Για ένα πλατύ «Μέτωπο Λογικής»



31 Ιανουαρίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 2:17 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 2:17 μμ


Toυ Νίκου Φίλη*

«Εκαστος τόπος έχει την πληγήν του, η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τον πατριωτισμόν» (Εμμανουήλ Ροΐδης, «Ασμοδαίος», 11/7/1876).

Η αφετηρία κάθε τοποθέτησης για το «Μακεδονικό» δεν μπορεί παρά να συναρτάται με την εθνική γραμμή που χαράχτηκε ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν όλες οι υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις της χώρας εγκατέλειψαν την ολέθρια για τα εθνικά συμφέροντα «γραμμή Σαμαρά», στην οποία είχε για μια περίοδο συμπλεύσει και το ΠΑΣΟΚ με αρχηγό τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Αυτή η γραμμή, που μας απομόνωσε στην Ευρώπη αλλά και διεθνώς, είχε ως αποτέλεσμα μια πρωτοφανή διπλωματική ήττα της Ελλάδας στο εξωτερικό και την επανεμφάνιση, στο εσωτερικό, της καταχωνιασμένης εθνικοφροσύνης, δηλαδή της μετεμφυλιακής και χουντικής ιδεολογίας, ως υπομόχλιου πολιτικών μετατοπίσεων σε συντηρητική – υπερδεξιά κατεύθυνση.

Οταν, μετά το Βατερλό του εμπάργκο του 1994 που επέβαλε η κυβέρνηση Παπανδρέου, φτάσαμε στην Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 και στην ένταξη των βόρειων γειτόνων μας στον ΟΗΕ με την προσωρινή ονομασία FYROM, το μεγαλύτερο μέρος των πολιτικών δυνάμεων, πλην της ακροδεξιάς, αντιλήφθηκε το αδιέξοδο της προηγούμενης περιόδου και δεσμεύτηκε να συμμετάσχει η χώρα μας στις διαδικασίες που καθόρισαν οι διεθνείς οργανισμοί για την επίλυση του προβλήματος.

Στην εξέλιξη αυτή καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν την περίοδο εκείνη ο Συνασπισμός της Αριστεράς, το ΚΚΕ και οι Οικολόγοι Πράσινοι, που δεν παγιδεύτηκαν στην εθνικιστική λαβίδα, δυνάμεις από την κοινωνία των πολιτών, προσωπικότητες και διανοούμενοι με κύρος, όπως οι Λεωνίδας Κύρκος, Γεώργιος Ράλλης, Μιχάλης Παπαγιαννάκης, Γρηγόρης Γιάνναρος, Γιάννης Μπανιάς, Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, Μανόλης Αναγνωστάκης, Κορνήλιος Καστοριάδης, Αγγελος Ελεφάντης, Φίλιππος Ηλιού, Δημήτρης Μαρωνίτης, Σπύρος Ασδραχάς και πολλοί άλλοι, που ύψωσαν το ανάστημά τους απέναντι στην εθνικιστική παραζάλη της εποχής.

Εκτοτε, η Ελλάδα συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις με κοινή τη θέση των δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων ότι επιδιώκουμε μια σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό ή άλλο προσδιορισμό, που θα καθιστά σαφές ότι η γειτονική χώρα απορρίπτει τον αλυτρωτισμό και σέβεται το απαραβίαστο των συνόρων.

Η σύνθετη ονομασία, που θα σέβεται τις ευαισθησίες του ελληνικού λαού αλλά και των γειτόνων μας, θα πρέπει να ισχύει έναντι όλων (erga omnes). Με τον τρόπο αυτό θα αντιμετωπιστεί το αρνητικό δεδομένο, ότι όλες οι μεγάλες χώρες (ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία), όλες οι χώρες της Βαλκανικής και συνολικά περίπου 100 κράτη έχουν αναγνωρίσει τη γειτονική χώρα με τη συνταγματική της ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Φάνηκε, λοιπόν, τότε, μετά την έξαρση του 1992-1994, ότι η μαξιμαλιστική γραμμή «καμιά αναφορά στον όρο Μακεδονία ή σε παράγωγά του» είχε εγκαταλειφθεί κι ότι είχε γίνει συνείδηση το λάθος να απορριφθούν το 1992 το λεγόμενο πακέτο Πινέιρο και οι προτάσεις Βανς-Οουεν, που οδηγούσαν σε έναν έντιμο και βιώσιμο συμβιβασμό.

Ειδικά στη συντηρητική παράταξη, το τραύμα από την «προδοσία» Σαμαρά και την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη είχε προκαλέσει έναν αληθινό συγκλονισμό, που βοήθησε πολλές δυνάμεις από αυτό τον χώρο να επανατοποθετηθούν και να αναθεωρήσουν προηγούμενες θέσεις τους που φλέρταραν με τον υπερπατριωτισμό και την αδιαλλαξία.
Οδηγηθήκαμε, λοιπόν, σε μια σπάνια στιγμή ωρίμανσης του πολιτικού συστήματος και έμοιαζε να είναι η στάθμιση του πραγματικού εθνικού συμφέροντος και ο ορθολογισμός που έπαιρναν το πάνω χέρι και όχι η εθνικιστική τύφλωση και οι παντοειδείς ανορθολογισμοί της προηγούμενης περιόδου.

Αυτή η νέα εθνική θέση, την οποία κακώς ορισμένοι αντιπαραθέτουν στην ξεπερασμένη από τα πράγματα απόφαση των πολιτικών αρχηγών του 1992, είναι φαρδιά-πλατιά γραμμένη στη σχετική ιστοσελίδα του ελληνικού ΥΠΕΞ επί όλων των κυβερνήσεων και είναι χαρακτηριστικό ότι δεν άλλαξε ούτε επί κυβέρνησης Σαμαρά την περίοδο 2012-2014.

Αναφέρεται στις προγραμματικές δηλώσεις όλων των κυβερνήσεων μετά το 1996, ενώ δεκάδες είναι οι αναφορές υπέρ της σύνθετης ονομασίας όλων των ηγετικών στελεχών της συντηρητικής παράταξης. Από τον εκλιπόντα, αείμνηστο επίτιμο πρόεδρο της ΝΔ Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, τον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή, την κυρία Μπακογιάννη, τον κ. Αβραμόπουλο, τον ίδιο τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη και πολλούς άλλους. Αν προκληθούμε, μπορούμε να παραθέσουμε όλα τα σχετικά τεκμήρια, αλλά δεν νομίζω ότι θα τολμήσει κανείς να μας διαψεύσει.

Η εγκατάλειψη της εθνικά επιζήμιας και άφρονος υπερεθνικιστικής γραμμής της περιόδου 1991-1994 επέτρεψε να ξεπεραστούν σε μεγάλο βαθμό οι ψυχώσεις και οι καχυποψίες μεταξύ των δύο λαών, να αναπτυχθούν οι οικονομικές σχέσεις, οι εμπορικές ανταλλαγές και ο τουρισμός με θετικό αντίκτυπο στην οικονομία της Θεσσαλονίκης και γενικότερα της Βόρειας Ελλάδας, αλλά και της FYROM.

Πολλά πράγματα θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί καλύτερα, αν οι δισταγμοί και οι φοβίες του ελληνικού πολιτικού προσωπικού δεν έβρισκαν από ένα σημείο κι έπειτα ερείσματα στη στάση των Αρχών της FYROM, την περίοδο της διακυβέρνησης του γειτονικού κράτους από το VMRO-DPMNE και τον Νίκολα Γκρούεφσκι, που επιχείρησε να κερδοσκοπήσει πολιτικά, χτίζοντας το προφίλ του αδιάλλακτου ηγέτη, ποντάροντας κι αυτός στον εθνικισμό στο εσωτερικό της χώρας του και στη σύγκρουση με την Ελλάδα και την ισχυρή αλβανική μειονότητα.

Ο εθνικιστικός πλειστηριασμός πήρε ισχυρές διαστάσεις στη γειτονική χώρα όταν οι γελοίοι και ανυπόστατοι ισχυρισμοί περί απευθείας καταγωγής των κατοίκων της από τους αρχαίους Μακεδόνες, σε αντίθεση με την εποχή Γκλιγκόροφ, επικράτησαν και έδωσαν τον τόνο στην πολιτική και πολιτιστική ζωή της FYROM. Επρόκειτο για μια άκρως προβληματική περίοδο για τη γειτονική χώρα σε όλα τα επίπεδα, που φαίνεται να έχει φτάσει στο τέλος της μετά την εκλογή του κ. Ζόραν Ζάεφ της Σοσιαλδημοκρατικής Ενωσης στην πρωθυπουργία.

Τα μέχρι τώρα μηνύματα που έχουν εκπέμψει ο νέος πρωθυπουργός κ. Ζάεφ και η κυβέρνησή του έχουν αξιολογηθεί θετικά από την ελληνική κυβέρνηση και τη διεθνή κοινότητα. Συνιστούν, όπως έχει πει ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, «ένα παράθυρο ευκαιρίας» και είναι δυνατό, μέσα από καλόπιστη διαπραγμάτευση, να οδηγηθούμε επιτέλους σε μια συμφωνία που θα δίνει τέλος σε μια διαμάχη που κρατάει 27 ολόκληρα χρόνια. Στην πρόσφατη συνάντηση των δύο πρωθυπουργών στο Νταβός έγιναν σημαντικά βήματα προόδου για τη βελτίωση των σχέσεων των δύο χωρών και φάνηκε ότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για μια περιεκτική συμφωνία σε όλα τα εκκρεμή θέματα, με κυρίαρχο αυτό του ονόματος. Μια συμφωνία με ευρύτερες θετικές γεωπολιτικές συνέπειες, που θα δρα σταθεροποιητικά για ολόκληρη την περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων, ανοίγοντας τον δρόμο για την ένταξη όλης αυτής της περιοχής στην ευρωπαϊκή οικογένεια, κάτι που αποτελεί υψηλής προτεραιότητας στόχο για την ελληνική εξωτερική πολιτική αλλά και για τις οικονομικές προοπτικές της χώρας μας.

Με τον τρόπο αυτό, θα κλείσει οριστικά για την Ελλάδα το ιστορικό ζήτημα των βαλκανικών εκκρεμοτήτων, που κρατάει πάνω από έναν αιώνα, και θα αποκλειστεί διά παντός ο αρνητικός για τα εθνικά μας συμφέροντα κίνδυνος κατάρρευσης ή διαμελισμού του γειτονικού κράτους. Δηλαδή ο κίνδυνος να δημιουργηθεί μια κατάσταση στα βόρεια σύνορά μας που θα μας έφερνε να γειτονεύουμε με μια μεγάλη Βουλγαρία και με μια μεγάλη Αλβανία.

Από αυτή τη ρητά εκφρασμένη θέση της ελληνικής πλευράς φαίνεται ότι έχει διαλέξει να αποστασιοποιηθεί η σημερινή ηγεσία της ΝΔ. Οι ισχυρές ακροδεξιές φωνές στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης συναντιούνται με την ανασφάλεια, την επιπολαιότητα και την εξουσιολαγνεία του κ. Μητσοτάκη και συνθέτουν μια γραμμή εθνικής ανευθυνότητας, που θυσιάζει το εθνικό συμφέρον στον βωμό της μικροπολιτικής και της με κάθε μέσο προσπάθειας για ανακατάληψη της εξουσίας.

Ειδικά για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η εγκατάλειψη θέσεων που μέχρι πολύ πρόσφατα υποστήριζε και η μεταστροφή του προς θέσεις που στη συντηρητική παράταξη εκφράζει κυριαρχικά ο κ. Σαμαράς ισοδυναμούν σχεδόν με προοίμιο πατροκτονίας και είναι βέβαιο ότι δεν θα μείνουν χωρίς συνέπειες. Εχει και ο καιροσκοπισμός τα όριά του.

Μετά το ογκώδες εθνικιστικό συλλαλητήριο της Κυριακής 21 Ιανουαρίου, για το οποίο εργάστηκαν σκληρά όλες οι οργανώσεις και τα δίκτυα που συγκροτούν τη βαθιά Δεξιά (εκκλησιαστικοί και αυτοδιοικητικοί κύκλοι, υπερσυντηρητικές εθνικοτοπικές οργανώσεις, απόστρατοι, ακροδεξιές ομάδες και κινήσεις, παράγοντες της ΝΔ και των ΑΝΕΛ αλλά και οι νεοναζί της Χρυσής Αυγής), είναι πολλοί εκείνοι που θέτουν το ερώτημα αν αυτή η κυβέρνηση θα κάνει πίσω, υπολογίζοντας το πολιτικό κόστος αλλά και το γεγονός ότι ο κυβερνητικός εταίρος (ΑΝΕΛ) κρατά μια στάση που αποκλίνει από τη διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να είμαστε σαφείς: Οσο η κινητοποίηση της Κυριακής και όσες πιθανά ακολουθήσουν θα αναπαράγουν -και μάλιστα σε πολύ μικρότερη κλίμακα- την υπερεθνικιστική γραμμή, η οποία ηττήθηκε τη δεκαετία του ’90, τόσο θα αποκαλύπτονται τα όρια μιας απαρχαιωμένης, φοβικής, συντηρητικής αντίληψης, που δεν μπορεί να αποτελέσει διέξοδο στα σύγχρονα προβλήματα και τις διεθνείς προκλήσεις.

Παρά το γεγονός ότι η κρίση, με τα αδιέξοδα και τις ταπεινώσεις, αθροίζει δυνάμεις σε αυτές τις αντιλήψεις που καλλιεργούν την ιδέα ενός απολεσθέντος «εθνικού μεγαλείου», η μεγάλη πλειοψηφία του λαού μας έχει πια τις εμπειρίες να καταλάβει ότι η δημοκρατική – εθνική αναγέννηση και η έξοδος από την κρίση δεν θα βασιστούν στα υλικά του παρελθόντος, στη μισαλλοδοξία και στην περιφρόνηση της υπόστασης και της αξιοπρέπειας των άλλων λαών. Με τέτοια υλικά μόνο εφήμερες και σαθρές πολιτικές (ή τηλεοπτικές) καριέρες μπορούν να χτιστούν, αν αναλογιστούμε τους διάφορους «αστέρες» που αναδείχτηκαν, ειδικά στη Θεσσαλονίκη, εμπορευόμενοι κίβδηλο πατριωτισμό και πατριδοκαπηλία.

Συνεπώς, η κυβέρνηση έχει όλο το δίκιο με το μέρος της και πρέπει να αντιμετωπίσει το συγκεκριμένο ζήτημα ως ευκαιρία πολυεπίπεδων συμμαχιών σε διεθνές επίπεδο, ώστε να αναδειχτεί η χώρα μας σε αναντικατάστατο παράγοντα ειρήνης, συνεργασίας, σταθερότητας και ανάπτυξης στον ευαίσθητο χώρο των Βαλκανίων. Με σύνεση, αποφασιστικότητα αλλά και με εθνική και παραταξιακή αυτοπεποίθηση, πρέπει να απευθυνθεί με αυτή την πολιτική -και τη συνακόλουθη ιστορική, ιδεολογική και πολιτική τεκμηρίωση- στο σύνολο των Ελλήνων πολιτών που επιθυμούν ένα μέλλον ειρήνης, συνεργασίας και ανάπτυξης. Να αδράξει την ευκαιρία που προείπαμε και να χρησιμοποιήσει το «Μακεδονικό» ως μοχλό για νέες συναινέσεις και προοδευτικές επανατοποθετήσεις στην πολιτική ζωή, ειδικά στον χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς, αλλά και σε τμήματα του συντηρητικού χώρου. Να εξαναγκάσει όσους και όσες ανιστόρητα και αστόχαστα κάνουν λόγο για «στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ», φλερτάροντας με την προοπτική να γίνουν ξανά «ουρά» της ΝΔ, να επανεξετάσουν τη στάση τους και τη ρητορική τους.

Να συγκροτήσει, όπως συνέβη και τότε, την περίοδο 1991-1995, σε συνεννόηση με άλλες πολιτικές δυνάμεις και πρόσωπα, αλλά και μέσα στην κοινωνία των πολιτών, ένα πλατύ «Μέτωπο Λογικής», αποτελούμενο από πολίτες με διαφορετικές ιδεολογικές αναφορές, οι οποίοι όμως κατανοούν ότι κανένα μέλλον δεν υπάρχει αν αφήσουμε τις δυνάμεις της συντήρησης, του σκοταδισμού και της μισαλλοδοξίας να ενσπείρουν το δηλητήριό τους στην ελληνική κοινωνία. Από μια τέτοια εξέλιξη μόνο οι δυνάμεις της ακροδεξιάς (σαν αυτές που φλερτάρουν τώρα με τη δημιουργία μιας «Λέγκας του Βορρά»), του φασισμού και του νεοναζισμού θα βγουν ωφελημένες. Οι δυνάμεις αυτές, με την ακραία συνθηματολογία τους, τη βεβήλωση του μνημείου των Ελλήνων Εβραίων, τον προπηλακισμό βουλευτή, τον εμπρησμό κτιρίου που φιλοξενούσε τη νεανική κοινότητα Libertatia, έδειξαν το αποτρόπαιο πρόσωπό τους στη συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης.

Είναι η ώρα οι δημοκρατικοί πολίτες να ενωθούμε σε ένα μεγάλο κίνημα εναντίον του εθνικισμού, του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας και να δείξουμε το δικό μας φωτεινό πρόσωπο απέναντι στον σκοταδισμό και σε εκείνους που χωρίς ίχνος εθνικής αυτογνωσίας θέλουν να κρατήσουν την ελληνική κοινωνία καθηλωμένη στο άγονο και καταδικασμένο παρελθόν των χρεοκοπημένων εθνικών μύθων και των εθνικιστικών ιδεοληψιών.

Αυτή τη συσπείρωση των πιο ζωντανών δυνάμεων του λαού και του έθνους, για να δοθεί η λύση που απαιτείται στο ζήτημα του «Μακεδονικού», οφείλει να εκπροσωπήσει η κυβέρνηση της Αριστεράς, αλλά και μια ευρεία πλειοψηφία πολιτικών δυνάμεων και μεμονωμένων βουλευτών που στη σημερινή Βουλή τάσσεται υπέρ της επίλυσης του προβλήματος.

*Βουλευτής Α΄ Αθήνας, μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΣΥΡΙΖΑ

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 28/01/2018