Δεν έχουν τελειωμό τα αινίγματα που κρύβει το αρχαιότερο νησιωτικό ιερό στον κόσμο ανάμεσα στη Νάξο και την Αμοργό. Η άγονη και άνυδρη νησίδα του Αιγαίου, η Κέρος, ξεχωρίζει όχι μόνο επειδή πριν από 4.500 χρόνια ήταν τόσο σπουδαίο θρησκευτικό κέντρο όσο η Δήλος κατά την κλασική εποχή, αλλά και διότι τα 500 και πλέον κομμάτια ειδωλίων και τα 2.500 κομμάτια σπασμένων μαρμάρινων αγγείων που βρέθηκαν στη γη της δεν έχουν ταίρι. Γεγονός που κάνει τους ειδικούς να πιστεύουν ότι έφταναν ως εκεί σπασμένα από κάποιο άλλο μέρος, κυρίως για τελετουργικούς λόγους.
Της Έυας Πέτρου
Αυτός ο μυστηριώδης τόπος των Κυκλάδων έρχεται, λοιπόν, και πάλι στο προσκήνιο, καθώς πριν από λίγους μήνες η αρχαιολογική σκαπάνη βρέθηκε αντιμέτωπη με μερικές ακόμη εκπλήξεις που κρύβονταν στα σωθικά του: ένα εξελιγμένο σύστημα αποστραγγιστικών αγωγών που υποδηλώνει «μια πολυλειτουργική αρχιτεκτονική, προσεκτικά σχεδιασμένη εκ των προτέρων», όπως επισημαίνεται από την ερευνητική ομάδα με επικεφαλής αρχαιολόγους από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, την Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων και το Ινστιτούτο Κύπρου.

Ποια ήταν η χρήση του; «Οι αναλύσεις που γίνονται σε υλικό από το εσωτερικό των αγωγών θα δείξουν αν ήταν αποχετευτικοί ή εξυπηρετούσαν τη μεταφορά καθαρού νερού», εξηγούν οι επιστήμονες για την ανακάλυψη που αμέσως μετά την ανακοίνωσή της απασχόλησε τον διεθνή Τύπο.
Προϊστορικός οικισμός
Το νέο εύρημα εντοπίστηκε στο δυτικότερο ακρωτήριο της Κέρου, που αποτελεί πλέον αυτόνομο νησάκι λόγω της ανόδου της στάθμης της θάλασσας, το Δασκαλιό. Στο σημείο αυτό βρίσκεται ο προϊστορικός οικισμός, δίπλα στο ιερό, με πλήθος επιβλητικών κατασκευών της 3ης χιλιετίας π.Χ., χτισμένες από εισαγόμενη πέτρα Νάξου. Το ακρωτήρι με τη στενή δίοδο, που το ένωνε με την Κέρο, απέκτησε κεντρικό ρόλο, μια και αποτελούσε το καλύτερο φυσικό λιμάνι του νησιού, έχοντας εξαιρετική θέα στο βόρειο, το νότιο και το δυτικό Αιγαίο. Διαθέτει δε φυσικό πυραμιδοειδές σχήμα που οι εξειδικευμένοι τεχνίτες της εποχής ανέδειξαν ακόμα περισσότερο κατασκευάζοντας επάλληλες σειρές από ογκώδεις αναλημματικούς τοίχους, κάνοντάς το να μοιάζει με βαθμιδωτή πυραμίδα. Στις επίπεδες αναβαθμίδες που σχηματίζονταν ανάμεσα στους τοίχους οι χτίστες χρησιμοποίησαν τη ναξιώτικη πέτρα για να δημιουργήσουν εντυπωσιακές, λαμπρές κατασκευές.
Στο Δασκαλιό, λοιπόν, ενώ οι αρχαιολόγοι έσκαβαν μια εντυπωσιακή κλίμακα, κάτω από τα σκαλιά και ανάμεσα στους τοίχους ανακάλυψαν το σύστημα των αγωγών, το οποίο αποδεικνύει την τεχνογνωσία που διέθεταν οι Κυκλαδίτες μία χιλιετία πριν από την κατασκευή των φημισμένων ανακτόρων στις Μυκήνες. «Οι εκτεταμένες έρευνες σε διαφορετικά σημεία της θέσης μάς δίνουν μια μοναδική εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε η αρχιτεκτονική και για το πώς κινούνταν οι άνθρωποι γύρω από το δομημένο αυτό περιβάλλον», επισημαίνει ο συνδιευθυντής της ανασκαφής, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, Κόλιν Ρένφριου.
Το Δασκαλιό όμως φαίνεται ότι δεν ξεχώριζε μόνο για την αρχιτεκτονική του -για την ανάπτυξη της οποίας χρειάστηκε να εισαχθούν περί τους 1.000 τόνους πέτρας-, αλλά και για τους έμπειρους μεταλλουργούς του, οι οποίοι δούλευαν με πρώτες ύλες που ταξίδευαν από τη Σέριφο, την Κύθνο και την ηπειρωτική Ελλάδα, αφού η Κέρος δεν διαθέτει κοιτάσματα χαλκού.

Μέσα στα κτίρια του Δασκαλιού οι τεχνίτες προχωρούσαν στην τήξη των μετάλλων και στη χύτευση των αντικειμένων, όπως φαίνεται κι από τα δύο νέα εργαστήρια που ήρθαν στο φως. Σε ένα από αυτά βρέθηκαν ένας μολύβδινος πέλεκυς, μια μήτρα για την κατασκευή χάλκινων μαχαιριών, καθώς και δεκάδες κεραμικά θραύσματα καλυμμένα με υπολείμματα χαλκού, ενώ σε άλλο σημείο εντοπίστηκε το ανώτερο τμήμα ενός άθικτου πήλινου φούρνου, ο οποίος υποδηλώνει έναν ακόμα χώρο μεταλλουργικής δραστηριότητας. Οσο για την εκκαμίνευση του μετάλλου από τα εισηγμένα μεταλλεύματα, τα στοιχεία δείχνουν ότι γινόταν βόρεια του ιερού, εκεί όπου οι άνεμοι ήταν ισχυρότεροι, ώστε να μπορούν να επιτευχθούν οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες που απαιτούνται για τη διαδικασία.

Κέντρο μεταλλουργίας
Ποια είναι η σημασία των μεταλλουργικών ευρημάτων; «Σε μια εποχή κατά την οποία η τεχνογνωσία και η πρόσβαση σε πρώτες ύλες ήταν περιορισμένες, φαίνεται ότι το Δασκαλιό αποτελούσε κέντρο μεταλλουργικής εξειδίκευσης», απαντά o έτερος συνδιευθυντής της ανασκαφής -η οποία συνιστά ερευνητικό πρόγραμμα της Βρετανικής Σχολής Αθηνών και πραγματοποιείται με άδεια του υπουργείου Πολιτισμού-, Δρ. Μάικλ Μπόιντ, από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, και συνεχίζει:
«Εδώ ουσιαστικά παρατηρούμε τις αρχές της αστικοποίησης. Πρώτον, συγκεντρωτισμό, δηλαδή τη συμμετοχή απομακρυσμένων κοινοτήτων σε δίκτυα με έδρα αυτή τη θέση. Δεύτερον, εντατικοποίηση της βιοτεχνίας και της γεωργικής παραγωγής. Τρίτον, επιβλητικότητα στην αρχιτεκτονική. Και, τέταρτον, σταδιακή υπαγωγή των τελετουργικών πτυχών του ιερού στο ευρύτερο πλαίσιο λειτουργίας της θέσης. Oλα αυτά μαρτυρούν διεργασίες κοινωνικών αλλαγών από την παλαιότερη περίοδο, κατά την οποία οι δραστηριότητες επικεντρώνονταν σε τελετουργικές πρακτικές στην Κέρο, μέχρι την αυξανόμενη ισχύ του Δασκαλιού στα επόμενα χρόνια».
Η αρχιτεκτονική και η μεταλλουργία είναι δύο τομείς που μοιάζει να ήταν ιδιαιτέρως αναπτυγμένοι στο Δασκαλιό, ενώ υπάρχει κι ένα τρίτο, εξίσου σημαντικό πεδίο: οι γεωργικές πρακτικές. «Το Δασκαλιό έχει ήδη προσφέρει σημαντικά στοιχεία για την καλλιέργεια της ελιάς και του σταφυλιού. Πρόκειται για δύο βασικά νέα εξημερωμένα είδη, που διευρύνουν τους ορίζοντες της γεωργίας κατά την 3η χιλιετία π.Χ.. Το πρόγραμμα περιβαλλοντικής μελέτης στο Δασκαλιό φέρνει στο φως τον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκαν οι αγροτικές πρακτικές κατά τη διάρκεια της ζωής της θέσης», επισημαίνει από την πλευρά της η Δρ. Εύη Μαργαρίτη από το Ινστιτούτο Κύπρου.

Αναλύοντας τα δεδομένα
Το χώμα της ανασκαφής εξετάζεται εξονυχιστικά, καθώς μικροσκοπικά στοιχεία, όπως καμένοι σπόροι, φυτόλιθοι (ανόργανα φυτικά κατάλοιπα με σύσταση πυριτίου), καμένο ξύλο, οστά ζώων και ψαριών, αποκαλύπτουν πολύτιμες πληροφορίες. Τα απανθρακωμένα φυτικά κατάλοιπα προέρχονται κυρίως από όσπρια και καρπούς, όπως το σταφύλι, οι ελιές, τα σύκα και τα αμύγδαλα, αλλά και δημητριακά, όπως το δίκοκκο σιτάρι και το κριθάρι. «Φαίνεται ότι η Κέρος δεν ήταν αυτοσυντηρούμενη, δηλαδή μεγάλο μέρος των τροφίμων εισαγόταν από αλλού: βάσει αυτών των νέων στοιχείων, πρέπει να αναθεωρήσουμε τις γνώσεις μας για τα δίκτυα ανταλλαγών της Εποχής του Χαλκού, προκειμένου να περιλάβουμε σ’ αυτά και την ανταλλαγή τροφίμων», καταλήγει η Δρ. Μαργαρίτη.

Ολα αυτά, βεβαίως, δεν θα μπορούσαν να έχουν γίνει, αν δεν είχαν αξιοποιηθεί πρωτοποριακές για την αιγαιακή αρχαιολογία μέθοδοι καταγραφής. Το σύνολο των δεδομένων καταγράφεται ψηφιακά μέσω μιας νέας εφαρμογής για τεχνολογία iOS, που ονομάζεται iDig. Για πρώτη φορά ανασκαφικά δεδομένα και αποτελέσματα εργαστηριακής μελέτης καταγράφονται ταυτόχρονα στο ίδιο σύστημα, έτσι ώστε κάθε μέλος της ανασκαφικής ομάδας να έχει άμεση πρόσβαση σε όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο. Τρισδιάστατα μοντέλα των ανασκαφικών τομών δημιουργούνται σε όλα τα στάδια της έρευνας με τη χρήση φωτογραμμετρίας, ενώ στο πέρας της ανασκαφικής περιόδου ο χώρος αποτυπώνεται λεπτομερώς με σαρωτή λέιζερ από την εξειδικευμένη ομάδα του Ινστιτούτου Κύπρου.

Μια ακόμη ενδιαφέρουσα πτυχή των ανασκαφών της Κέρου είναι η έντονη εκπαιδευτική της δραστηριότητα: κατά τη διάρκεια της φετινής ανασκαφικής περιόδου το Ινστιτούτο Κύπρου και το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ συνδιοργάνωσαν για δεύτερη φορά ένα υψηλών προδιαγραφών εκπαιδευτικό πρόγραμμα πρακτικής εξάσκησης στο πεδίο. Φοιτητές από την Ελλάδα, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, τις ΗΠΑ, τον Καναδά και το Ηνωμένο Βασίλειο συμμετείχαν στην ανασκαφή, αποκομίζοντας πολύτιμη εμπειρία σε σύγχρονες ανασκαφικές μεθόδους και καινοτόμες επιστημονικές τεχνικές.

Οι ανασκαφές Κέρου αποτελούν ερευνητικό πρόγραμμα της Βρετανικής Σχολής Αθηνών και διεξάγονται κατόπιν άδειας του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Το πρόγραμμα διευθύνεται από τους Καθηγητή ColinRenfrew και Δρ. Michael Boyd (McDonald Institute for Archaeological Research, Πανεπιστήμιοτου Cambridge). Αναπληρώτρια Διευθύντρια είναι η Ειρήνη Λεγάκη (Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, ΥΠΠΟ) και Υποδιευθυντές οι Εύη Μαργαρίτη (Ερευνητικό Κέντρο Επιστήµης και Τεχνολογίας στην Αρχαιολογία, Ινστιτούτο Κύπρου) και Γιώργος Γαβαλάς (Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, ΥΠΠΟ).
Το πρόγραμμα των ανασκαφών υλοποιήθηκε με την οικονομική υποστήριξη του Ινστιτούτου Αιγαιακής Προϊστορίας (INSTAP), του Ινστιτούτου Κύπρου (The Cyprus Institute), του McDonald Institute for Archaeological Research, της Βρετανικής Ακαδημίας, του Society of Antiquaries of London, του Gerda Henkel Stiftung, του National Geographic Society, της Cosmote, των Blue Star Ferries και της EZ-dot αλλά και με ιδιωτικές χορηγίες.
* Δημοσιεύτηκε στη «Νέα Σελίδα» της 28ης Ιανουαρίου 2018
