Κριτική: Υποδειγματικός Μπέκετ διά χειρός Σάββα Στρούμπου



17 Απριλίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 5:11 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 5:11 μμ


Της Ιωάννας Μπλάτσου / [email protected]

Ο προσφάτως εκλιπών Σερ Πίτερ Χολ, θεατρικός, κινηματογραφικός και οπερατικός σκηνοθέτης, ιδρυτής της περιώνυμης Royal Shakespeare Company και καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου της Αγγλίας, όταν ήταν 24 ετών βρέθηκε να διευθύνει το λονδρέζικο Arts Theatre. Η καθοριστική στιγμή για την καριέρα του αλλά και για το μέλλον του βρετανικού θεάτρου ήρθε έναν χρόνο μετά, το 1955, όταν έφτασε στο γραφείο του ένα έργο από έναν άγνωστο Ιρλανδό συγγραφέα που ζούσε στο Παρίσι. Ηταν το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμιουελ Μπέκετ. Ο συγγραφέας και κριτικός θεάτρου του «Guardian» Μάικλ Μπίλινγκτον θυμάται: «Ο Χολ πίστεψε παθιασμένα στην αξία του έργου, χωρίς αμέσως να έχει αντιληφθεί ότι επρόκειτο για ένα σημείο καμπής για τη σύγχρονη δραματουργία. Και παρότι κάποιοι κριτικοί το αποδοκίμασαν, κάποιοι άλλοι το αποθέωσαν, μετατρέποντας την παράσταση σε τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία, για την οποία μιλούσε κυριολεκτικά όλη η Βρετανία». Εν έτει 2018, η παγκόσμια δραματουργία δεν έχει υπερβεί ακόμα τον κειμενικό ογκόλιθο που φέρει τον τίτλο «Περιμένοντας τον Γκοντό».

«Περιμένοντας τον Γκοντό»

Θέατρο Αττις – Νέος Χώρος

«Τίποτα. Τίποτα που να μπορεί να γίνει». Οι πρώτες λέξεις του Εστραγκόν ορίζουν τη χώρα του ποτέ, του πουθενά, του τίποτα και του κανενός. Η ανάσα του ηθοποιού (Απόστολος Ζερβεδάς), έχοντας ενσωματώσει απόλυτα τη Μέθοδο του Θεόδωρου Τερζόπουλου, γίνεται βρυχηθμός και καγχασμός ταυτόχρονα. Η ανθρώπινη ύπαρξη βρίσκεται στο μεταίχμιο της ζωικής της προέλευσης και της αστικής, «πολιτισμένης» έκφρασής της. «Οι άνθρωποι είναι γαμημένοι, αδαείς πίθηκοι. Πίθηκοι», συνεχίζει ο Εστραγκόν. Οι χαρακτήρες του Μπέκετ δεν είναι καν χαρακτήρες. Μετουσιώνονται σε αλλόκοτα πλάσματα τα οποία μόνο στην ενδοχώρα της δημιουργικής γραφίδας του Ιρλανδού συγγραφέα θα μπορούσαν να ενοικούν.

– Φεύγουμε.

– Δεν μπορούμε. Περιμένουμε τον Γκοντό.

– Δεν έχουμε να κάνουμε τίποτα εδώ.

– Μα, ούτε και αλλού.

Στον παραπάνω διάλογο του Βλαντιμίρ και του Εστραγκόν ο Μπέκετ απηχεί την υπαρξιακή αρχή του Μάρτιν Χάιντεγκερ περί του ερριμμένου της ανθρώπινης ύπαρξης σ’ έναν αφιλόξενο κόσμο. «Ο κόσμος μέσα στον οποίο είμαστε ήδη ερριμμένοι, δίχως την προσωπική μας επιλογή, δίχως καμία προηγούμενη γνώση, ήταν εκεί πριν από εμάς και θα είναι εκεί και μετά από εμάς», γράφει ο Τζορτζ Στάινερ για τον «Χάιντεγκερ» στο ομώνυμο βιβλίο του. Στο άνυδρο, δυστοπικό σύμπαν του Μπέκετ οι άνθρωποι παραδέρνουν ανήμποροι, αβοήθητοι, «κούφιοι», ξεβρασμένοι από τους κύκλους της ζωής. «Τη μια στιγμή είμαι κουρασμένος κι εξαντλημένος μάλιστα σαν τον νεκρό από την αδιαφορία μου και την άλλη φρενιάζω παραδέρνοντας από τη μιαν άκρη του κόσμου ως την άλλη, για να βρω κάποιον που πάνω του να μπορώ να αφήσω την οργή μου να ξεθυμάνει. Ολόκληρο το περιεχόμενο του είναι μου κραυγάζει σε αντίθεση με τον εαυτό του. Πώς συνέβη να γίνω ένοχος; Ή μήπως δεν είμαι ένοχος; Τότε γιατί να με ονομάζουν έτσι σε όλες τις γλώσσες; Τι αξιολύπητη εφεύρεση η ανθρώπινη γλώσσα, που λέει ένα πράγμα και άλλο εννοεί;» γράφει ο Σόρεν Κίρκεγκορ στην «Επανάληψη – Ο Κύκλος της Επανάληψης – Επαναλαμβάνοντας την επανάληψη», συναντώντας τον Μπέκετ στη διάσημη φράση του από τον «Γκοντό»: «Λέξεις, λέξεις, λέξεις». Λέξεις κενές περιεχομένου, λέξεις που δεν σηματοδοτούν τίποτα.

«Πρέπει να μιλάμε συνέχεια», λέει ο Βλαντιμίρ. «Πες κάτι. Οτιδήποτε», απαντά ο Εστραγκόν. «Περιμένουμε τον Γκοντό. Μέσα σε όλη αυτή την τεράστια σύγχυση, μόνο ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο. Περιμένουμε τον Γκοντό», ανταπαντά ο Βλαντιμίρ. Εναν Γκοντό ο οποίος ποτέ δεν εμφανίζεται, παρά μόνο ως λεκτική αναφορά στους ατέρμονους μονολόγους τους. «Περιμένοντας το περιμένοντας», λέει χαρακτηριστικά επίσης ο Βλαντιμίρ, περιγράφοντας τη διαχρονική πανανθρώπινη συνθήκη. Δεν υπάρχει μνήμη, δεν υπάρχει τόπος, δεν υπάρχει χρόνος, δεν υπάρχει το «υπάρχει». Μόνο κοινότοπες, συνηθισμένες λέξεις να αιωρούνται στον αέρα. «Η συνήθεια είναι μεγάλος απονεκρωτής… Ολα είναι νεκρά», λέει ο Βλαντιμίρ.

Ο Σάββας Στρούμπος αντικρίζει κατάματα το κειμενικό θηρίο που δημιούργησε ο Μπέκετ κατ’ εικόνα και ομοίωση της δυσμορφίας και της δυσλειτουργίας της ατελούς ανθρώπινης ύπαρξης. «Καβάλα σε έναν τάφο και μια δύσκολη γέννα», όπως σαφέστατα την περιγράφει ο Ιρλανδός συγγραφέας, ο σκηνοθέτης δεν φοβήθηκε το εκρηκτικό, «τρελό» («Ολοι γεννιόμαστε τρελοί. Κάποιοι παραμένουν») υλικό του. Αντιθέτως, με σπουδή, τόλμη και μέτρο, βασισμένος στην άρτια μετάφραση του Θωμά Συμεωνίδη, αναδεικνύει τη δαιδαλώδη φιλοσοφική και φιλολογική πολυσημία του, καθοδηγώντας τους εξαίρετους ηθοποιούς του μακριά από φανερούς και κρυφούς σκοπέλους. Οι εύπλαστοι και στιβαροί Δαυίδ Μαλτέζε (Βλαντιμίρ), Κωνσταντίνος Γώγουλος (Εστραγκόν), Εβελυν Ασουάντ (Πότζο) και Ελλη Ιγγλίζ (Λάκι) ερμηνεύουν υποδειγματικά τους εμβληματικούς ρόλους τους. Ειδικά η Εβελυν Ασουάντ, όταν τραγουδά τις ατονάλ άριες, δημιουργεί μια πραγματικά κατανυκτική ατμόσφαιρα, έναν θόλο μυσταγωγίας, ο οποίος μας ενσωματώνει στο ιερό σύμπαν του Μπέκετ.

Στα συν της παράστασης η σκηνική εγκατάσταση του Ηλία Παπανικολάου και οι φωτισμοί του Κώστα Μπεθάνη.

Δημοσιεύθηκε στο φύλλο 45 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 15 Απριλίου