Αντώνης Παυλίδης: Η “Χαλαμονή” μας δείχνει ότι πρέπει να αντιστεκόμαστε

ΒΙΒΛΙΟ



9 Φεβρουαρίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 6:28 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 6:28 μμ
«Το μεγαλύτερο θαύμα του ποντιακού ελληνισμού είναι η επιβίωσή του», λέει ο συγγραφέας για το βιβλίο του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη


Το τετρασέλιδο χειρόγραφο ενός Πόντιου γέροντα που έφτασε στα χέρια του, περιγράφοντας συνοπτικά την ιστορία του, με τις καλές στιγμές αλλά και τις δύσκολες ώρες που έζησε, στάθηκε η έμπνευση για να γράψει ο Αντώνης Παυλίδης τη «Χαλαμονή», ένα μυθιστόρημα για την πορεία του ποντιακού ελληνισμού μέσα από την ιστορία τριών διαφορετικών γενιών μιας οικογένειας.

Για τη «Χαλαμονή» του, λοιπόν, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη και στα ποντιακά σημαίνει χαλασμός και καταστροφή, μιλά ο συγγραφέας στη «Νέα Σελίδα». Και θυμάται που μαθητής ακόμη του Δημοτικού, στο μικρό και όμορφο Βαλτοχώρι των Σερρών όπου γεννήθηκε, του άρεσε να γράφει ιστορίες στο τέλος των σχολικών τετραδίων, ομολογώντας ότι οι ιστορίες της γιαγιάς του που τον μεγάλωσαν καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα του.

Συνέντευξη στη Μάνια Ζούση / [email protected]

Μοιάζει σαν η «Χαλαμονή» να υπήρχε από πάντα στο μυαλό σας. Πόσο καιρό την κυοφορούσατε και πώς ήταν αυτή η «γέννα»;
Ολα υπήρχαν μέσα μου, σε ακαθόριστη μορφή, από παλιά. Αρχισαν να συγκεκριμενοποιούνται τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια που ασχολήθηκα συστηματικά, και μέσα από σπουδές, με τον ποντιακό και γενικότερα με τον ελληνισμό της Ανατολής. Η «γέννα» όμως πραγματοποιήθηκε πριν από οκτώ χρόνια, όταν η σύζυγός μου έλαβε ένα τετρασέλιδο χειρόγραφο από τη μητέρα ενός μαθητή της, στο οποίο ο Πόντιος γέροντας παππούς της περιέγραφε συνοπτικά την προσωπική του ιστορία. Το συγκλονιστικό αυτό κείμενο, η πυκνή γραφή ενός απλού, λαϊκού, σχεδόν αγράμματου ανθρώπου, που περιέγραφε με τρόπο λιτό και δωρικό τόσο τις καλές μέρες που έζησε όσο και τη βαρβαρότητα που βίωσε, με συγκλόνισαν και με ενέπνευσαν, αποτελώντας τη βάση πάνω στην οποία χτίστηκε η «Χαλαμονή».

Τι θέλατε να καταγράψετε πέρα από την ιστορία και την περιπέτεια;
Τη μαγεία του κόσμου της Ανατολής, την αισθητική του κόσμου, την ανεπανάληπτη ομορφιά των τοπίων, το δέσιμο των ανθρώπων με τον τόπο τους, τα αρώματα και τα χρώματα της αλησμόνητης πατρίδας με τα οποία μας γαλούχησαν οι μεγαλύτεροι. Παράλληλα όμως ήθελα να καταγράψω την αλήθεια ενός υπέροχου, δημιουργικού, ανθρώπινου αλλά και κατατρεγμένου λαού, που από τη μια βίωσε ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας κι από την άλλη αυτός αλλά και οι επιζώντες απόγονοί του προσβλήθηκαν και χλευάστηκαν από άσχετους «επιστήμονες» και δογματικούς πολιτικούς που δεν επιθυμούν να μάθουν την αλήθεια. Αν κάποιος από αυτούς είναι ειλικρινής, έχω την ελπίδα ότι διαβάζοντας το βιβλίο θα αλλάξει γνώμη και θα συνταχθεί μαζί μας στον αγώνα για την προάσπιση των δικαιωμάτων της ανθρωπότητας.

Τι περικλείουν και τι σηματοδοτούν για εσάς η λέξη, το περιεχόμενο και η ουσία της «χαλαμονής»;
Η «χαλαμονή», δηλαδή ο χαλασμός, η καταστροφή, η γενοκτονία, είναι το αποκορύφωμα μιας πορείας αιώνων του ποντιακού ελληνισμού ανάμεσα στα αδιαπέραστα ποντιακά βουνά του εσωτερικού και τη θάλασσα του Εύξεινου Πόντου. Μια πορεία κατά την οποία πολλές φορές στο διάβα του χρόνου κινδύνευσε με πλήρη εξαφάνιση. Ωστόσο, πάντοτε επιβίωνε οριακά, οπλισμένος με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως η κουλτούρα επιβίωσης και οι μηχανισμοί αντίστασης που ανέπτυξε, που οφείλονται σε μια σειρά από λόγους: στην ιδιόμορφη γεωγραφία της πατρίδας του, στους θεσμούς που επινόησε, στην αγάπη για τον τόπο του, στο υψηλό αίσθημα αλληλεγγύης, που ήταν τρόπος ζωής γι’ αυτόν. Ετσι κατόρθωσε, όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να δημιουργήσει μια σειρά από θαύματα, το μεγαλύτερο εκ των οποίων είναι αυτή η ίδια η επιβίωσή του.

Ποια υπήρξε η σχέση σας, από τα παιδικά χρόνια, με τη γραφή και την ανάγνωση;
Μαθητής ακόμη στο Δημοτικό, στο μικρό και όμορφο Βαλτοχώρι των Σερρών όπου γεννήθηκα, μου άρεσε να γράφω ιστορίες στο τέλος των σχολικών μου τετραδίων της προηγούμενης τάξης, που συνήθως έμεναν κενές. Αργότερα, στα εφηβικά χρόνια, ενώ σπούδαζα στη Λάρισα, έγραφα συνεχώς ιστορίες μοναξιάς από το παρελθόν και το μέλλον, εμπνεόμενος από το μουντό χειμωνιάτικο περιβάλλον της υγρασίας και της καταχνιάς. Λάτρευα τότε τον Παπαδιαμάντη, προσπαθούσα να τον μιμηθώ στο γράψιμο, ήθελα, μάλιστα, να κατέβω στην Αθήνα για να ζήσω τις εμπειρίες αυτού του κοσμοκαλόγερου, που έζησε μοναχικά, παρέα με τους ήρωες και τους δαίμονές του.

Μεγαλώσατε με ιστορίες του τόπου καταγωγής και της οικογένειας;
Για όλα ευθύνεται η γιαγιά μου, ένα πρόσωπο, άλλωστε, που είναι κυρίαρχο στη «Χαλαμονή» σε διάφορες εκδοχές: είναι η σοφή Αλεβίτισσα γιαγιά, είναι η Αρμένισσα γιαγιά Χριψιμέ, είναι η Ασσύρια γιαγιά Σαμίρα, είναι, τέλος, εκείνη η ίδια χήρα αλλά γρανιτένια μητέρα-αφέντρα στο κεφάλαιο «Στα μονοπάτια του Παγγαίου», όπου μπαίνει στο έργο ο ίδιος ο συγγραφέας και ξετυλίγει το κουβάρι της δικής του οικογένειας. Μικρός, τα χειμωνιάτικα βράδια καθόμουν δίπλα της και μου αράδιαζε ατέλειωτες μαγικές ιστορίες, με σεργιάνιζε στους δρόμους της Ανατολής, μου έδειχνε τη μαγεία των εικόνων, την ομορφιά και τη σοφία των ανθρώπων. Εχω την πεποίθηση ότι μέσα από αυτές τις ιστορίες καθορίστηκαν αρκετά στοιχεία του χαρακτήρα μου.

Ο κόσμος συνεχίζει και σήμερα να ζει «χαλαμονές». Τι προσφέρει η αφήγησή σας σε όλους όσοι χρειάζονται μια παρηγοριά για τα δύσκολα της ζωής;
Το βιβλίο μιλά για τη φρίκη και τη βαρβαρότητα, χωρίς μνησικακία για εκείνους που την προκάλεσαν, μένοντας πιστό στις ιδέες των επιζησάντων προσφύγων της πρώτης γενιάς, που φτάνοντας εδώ, ρακένδυτοι, ισοπεδωμένοι, αποδιαρθρωμένοι, ποτέ δεν ζήτησαν να ανταποδώσουμε τα ίδια σ’ εκείνους που προκάλεσαν τη βαρβαρότητα. Σ’ αυτό το πνεύμα κινούνται και οι επίγονοί τους. Oμως ζητούν τη δημόσια έκφραση συγγνώμης από τους θύτες, την οποία και θεωρούν εγγύηση ότι δεν θα υπάρξουν άλλες «χαλαμονές» για την ανθρωπότητα στο μέλλον. Oπως ο σύγχρονός μας ήρωας του βιβλίου, ο Λάζος, έτσι δεν πρέπει κι εμείς να λησμονούμε ότι είμαστε παιδιά της Αντιγόνης, ότι πρέπει να αντιστεκόμαστε, υπακούοντας πρωτίστως τον υπέρτατο ηθικό νόμο και αγνοώντας τους νόμους των ανθρώπων όταν συγκρούονται μαζί του. Τον αγώνα για τη δικαίωση των κατατρεγμένων πρέπει να τον δίνουμε ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα. Γιατί αυτός είναι ο υπέρτατος αγώνας, ο αγώνας για την αξιοπρέπεια και την ανθρωπιά, ο αγώνας για το θεμελιώδες δικαίωμα της ανθρωπότητας: το δικαίωμα στη ζωή.

* Δημοσιεύτηκε στη «Νέα Σελίδα» της 4ης Φεβρουαρίου 2018