεις με το να κεντρικοποιείς την Εποπτεία των κεφαλαιαγορών σου και να δημιουργείς μια πρακτική άρσης των εμποδίων. Γιατί; Για να μπορεί η Ευρώπη να χρηματοδοτεί τις δικές της επιχειρήσεις. Να κρατά το ταλέντο και την καινοτομία εντός των δικών της συνόρων.

‘Αρα, πρέπει να άρουμε όλα αυτά τα εσωτερικά εμπόδια τα οποία περιορίζουν την ανάπτυξη. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επίσης τα υπολογίζει σαν να είναι δασμοί. Λέει μια έκθεση του ΔΝΤ στις υπηρεσίες οι 27 ευρωπαϊκές χώρες είναι σαν έχουν ένα δασμό 110% μεταξύ τους. Αντιστοίχως, στη μεταποίηση το αντίστοιχο νούμερο είναι 44%. Αυτό από μόνο του τι δείχνει; Ότι ενώ εμείς συζητούσαμε για δασμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν είχαμε λύσει τους δικούς μας αόρατους εσωτερικούς δεσμούς και άρα έχουμε ένα προφανές αναπτυξιακό δυναμικό το οποίο κάθεται εκεί έτοιμο για να απελευθερωθεί. Μειώνοντας τον κανονιστικό κατακερματισμό, ενισχύοντας τη διασυνοριακή χρηματοδότηση, και διευκολύνοντας την κινητικότητα κεφαλαίων και επενδύσεων. Όλα αυτά είναι εμπόδια στην ίδια την ευρωπαϊκή προοπτική.

Υπάρχει άλλο ένα βήμα, επίσης, το οποίο η Ευρώπη πρέπει να κάνει άμεσα και αυτό είναι το ψηφιακό ευρώ. Σε έναν κόσμο όπου το χρήμα ψηφιοποιείται και οι τεχνολογικές ισορροπίες αλλάζουν ραγδαία, πρέπει να διασφαλίσουμε τη νομισματική μας κυριαρχία και τη στρατηγική μας αυτονομία. Και το ψηφιακό ευρώ βασικά θα είναι το θεμέλιο για μια νέα εποχή οικονομικής εμπιστοσύνης ειδικά ενώ η κυβέρνηση των ΗΠΑ και γενικά οι ΗΠΑ έχουν αποφασίσει να μην δημιουργήσουν ψηφιακό δολάριο. Αυτή είναι μια απόφαση που την έχει λάβει η Κίνα, αντίστοιχα για το νόμισμά της, αλλά οι ΗΠΑ θα δράσουν μόνο από την ιδιωτική καινοτομία στο χρηματοπιστωτικό τους σύστημα. ‘Αρα εδώ έχουμε μια στρατηγική ευκαιρία για την Ευρώπη, μέσα στα επόμενα χρόνια, ελπίζουμε κοντινά.

Και εκεί είναι που θα κριθεί ο ρόλος μας στη νέα παγκόσμια πραγματικότητα. Αν θα αποκτήσει τη δύναμη να ηγείται και να επηρεάζει τις διεθνείς εξελίξεις ή αν θα ακολουθεί παθητικά αποφάσεις τρίτων. Η απάντηση οφείλει να είναι αυτονόητη.

Κυρίες και κύριοι,

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα έχει αλλάξει ρόλο. Από χώρα που κάποτε βρισκόταν στο επίκεντρο της κρίσης, θεωρούμαστε υπόδειγμα ανάκαμψης και ανθεκτικότητας. Η ελληνική οικονομία , ακόμη και σε τόσο δύσκολους καιρούς, αναπτύσσεται με ρυθμό κοντά στο 2%- ο ρυθμός αυτός κρατείστε ότι είναι σχεδόν διπλάσιος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Οι επενδύσεις αυξάνονται να αναφέρω τις επενδύσεις και τις εξαγωγές, με ποιο σκεπτικό; Αυτά είναι τα δύο χαρακτηριστικά του μοντέλου που απέτυχε και μας έβαλε στην κρίση. Όταν αναλάβαμε τη διακυβέρνηση της χώρας το 2019, οι επενδύσεις ήταν στο 11% του ΑΕΠ με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να είναι στο 21%. Τώρα, πολύ σύντομα, οι επενδύσεις θα βρεθούν πάνω από 17%, κοντά στο 18%. Έχουμε ακόμη δρόμο να διανύσουμε. Το ίδιο συμβαίνει και με τις εξαγωγές, από όταν μπήκαμε σε καθεστώς χρεοκοπίας, ουσιαστικά, ήταν κάπου στο 20%. Τώρα είναι στο 42%. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος, επίσης, είναι 51%. ‘Αρα, και εκεί υπάρχουν βήματα να γίνουν, αλλά είμαστε στη σωστή διαδρομή.

Και βέβαια, η ανεργία έχει μειωθεί κοντά στο 8% και οδεύει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα ενώ στην κορύφωση της οικονομικής κρίσης ήταν στο 27%.

Λίγα λόγια τώρα για το δημόσιο χρέος, γιατί είναι κομμάτι, είναι εδώ και ο κύριος Τσάκωνας, που με παρακολουθεί με ενδιαφέρον, έχω χαρακτηρίσει τον ΟΔΔΗΧ και τη δουλειά του κύριου Τσάκωνα προσωπικά, ότι είναι οι «σιωπηλοί ήρωες της ελληνικής κρίσης», υπόδειγμα δημοσίων λειτουργών και ο ίδιος προσωπικά- δεν του αρέσει να το λέω από μικροφώνου, γι’ αυτό το λόγο το κάνω με πολύ μεγάλη χαρά. Έχουν κάνει σπουδαία δουλειά και αξίζουν το χειροκρότημά μας πραγματικά.

Γιατί το αναφέρω αυτό; Γιατί έχουμε την πιο ταχεία αποκλιμάκωση χρέους στον κόσμο. Κομμάτι, φυσικά, αυτής της δουλειάς είναι η οικονομική πολιτική, κομμάτι, όμως, είναι και η δουλειά που κάνει ο ΟΔΔΗΧ και τα στελέχη του. Και το δημόσιο χρέος ακολουθεί σταθερά καθοδική πορεία, ο στόχος είναι να είναι κάτω από το 120% του ΑΕΠ, έως το 2029. Κυρίες και κύριοι, αυτή είναι προϋπόθεση οικονομικής σταθερότητας και εθνικής κυριαρχίας. Τόσο απλά.

Γιατί όσο μειώνεται το χρέος, τόσο ενισχύεται η δυνατότητα της χώρας να αποφασίζει με μεγαλύτερη ελευθερία για το μέλλον της, χωρίς εξαρτήσεις και χωρίς να μεταφέρει τα βάρη στις επόμενες γενιές. Ταυτόχρονα, μειώνεται το κόστος εξυπηρέτησής του, το οποίο είναι επίσης πολύ σημαντικό, δημιουργείται περισσότερος δημοσιονομικός χώρος για την κοινωνία, τις επενδύσεις και την ανάπτυξη.

Ένα χαρακτηριστικό θα πω ότι μόνο από τις πρόωρες αποπληρωμές δανείων που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα, η χώρα εξοικονομεί περίπου 200 εκατομμύρια ευρώ ετησίως σε τόκους. Αυτοί οι πόροι που μπορούν να στηρίξουν τα εισοδήματα και να ενισχύσουν περαιτέρω την αναπτυξιακή δυναμική και νομίζω ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό – και επιτρέψτε μου να το επαναλάβω αυτό γιατί το λέω συχνά – να θεμελιωθεί η πεποίθηση μιας γενιάς ότι δεν θα περάσει ξανά τον λογαριασμό στην επόμενη, όπως τον παρέλαβε η ίδια.

Είναι το ελάχιστο χρέος μας και το ελάχιστο μάθημα αυτού που βίωσε συνολικά η ελληνική κοινωνία. Και γι’ αυτό το λόγο επιτρέψτε μου να πω πόσο αδόκιμο θεωρώ έναν δημόσιο διάλογο ή έναν κοινοβουλευτικό διάλογο ο οποίος αυτό έρχεται και το υποτιμά. Όταν ακούω από συναδέλφους μου στη Βουλή να λένε «αποπληρώνετε το χρέος, γιατί αποπληρώνετε το χρέος;», και μου θυμίζει το πολύ γνωστό ρητό που είχε ειπωθεί για τους Βουρβόνους «δεν έμαθαν τίποτα, δεν ξέχασαν τίποτα». Και είναι το ελάχιστο το οποίο οφείλουμε να κάνουμε, να μην επαναλάβουμε το ίδιο λάθος.

Κυρίες και κύριοι, αυτή η πορεία, είναι αποτέλεσμα επιλογών. Είναι αποτέλεσμα πολιτικής. Είναι αποτέλεσμα μεταρρυθμίσεων. Είναι η μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο- πυρήνας και του ενδιαφέροντος σας ως Οικονομικό Επιμελητήριο. Από την κατανάλωση στην παραγωγή. Από την εσωστρέφεια στην εξωστρέφεια.

Ανέφερα τις εξαγωγές μαζί με τις επενδύσεις, όλα αυτά είναι πολύ σωστά και θετικά βήματα. Αλίμονο εάν εφησυχάσουμε. Διότι η διεθνής αβεβαιότητα, όσο και αν πατάμε πιο καλά στα πόδια μας, σίγουρα επηρεάζει και εμάς, σίγουρα επηρεάζει και την ελληνική οικονομία, διότι το ενεργειακό κόστος πιέζει. Οι διεθνείς αγορές παραμένουν ευαίσθητες.

Και αυτό σημαίνει ένα πράγμα: Η πρόοδος δεν είναι ποτέ δεδομένη. ρέπει να τη διεκδικείς καθημερινά. Και αυτό ακριβώς κάνουμε.

Όσα έχει πετύχει η ελληνική οικονομία- δηλαδή η ελληνική κοινωνία- τα τελευταία χρόνια, είναι σήμερα η βάση αυτής της ανθεκτικότητας. Μας επιτρέπουν να στεκόμαστε δίπλα στους πολίτες όταν οι συνθήκες δυσκολεύουν, να τους στηρίζουμε και να αντιμετωπίζουμε τις διεθνείς αναταράξεις με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Πιστέψτε με, σίγουρα με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση από αυτή με την οποία τις αντιμετωπίζουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Γιατί είναι τελείως διαφορετικός ο κόσμος του 2026 από τον κόσμο του 2016 όταν κάθεσαι στο τραπέζι με τους ευρωπαίους συναδέλφους σήμερα ως Έλληνας υπουργός Οικονομικών. Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση προχώρησε σε ένα ολοκληρωμένο πακέτο μέτρων, ύψους 800 εκατομμυρίων ευρώ για την αντιμετώπιση των συνεπειών της διεθνούς κρίσης και αυτή η παρέμβαση στηρίζεται σε τρεις βασικές αρχές.

Η πρώτη αρχή είναι η στόχευση. Τα μέτρα κατευθύνονται ότι εκεί που υπάρχει πραγματική ανάγκη, σε αυτούς που πιέζονται περισσότερο, οικογένειες με παιδιά, συνταξιούχοι, ενοικιαστές, αγρότες, να επαναλάβω κάτι που ειπώθηκε προχθές, επίσης, στη συνεδρίαση του Eurogroup.

Απέδειξε η ανάλυση που μας έκανε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ότι τα μη στοχευμένα μέτρα, αναφέρω εδώ μέτρα όπως αυτά τα οποία προτείνουν σήμερα πολλά κόμματα της αντιπολίτευσης στη Βουλή, εν τέλει καταλήγουν να βοηθούν τους πλούσιους πολύ περισσότερο από τους φτωχούς, με μια αναλογία 3 προς 1. Έρχονται και λένε οι διεθνείς θεσμοί, «στοχεύστε τα μέτρα σας εκεί ακριβώς όπου υπάρχει μεγαλύτερη κοινωνική ανάγκη. Αυτό είναι που θα είναι το πιο παραγωγικό και το πιο ουσιαστικό για τις χώρες σας, τις οικονομίες σας και τις κοινωνίες σας».

Η δεύτερη αρχή είναι η ισορροπία. Στηρίζουμε την κοινωνία χωρίς να υπονομεύουμε τη δημοσιονομική σταθερότητα.

Τρίτον, η αποτελεσματικότητα. Δεν εξαγγέλλουμε μόνο έκτακτα ή μόνιμα μέτρα. Χτίζουμε εργαλεία που λειτουργούν στην πράξη. Που έχουν αποτέλεσμα. Που φτάνουν στον πολίτη.

Και εδώ θέλω να σταθώ ιδιαίτερα σε έναν κρίσιμο πυλώνα: το ιδιωτικό χρέος. Πίσω από κάθε οφειλή, το ξέρετε πολύ καλά εσείς και τα μέλη σας, υπάρχουν οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους. Υπάρχουν επιχειρήσεις που δίνουν καθημερινά μάχη για να σταθούν στην αγορά. Υπάρχουν οικογένειες που αγωνίζονται σκληρά να ορθοποδήσουν. Για αυτό η διαχείριση του ιδιωτικού χρέους είναι πολιτική συνοχής. Είναι πολιτική δεύτερης ευκαιρίας.

Σε αυτή την κατεύθυνση, προχωρήσαμε σε τρεις σημαντικές παρεμβάσεις:

Η κατάσχεση τραπεζικού λογαριασμού ενός οφειλέτη θα μπορεί πλέον να αίρεται εφόσον έχει εξοφληθεί το 25% της συνολικής οφειλής και έχουν ρυθμιστεί οι υπόλοιπες υποχρεώσεις προς τη φορολογική διοίκηση. Πρόκειται για μια ουσιαστική παρέμβαση που δίνει πραγματική «ανάσα» σε όσους κάνουν προσπάθεια να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και να επανέλθουν στην οικονομική κανονικότητα.

Δεύτερον, διευρύνεται σημαντικά η πρόσβαση στον εξωδικαστικό μηχανισμό, πλέον δίνεται η δυνατότητα ένταξης και για οφειλές από 5.000 έως 10.000 ευρώ, που δεν υπήρχε πριν, υπήρχε από 10.000 ευρώ και πάνω. Αυτό αφορά σε περίπου 300.000 συμπολίτες μας , ανθρώπους που μέχρι σήμερα βρίσκονταν εκτός του πλαισίου ρύθμισης που αποκτούν πλέον ένα ουσιαστικό εργαλείο διαχείρισης των χρεών τους, με όρους βιωσιμότητας και προοπτικής.

Και τρίτον, οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως και τον Δεκέμβριο του 2023 μπορούν πλέον να ενταχθούν σε καθεστώς έως 72 δόσεων, υπό την προϋπόθεση ότι τυχόν νεότερες οφειλές έχουν εξοφληθεί ή ρυθμιστεί. Και με αυτόν τον τρόπο, διαμορφώνεται ένα πιο ευέλικτο, πιο δίκαιο και πιο λειτουργικό πλαίσιο, που επιβραβεύει τη συνέπεια και δίνει πραγματική δεύτερη ευκαιρία σε όσους θέλουν να σταθούν ξανά στα πόδια τους.

Και εδώ, κυρίες και κύριοι, έρχεται ο δικός σας ρόλος. Γιατί είστε ενεργοί διαμορφωτές της οικονομίας. Είστε κρίσιμοι κρίκοι στην αλυσίδα. Είστε οι άνθρωποι της πρώτης γραμμής. Ως λογιστές, ως οικονομολόγοι, ως σύμβουλοι επιχειρήσεων και πολιτών, έχετε κάτι εξαιρετικά πολύτιμο: τη γνώση, την εμπειρία, αλλά κυρίως την εμπιστοσύνη των πολιτών. Και αυτή η εμπιστοσύνη είναι κεφάλαιο.

Σας καλώ, λοιπόν, να αναλάβετε ενεργό ρόλο. Να ενημερώσετε τους πολίτες για τις δυνατότητες που υπάρχουν, όπως αυτές που μόλις ανέφερα. Να τους καθοδηγήσετε με υπευθυνότητα. Να τους βοηθήσετε να αξιοποιήσουν τα εργαλεία που έχουν στη διάθεσή τους.

Και να πω ότι η επιτυχία αυτής της πολιτικής δεν εξαρτάται μόνο από τη νομοθέτηση. Εξαρτάται από την εφαρμογή. Και η εφαρμογή περνά μέσα από εσάς.

Η συνεργασία μας, όπως ανέφερε και πριν ο πρόεδρος, με το Οικονομικό Επιμελητήριο και τους εκπροσώπους του κλάδου είναι ουσιαστική, διαρκής και ειλικρινής και δεν το λέω τυπικά. Σας ακούμε. Συζητάμε μαζί σας. Και όπου διαπιστώνουμε ότι χρειάζονται βελτιώσεις, παρεμβαίνουμε και αλλάζουμε το πλαίσιο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα- θα επαναλάβω εν πολλοίς αυτά τα οποία ανέφερε πριν ο πρόεδρος- είναι το θέμα της δέουσας επιμέλειας των λογιστών, αυτό το θέμα μας προβλημάτισε ιδιαίτερα, μαζί με τον διοικητή της ΑΑΔΕ, το συζητήσαμε με το Οικονομικό Επιμελητήριο.

Ο νόμος του 2018 τι προέβλεπε; Προέβλεπε ότι η ΑΑΔΕ είχε ταυτόχρονα την αρμοδιότητα να καθορίζει τα μέτρα δέουσας επιμέλειας, να διενεργεί τους ελέγχους και να επιβάλλει και την κύρωση. Η ΑΑΔΕ, θα μου επιτρέψετε κ. Πιτσιλή να το επαναλάβω κι αυτό, είναι ένας βαθιά σημαντικός θεσμός, με κρίσιμο έργο, με τρομακτικά υψηλές επιχειρησιακές δυνατότητες. Ωστόσο, δεν είναι ο επαγγελματικός φορέας, αυτό προέκυψε στη συζήτησή μας και αυτή είναι η αξιολόγηση που κάναμε μαζί με τον διοικητή, αυτός ο οποίος αδειοδοτεί φυσικά πρόσωπα για την άσκηση ενός επαγγέλματος.

Και με αυτό το σκεπτικό, μετά από πρόταση του κ. Κόλλια και σε συνεννόηση με τον διοικητή της ΑΑΔΕ, αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε αλλαγή του πλαισίου. Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών θα καθορίζει τα μέτρα δέουσας επιμέλειας. Η ΑΑΔΕ θα διατηρεί αυτούσιο τον ελεγκτικό της ρόλο και το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος θα έχει την αρμοδιότητα επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων μέσω των θεσμικών του οργάνων.

Γιατί πιστεύουμε ότι οι μεταρρυθμίσεις γίνονται καλύτερες- αυτό αντανακλά το χειροκρότημά σας- όταν προκύπτουν μέσα από συνεργασία, θεσμικό διάλογο και αμοιβαία εμπιστοσύνη. Και δεν είναι η πρώτη φορά που το αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας βελτιώνει ουσιαστικά τη ζωή των πολιτών.

Στο νομοσχέδιο που θα ψηφίσουμε την επόμενη Τετάρτη, μια σειρά από διατάξεις αποτελούν προϊόν διαλόγου με τους κοινωνικούς και επαγγελματικούς φορείς, όπως η μείωση των προστίμων για εκπρόθεσμες μηδενικές δηλώσεις ΦΠΑ και η κατάργηση προστίμων για δηλώσεις με οφειλή έως 100 ευρώ. Παρεμβάσεις που ενισχύουν την αναλογικότητα, περιορίζουν περιττές επιβαρύνσεις και κάνουν το φορολογικό πλαίσιο πιο δίκαιο και πιο λειτουργικό για πολίτες και επιχειρήσεις.

Κυρίες και κύριοι,

Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι η Ελλάδα του χθες. Η χώρα επαναπροσδιορίζεται, αλλάζει υπόδειγμα. Το μεγάλο μας όπλο είναι η ψηφιοποίηση, η οποία είναι εργαλείο παραγωγικότητας, διαφάνειας και ανάπτυξης. Σημαίνει λιγότερη γραφειοκρατία, λιγότερη ταλαιπωρία, περισσότερη εμπιστοσύνη ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος και δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι άκουσα σήμερα στο συνέδριό σας τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ να μιλά για δήθεν «ψηφιακή γραφειοκρατία».

Και ειλικρινά αναρωτιέμαι:

*Το ότι εδώ και χρόνια εκατομμύρια φορολογικές δηλώσεις προσυμπληρώνονται και οι πολίτες δεν χρειάζεται να προσκομίζουν χαρτιά και δικαιολογητικά, συνιστά «ψηφιακή γραφειοκρατία»;

*Το ότι- κυρίως για τις μικρές επιχειρήσεις- οι δηλώσεις ΦΠΑ προσυμπληρώνονται με βάση τα στοιχεία του myDATA, αποδεικνύει ότι τα συστήματα είναι ασύνδετα;

*Το ότι μπορεί κανείς να εκδώσει ΑΦΜ από το σπίτι του είναι εμπόδιο ή διευκόλυνση;

*Το ότι κλείσαμε τις εφορίες όπως τις ξέραμε και πλέον σχεδόν τα πάντα γίνονται ηλεκτρονικά, είναι οπισθοδρόμηση;

*Το ότι με το myDATA ο έλεγχος γίνεται πιο ποιοτικός, πιο διαφανής και επικεντρώνεται στην ουσία, αντί για τυπικές παρεμβάσεις, είναι πισωγύρισμα;

Υπάρχουν ακόμη εκκρεμότητες; Φυσικά. Προφανώς και υπάρχουν. Υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης; Σαφώς. Αλλά, επιτρέψτε μου να το πω και δεν το λέω μόνο εγώ, το λέει το σύνολο των πολιτών σε κάθε δημοσκόπηση όταν τους ρωτάμε για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της χώρας, για το gov.gr και για τις 2.200 υπηρεσίες του. Έχουμε κάνει άλματα. Γι’ αυτό και μου κάνει εντύπωση η κριτική του κ. Ανδρουλάκη. Την ώρα που συζητάμε για τεχνητή νοημοσύνη, αυτοματοποίηση και ψηφιακά οικοσυστήματα, εκείνος μιλά λες και βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και στα τριπλότυπα. Ίσως ο συνάδελφός σας λογιστής να πρέπει να τον ενημερώσει ότι η Ελλάδα έχει ήδη αλλάξει εποχή. Και το πραγματικό ερώτημα πλέον είναι ποιοι μπορούν και ποιοι δεν μπορούν να την ακολουθήσουν.

Κυρίες και κύριοι,

Πλέον, επενδύουμε στρατηγικά σε τομείς που μπορούν να μας δώσουν συγκριτικό πλεονέκτημα: Στην ενέργεια , με διασυνδέσεις, με επενδύσεις, με ανανεώσιμες πηγές. Στα logistics , αξιοποιώντας τη γεωγραφική μας θέση ως πύλη της Ευρώπης. Στην τεχνολογία και την καινοτομία , δημιουργώντας ένα νέο παραγωγικό οικοσύστημα. Τα λιμάνια μας αναβαθμίζονται. Οι υποδομές μας εκσυγχρονίζονται. Η Ελλάδα γίνεται κόμβος. Όλα αυτά συνιστούν στρατηγική επιλογή. Είναι εθνικός στόχος.

Αλλά η μεγαλύτερη καλώς ή κακώς πρόκληση παραμένει μπροστά μας: να διασφαλίσουμε ότι αυτή η ανάπτυξη θα είναι διαρκής και βιώσιμη. Να αυξήσουμε την παραγωγικότητα. Να μειώσουμε τις ανισότητες. Να ενισχύσουμε την εμπιστοσύνη. Και επιτρέψτε μου, κλείνοντας, μια ακόμη σκέψη: Οι κρίσεις δεν είναι ποτέ εύκολες. Δεν είναι ποτέ ανώδυνες, το μάθαμε καλά. Αλλά είναι οι στιγμές που ξεχωρίζουν οι κοινωνίες που προχωρούν από τις κοινωνίες που επιλέγουν να μείνουν πίσω.

Και σίγουρα αυτές οι οποίες και τα πολιτικά τους συστήματα απλώς αναπαράγουν το λεξιλόγιο των προηγούμενων δεκαετιών, συνιστούν στην καλύτερη περίπτωση το ρητό του Μαρξ. Η ιστορία που επαναλαμβάνεται ως φάρσα. Λοιπόν, δεν έχουμε το περιθώριο ούτε την πολυτέλεια της φάρσας. Και σίγουρα δεν έχουμε τον χρόνο. Η χώρα μας απέδειξε ότι μπορεί να αντέξει. Το απέδειξε με κόστος, το απέδειξε με θυσίες, όχι μόνο με τον ιδρώτα του ελληνικού λαού, μιας και όλοι βιώνουμε και το βιώσαμε πάρα πολύ χαρακτηριστικά το μάθημα των προηγούμενων δεκαετιών, με το αίμα του ελληνικού λαού, εγώ θα πω, το αποδείξαμε με τεράστια κόστη. Τώρα καλούμαστε να αποδείξουμε κάτι πιο δύσκολο.

Τώρα καλείται να αποδείξει κάτι ακόμη πιο δύσκολο: Μπορούμε ή όχι να ηγηθούμε; Μπορούμε με σχέδιο, με υπευθυνότητα, με αυτοπεποίθηση. Πιστεύω ότι μπορούμε. Και με τη δική σας συμβολή, με τη συμβολή όλων, είμαι απολύτως βέβαιος ότι θα το καταφέρουμε.»

  • ΕΤΙΚΕΤΕΣ
Προηγούμενο άρθρο Μητσοτάκης: Μόνη δύναμη σταθερότητας και προόδου η κυβέρνηση